ΑΡΙΘΜΟΣ 959/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Xαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπoύλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά,- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Aπριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση και 2) Σ. Β. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ-Ιωάννη Βουράκη, περί αναιρέσεως της 1012/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Μαρτίου 2012 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 464/12. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 13-3-2012 αίτηση αναίρεσης του Σ. Β. του Χ. και η από 13-3-2012 αίτηση αναίρεσης του Κ. Σ., κατά της με αριθμό 1012/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, οι οποίες έχουν ασκηθεί παραδεκτά και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συναφείας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του ν.2910/2001 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 37 του ν.3153/2003 (Φ.Ε.Κ. Α 153/19-6-2003) και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ως εκ του χρόνου τέλεσης της πράξης "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το άνω αδίκημα, είναι υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με έκαστο, των άνω τρόπων, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους ή τους εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ενεργούντες με δόλο. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη δόλου, δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως "η εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν. 2910/2001 δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ' αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως. Στη προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείου Ναυπλίου (Πλημ/των) που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1012/2011 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης που αλληλοσυμπληρώνονται, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο μεν α' κατηγορούμενος στις 18-6-2004, στο 31ο χλμ. της επαρχιακής οδού Κορίνθου-Επιδαύρου, διευκόλυνε ως οδηγός του υπ'αριθμ. ... Δ.Χ. τουριστικού λεωφορείου την προώθηση στο Ελληνικό έδαφος των στο διατακτικό αναφερομένων 41 λαθρομεταναστών που εστερούντο νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων και είχαν προηγουμένως αποβιβασθεί με πλοιάριο στη θέση ... προερχόμενοι από το εξωτερικό (Τουρκία), ο δε δεύτερος παρέσχε άμεση συνδρομή προπορευόμενος με το δικό του υπ'αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του πιο πάνω τουριστικού αυτοκινήτου με σκοπό να ελέγχει την τυχόν ύπαρξη αστυνομικών σχημάτων ή αστυνομικών σημείων ελέγχου. Η προσπάθεια του β' κατηγορουμένου να δικαιολογήσει την παρουσία του στον τόπο εκδήλωσης της πυρκαϊάς ως τυχαίας δεν κρίθηκε πειστική, δεδομένου ότι είναι κάτοικος Αθηνών και δεν δικαιολογείται η εκεί παρουσία του. 'Αλλωστε και ο ισχυρισμός του β' κατηγορουμένου ότι το όχημά του είχε κλαπεί και δεν είχε προλάβει να το δηλώσει και αυτό δεν είναι ισχυρό επιχείρημα, αφού ένα τόσο μεγάλης αξίας κινητό δεν είναι δυνατό να το αγνοεί κανείς, ως περιουσιακό στοιχείο. Από τα παραπάνω προκύπτουν άμεσα οι ευθύνες των κατηγορουμένων και δεν αναιρούνται από τις αιτιολογίες τους, αλλά και ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεώς τους. Συνεπώς αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους των αξιοποίνων πράξεων για παράβαση του ν.2910/2001 (παράνομη, διευκόλυνση-μεταφορά και προώθηση αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια) τον Σ. Β. και απλής συνέργειας σ'αυτήν τον Κ. Σ. και επέβαλε στον πρώτο συνολική ποινή φυλακίσεως 7 ετών και 8 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 45.000 Ευρώ και στον δεύτερο συνολική ποινή φυλακίσεως 46 μηνών και συνολική χρηματική ποινή 45.000 Ευρώ. Ως προς τους λόγους αναίρεσης πρέπει να σημειωθούν τα παρακάτω. 1) Επί της αιτήσεως αναίρεσης του πρώτου των αναιρεσειόντων Σ. Β.. Με αυτά που δέχθηκε, κατά τα άνω το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον αφορά τον παραπάνω αναιρεσείοντα, αυτουργό της κατά τα άνω πράξεως, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1,α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ. και άρθρα 55 πρ.1 εδ.α'του Ν.2910/2001. Ειδικότερα πλήρως αιτιολογείται η από αυτόν τέλεση της πράξης της παράνομης προώθησης στο εσωτερικό της χώρας των λαθρομεταναστών, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών υποδηλούντων τον δόλο αυτού, προσθέτως δε, αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες ο αναιρεσείων προέβη προκειμένου να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος. Για την πληρότητα της αιτιολογίας η πληττόμενη απόφαση περιέλαβε σ'αυτή ειδικές και εκτενείς σκέψεις για το δόλο του ως άνω αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου δεχόμενη ότι αυτός γνώριζε, ότι οι μεταφερόμενοι ήταν αλλοδαποί λαθρομετανάστες, υπήκοοι Πακιστανοί-Ιρακινοί και δεν διέθεταν τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα και ως εκ τούτου δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στη χώρα, είχαν δε εισέλθει στο Ελληνικό έδαφος, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, γνώση η οποία προκύπτει από το σχεδιασμό της όλης επιχείρησης. Οι λοιπές αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Σ. Β., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς όλες τις εκφάνσεις είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Κ. Σ. Από τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Π.