Αριθμός 693/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Ζ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία , που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, στην οποία αναφέρει την μετονομασία της εταιρείας σε ... Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2327/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 28-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αποτελούσα προϋπόθεση εφαρμογής των διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, ο οποίος παρέχει την εργασία του, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, με μισθό - ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα της σχέσεως - υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίνοντας σ' αυτόν οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της και να καθορίζει τον τόπο, τον τρόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής της εργασίας, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη. Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί σε τι απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι και με ποία νομική σχέση συνδέεται ο εργαζόμενος με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα, που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση. Εξάλλου, σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια, επί δε της συμβάσεως αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων υπήρξε ανεξάρτητος επαγγελματίας τεχνίτης λιθογράφος - μοντέρ, διατηρώντας ατομική επιχείρηση γραφικών τεχνών, αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, μη δυνάμενος να ανταποκριθεί στις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις και τον ανταγωνισμό, αναγκάστηκε να παύσει την επαγγελματική του αυτή δραστηριότητα. Έκτοτε απασχολείτο ευκαιριακά σε διάφορες εργασίες τρίτων και τον Φεβρουάριο του 2002 ο Δ. Δ., ο οποίος υπήρξε προσωπικός του φίλος και ιδρυτής της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία επιτραπέζιων εκπαιδευτικών παιδικών παιχνιδιών, του πρότεινε να εργασθεί σ' αυτήν ως εργάτης, προκειμένου να εξασφαλίζει τον βασικό μισθό και κοινωνική ασφάλιση, μολονότι την περίοδο εκείνη η εναγόμενη εταιρεία δεν είχε ανάγκη από προσωπικό. Ωστόσο, ο ενάγων δεν δέχθηκε να απασχολείται με συγκεκριμένο ωράριο και να είναι δεσμευμένος με συγκεκριμένα καθήκοντα έναντι της εταιρείας (εναγομένης), και έτσι συμφώνησε με τον Δ. Δ. να απασχολείται περιστασιακά σε γενικές εργασίες, χωρίς να αναπτύσσει πρωτοβουλίες ή να αναλαμβάνει ευθύνες κατά την εκτέλεση των εργασιών αυτών, εξυπηρετώντας, κυρίως, προσωπικές ανάγκες του ίδιου του Δ. Δ., ο οποίος του ανέθετε εξωτερικές εργασίες επ' αμοιβή, καταβαλλόμενη από τον ίδιο, προκειμένου να τον ενισχύει οικονομικά, χάριν της φιλίας τους. Το γεγονός τούτο - όπως γίνεται δεκτό από το Εφετείο - κατέθεσαν κατηγορηματικά και με σαφήνεια όλοι οι εξετασθέντες μάρτυρες ανταπόδειξης της εναγόμενης εταιρείας, ενώ αντίθετα οι μάρτυρες απόδειξης του ενάγοντος, μη έχοντες ιδία αντίληψη περί των καθηκόντων αυτού στην εναγόμενη εταιρεία, κατέθεσαν με βάση όσα τους είχε εκθέσει ο ίδιος ο ενάγων και επομένως οι καταθέσεις των τελευταίων δεν παρέχουν επαρκή αξιοπιστία περί της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού του ενάγοντος, ότι είχε δηλαδή προσληφθεί από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα του λιθογράφου - μοντέρ. Άλλωστε - συνεχίζει το Εφετείο - εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε και η εκτέλεση εκ μέρους του ενάγοντος των επικαλούμενων εργασιών στην εναγόμενη εταιρεία και δη ότι έκανε το κασέ των εκτυπώσεων των καρτελών των επιτραπέζιων παιχνιδιών, ότι καθόριζε την θέση των κειμένων στην κατάλληλη σειρά του φωτογραφικού φιλμ και επιμελείτο της ορθής εκτύπωσης των σελίδων και της κανονικής αποτύπωσης των χρωμάτων πάνω σε φωτεινή επιφάνεια (μονταζιέρα), με ανάγκη συχνών διορθωτικών επεμβάσεων κατά την διάρκεια της εκτύπωσης. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, επειδή με βάση το αντικείμενο των εργασιών της η εναγομένη δεν υπάγεται στις επιχειρήσεις γραφικών τεχνών (παρόλο που σε κάποιες σφραγίδες της, παράλληλα με το πραγματικό της αντικείμενο, εκείνο δηλαδή της κατασκευής παιδικών παιχνιδιών, αναγράφονται και οι γραφικές τέχνες), και το μοντάζ είναι μία περιφερειακή, του κυρίου αντικειμένου της, εργασία, δεν χρειαζόταν να απασχολεί μόνιμο προσωπικό με την ειδικότητα του μοντέρ, με πλήρες ωράριο και πενθήμερη εργασία. Τις ανάγκες της δε σε μοντάζ - δέχθηκε ακολούθως το Εφετείο - κάλυπτε η εναγομένη κυρίως με εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι ανελάμβαναν την εργασία αυτή επ' αμοιβή, ενώ για τις απλές περιπτώσεις είχε εκπαιδεύσει την υπάλληλό της Μ. Β., η οποία, παράλληλα με τα κύρια καθήκοντά της ως υπαλλήλου γραφείου, απασχολείτο με το μοντάζ με την χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και ειδικού προγράμματος για μοντάζ, απασχόληση η οποία δεν υπερέβαινε την μία ώρα την εβδομάδα (βλ. τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη οικεία τιμολόγια των εξωτερικών συνεργατών της, που καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από 14-2-2002 έως 6-11-2006, σε συνδυασμό με την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της μάρτυρος ανταπόδειξης Μ. Β. και τις ένορκες βεβαιώσεις των λοιπών μαρτύρων ανταπόδειξης Ε. Σ., Κ. Μ., Μ. Κ. και Ι. Α.). Σημειώνεται επίσης - είπε το Εφετείο - ότι η εναγομένη δεν ανήκε, ούτε θα μπορούσε να ανήκει, ως ομοειδής ή συναφής, στην εργοδοτική οργάνωση των εργαστηρίων γραφικών τεχνών, που είναι ο Σύνδεσμος Εκτυπωτικών Μέσων Επικοινωνίας Ελλάδος (Σ.Ε.Μ.Ε.