Κ. προκύπτει ότι συνδρομή (βοήθεια) συνιστά κάθε συμπεριφορά (ενέργεια ή παράλειψη) που αντικειμενικά συμβάλλει στο να ξεπερασθεί μια δυσκολία σχετική με την πραγμάτωση του εγκλήματος από τον αυτουργό. Κατά συνέπεια, πρέπει με την πράξη συνδρομής να καθίσταται δυνατή, διευκολύνεται, επιτείνεται ή διασφαλίζεται η τέλεση του εγκλήματος. Στη προκειμένη περίπτωση, με αυτά που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, όπως αυτά ήδη εκτέθηκαν παραπάνω, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και καθόσον αφορά τον ως άνω αναιρεσείοντα, απλό συνεργό, αφού αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής συνέργειας, όπως αυτή αναλύθηκε στη προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης που ο αυτουργός διέπραξε, όπως αναλύεται παραπάνω, με την παράθεση πραγματικών περιστατικών, τα οποία υποδηλούν τον δόλο αυτού, προσθέτως δε αναλυτικά και με πλήρη αιτιολογία εξειδικεύονται οι ενέργειες στις οποίες ο παραπάνω αναιρεσείων προέβη, προκειμένου να πραγματώσει την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω διωκομένου εγκλήματος. Τέλος καμία ασάφεια ή αντίφαση δεν δημιουργείται από την εκ παραδρομής αναφορά στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων Κ. Σ. παρέσχε "άμεση συνδρομή" προπορευόμενος με το δικό του αυτοκίνητο με σκοπό να ελέγχει την τυχόν ύπαρξη αστυνομικών οχημάτων ή αστυνομικών σημείων ελέγχου, αφού από τις παραδοχές της αποφάσεως σαφώς συνάγεται, ότι η συνδρομή αυτή για την οποία καταδικάστηκε είναι απλή, δεδομένου ότι και η επιβληθείσα ποινή φυλακίσεως έξι μηνών για κάθε πράξη είναι μειωμένη κατά το άρθρο 83 του Π.Κ. (ενώ του αυτουργού και του άμεσου συνεργού είναι ένα έτος τουλάχιστον). Προσέτι αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ως άνω διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 94 παρ.1 Π.Κ. και άρθρα 55 παρ.1 του Ν.2910/2001 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς ο προβαλλόμενος από το 510 παρ.1 Δ λόγος αναιρέσεως, από αυτόν τον αναιρεσείοντα περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, με την προϋπόθεση, ότι οι ισχυρισμοί είναι πράγματι αυτοτελείς και όχι αρνητικοί, της κατηγορίας και προβάλλονται παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο. Τέτοιοι ισχυρισμοί (αυτοτελείς) είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Όταν προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τρόπο ορισμένο, ο αυτοτελής ισχυρισμός, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικά και συγκεκριμένα, διαφορετικά ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ.1 περ.Δ ΚΠΔ για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ.β του ίδιου Κώδικα λόγου αναιρέσεως. Στη προκειμένη όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων "αφού έλαβαν τον λόγο από τον Πρόεδρο κα ανέπτυξαν την υπεράσπιση ζήτησαν να αθωωθεί ο πελάτης τους ή άλλως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 842ε του ΠΚ". Όπως όμως, διατυπώθηκε ο παραπάνω αυτοτελής ισχυρισμός, κατά την αγόρευση των συνηγόρων υπερασπίσεως επί της ενοχής, δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τον προβλέπει ή τον χαρακτηρισμόν, με το οποίο είναι γνωστός ο αυτοτελής ισχυρισμός στη νομική ορολογία ή την νομική επιστήμη και επομένως είναι απαράδεκτος, ως αόριστος. Κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον παραπάνω ισχυρισμό και ως εκ τούτου ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ λόγος των αναιρέσεων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του Π.κ. όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του ν. 3904/2010 "αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλακίσεως μεγαλύτερη από τρία έτη και μέχρι πέντε και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1, Π.Κ. το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους, και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός εάν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη είναι υποχρεωμένο να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά αν δηλ. το δικαστήριο της ουσίας στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει χωρίς αιτιολογία σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Η του Κώδικα Ποιν.Δικονομίας, πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του. Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ενώ καταδίκασε τον αναιρεσείοντα Κ. Σ. σε συνολική ποινή φυλακίσεως 46 μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 40.000 Ευρώ για απλή συνέργεια σε διευκόλυνση-προώθηση αλλοδαπών στο εσωτερικό της χώρας, παρέλειψε να ερευνήσει τις προϋποθέσεις αναστολής εκτελέσεως της ποινής αυτής, με την αιτιολογία, ως προς τον αποκλεισμό της αναστολής , που συνιστά απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως και συγκεκριμένα ότι "από την έρευνα του χαρακτήρα του αναιρεσείοντος.. το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί για να τους αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιοποίνων πράξεων. Συντρέχει επομένως η νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική ... και πρέπει να υπολογιστεί κάθε ημέρα φυλακίσεως προς 5 ευρώ ημερησίως. 'Ετσι όμως το Δικαστήριο υπέπεσε στις ελεγχόμενες πλημμέλειες της ελλείψεως δηλ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπερβάσεως εξουσίας και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα Κ. Σ. και μόνο ως προς την περί μετατροπή της ποινής διάταξή της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει α) ν' απορριφθεί η από 13-3-2012 αίτηση αναιρέσεως του Σ. Β. κατά της 1012/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα και β) ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση 1012/2011 μόνο κατά την διάταξή της ως προς την μετατροπή της ποινής για τον αναιρεσείοντα Κ. Σ. απορριπτομένης κατά τα λοιπά της από 13-3-2012 αιτήσεως αναιρέσεως αυτού κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1012/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Ναυπλίου, μόνον ως προς την διάταξη αυτής περί μετατροπής της ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα Κ. Σ.. Παραπέμπει την υπόθεση κατά τούτο για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 13-3-2012 αίτηση αναίρεσης αυτού κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης. Απορρίπτει την από 13-3-2012 αίτηση αναίρεση του Σ. Β. του Χ. για αναίρεση της ως άνω υπ'αριθμό 1012/2011 προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