Ε.), ο οποίος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2002 - 2006), συμβλήθηκε με την Πανελλαδική Ένωση Λιθογράφων Μισθωτών Γραφικών Τεχνών - Τύπου και συναφών επαγγελμάτων και κατά τα έτη 2005 - 2006, επιπροσθέτως, με την Ομοσπονδία Μισθωτών Τύπου και Βιομηχανίας Χάρτου, για την κατάρτιση των Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων λιθογράφων στα Λιθογραφεία και Εργαστήρια Γραφικών Τεχνών όλης της Χώρας", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με Υπουργικές Αποφάσεις, αφού δεν τυγχάνει (η εναγομένη) επιχείρηση εκτυπωτικών μέσων επικοινωνίας (ΑΠ 671/2007). Συνεπώς - κατέληξε το Εφετείο - οι από 27-6-2002, 16-4-2003, 30-6-2004, 29-6-2005 και 28-4-2006 σχετικές κλαδικές Σ.Σ.Ε., παρόλο που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές στις 4-7-2002, 23-4-2003, 1-7-2004, 30-6-2005 και 2-5-2006, αντίστοιχα, δεν έχουν εφαρμογή στην επιχείρηση της εναγομένης, η οποία δεν είχε υποχρέωση, σε κάθε περίπτωση, να αμείβει τον ενάγοντα, σύμφωνα με τους όρους των ως άνω επικαλούμενων από αυτόν κλαδικών Σ.Σ.Ε., αλλά και οποιασδήποτε άλλης εφαρμοστέας κλαδικής ή ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., αλλά ούτε και με αυτές, ακόμη, τις κατώτατες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη, τις προβλεπόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., δοθέντος ότι, όπως αποδείχθηκε, ουδεμία εργασιακή σχέση συνέδεε τον ενάγοντα με την εν λόγω εναγόμενη εταιρεία. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (178/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε δεχθεί τα αντίθετα, δηλαδή ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε να του καταβάλει η αναιρεσίβλητη εταιρεία διαφορές αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας) και αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, αλλά ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού πράγματι, υπό τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε, ουδεμία σύμβαση ή σχέση εργασίας συνέδεε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη. Διέλαβε δε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αν υπήρχε εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων. Ως εκ περισσού δε και χωρίς ανάγκη στηρίξεως του παραπάνω σαφούς αποδεικτικού πορίσματός του αναφέρθηκε (το Εφετείο) στις διατάξεις του Ν. 1876/1990 (στη μείζονα πρόταση της απόφασής του), με τις οποίες ρυθμίστηκαν "οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις", και στις ως άνω Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων λιθογράφων στα Λιθογραφεία και Εργαστήρια Γραφικών Τεχνών όλης της Χώρας", οι οποίες δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής στην ένδικη διαφορά, όπως επίσης δεν ευρίσκουν πεδίο εφαρμογής και οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 288 του ΑΚ, αφού - όπως ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς δέχθηκε το Εφετείο - ουδεμία σύμβαση ή σχέση εργασίας συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη εταιρεία. Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, πλήττουν πλέον, μέσω των αναφερομένων σ' αυτούς επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, την ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο. Ενώ, εξάλλου, οι αυτοί λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους, με το οποίο πλήττεται η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπάγεται στις επιχειρήσεις γραφικών τεχνών, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, αφού πλήττουν την κρίση αυτή του Εφετείου, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, πλεοναστικώς, χωρίς ανάγκη στηρίξεως του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, περιελήφθη σ' αυτήν. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την ομολογία της αναιρεσίβλητης ότι προσέλαβε τον αναιρεσείοντα στις 14-2-2002, καθώς και την ομολογία αυτής, ότι για την κατασκευή των επιτραπέζιων παιχνιδιών που εμπορεύεται διατηρεί πλήρες συγκρότημα λιθογραφείου, β) "το αληθές περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων" και γ) τις πράξεις επιτόπιου ελέγχου, που πραγματοποίησαν τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, στις 6-11-2006, και την με βάση τον έλεγχο αυτόν συνταχθείσα υπ' αριθμ. .../2006 Πράξη Επιβολής Εισφορών σε βάρος της αναιρεσίβλητης για την επί τετραετία απασχόληση του αναιρεσείοντος στην επιχείρησή της. Ο λόγος αυτός, ως προς την υπό στοιχείο α' αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν πρόκειται για δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, ή για εξώδικη ομολογία αυτής, την οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), ή πρόκειται για έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία της αναιρεσίβλητης, η οποία ταυτίζεται από άποψη συνεπειών με την ομολογία του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ως προς την υπό στοιχείο β' αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σ' αυτά μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα και σημασία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του. Ως προς την υπό στοιχείο γ' αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απασχολήσεώς του καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 14-2-2002 έως 6-11-2006 στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν. Από δε την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, συνεκτίμησε και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο τρίτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-4-2011 αίτηση του Ν. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2327/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