Αριθμός 1539/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καπελάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Μακρυγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:118/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4383/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 14-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο έκρινε για υπόθεση που αφορούσε ελαττώματα πωληθέντος αυτοκινήτου, το οποίο αγόρασε ο ήδη αναιρεσίβλητος-ενάγων, από τον αντίδικό του πωλητή και ήδη αναιρεσείοντα. ΙΙ. Στα πλαίσια της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει, εν προκειμένω, εφαρμογή, εφόσον πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης Πολυμελούς Πρωτοδικείου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Eπιπρόσθετα, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντίθετα, δεν δημιουργείται τέτοιος λόγος, αν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε τέτοιο δίδαγμα για έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκομίστηκαν (ΑΠ 36/008, ΑΠ 6/2004). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οπίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαφορετικά ο λόγος απορρίπτεται, ως αόριστος (ΑΠ 639/2001). Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ακόλουθα: "Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 534, 535 και 540 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 1 του Ν. 3043/2002, σαφώς προκύπτει ότι επί πωλήσεως πράγματος ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογηθείσες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα. Δεν εκπληρώνει δε την υποχρέωση του αυτή αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση και δη δεν ανταποκρίνεται στην περιγραφή, δεν είναι κατάλληλο για το σκοπό της συγκεκριμένης σύμβασης, δεν είναι κατάλληλο για τη χρήση για την οποία προορίζονται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας και δεν έχει την απόδοση, ο αγοραστής ευλόγως προσδοκά από πράγματα της ίδιας κατηγορίας, λαμβάνοντας υπόψη και τις δηλώσεις του πωλητή. Στις περιπτώσεις αυτές ο αγοραστής δικαιούται κατ' επιλογή του να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος, μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Για να είναι, όμως ορισμένη και επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως η αγωγή, πρέπει να αναφέρεται σ' αυτήν συγκεκριμένα, ποιο είναι το πραγματικό ελάττωμα που ενεφάνισε το πωληθέν, χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να απαιτείται, πλην της αναφοράς του πραγματικού ελαττώματος, αναφορά και όλων των περιστάσεων και των συνεπειών και επιπτώσεων αυτών στην όλη κατάσταση του, διότι τα στοιχεία αυτά, μπορούν να προκύψουν και από τις αποδείξεις. Υπό τα εκτιθεμένα περιστατικά, η αγωγή είναι ορισμένη, δεδομένου ότι καθορίζεται σ' αυτή σε γενικές γραμμές πλην όμως επαρκώς η φύση του πραγματικού ελαττώματος με την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή των τεχνικών ελλείψεων που βλάπτουν την λειτουργία του μηχανήματος, αλλά και τα αποτελέσματα του ελαττώματος, δηλ. ότι αυτό είναι επικίνδυνο να κυκλοφορεί, χωρίς να απαιτείται κάποια επιπλέον εξειδίκευση, σχετικά με το έτος πρώτης κυκλοφορίας του αγορασθέντος, εάν πέραν της πρώτης αδείας είχε εκδοθεί και δεύτερη άδεια για το επίδικο αυτοκίνητο, την αξία του, τις επιμέρους βλάβες που έχει υποστεί κατά το παρελθόν κ.λ.π., όπως αβάσιμα διατείνεται ο εναγόμενος. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ορισμένη, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, την παραπάνω αγωγή, σωστά το δικόγραφο της εκτίμησε και τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό, αφού αναπληρωθεί η αιτιολογία του από την προκειμένη (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί από τούδε ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της παραπάνω εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ... τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες ... και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται ... αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει προφορικής σύμβασης πώλησης που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα στις 23-8-2007, ο ενάγων-εφεσίβλητος αγόρασε από τον εναγόμενο-εκκαλούντα ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ... έναντι τιμήματος 7.000 ευρώ το οποίο καταβλήθηκε από τον ενάγοντα αυθημερόν. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι αμέσως μετά την παραλαβή του παραπάνω αυτοκινήτου, ο ενάγων διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο έφερε πραγματικά ελαττώματα. Συγκεκριμένα, είχε υποστεί βλάβη στον εγκέφαλο του κινητήρος, στη μάσκα, το καπώ και το φτερό, τα αμορτισέρ, το ακραξόνιο, το συμπλέκτη και την αντλία του νερού ... Τα παραπάνω ελαττώματα γνωστοποιήθηκαν στον εναγόμενο μετά την πάροδο ενός περίπου μηνός από την παραλαβή του αυτοκινήτου από τον ενάγοντα και στη συνέχεια ο ενάγων επέδωσε στον εναγόμενο στις 16-10-2007 την από 8-10-2007 εξώδικη πρόσκληση με δήλωση με την οποία τον καλούσε να του επιστρέψει το καταβληθέν τίμημα εντός τριών ημερών από την επίδοση ... Όμως, ο εναγόμενος σε ουδεμία ενέργεια προέβη ενόψει της παραπάνω υπαναχώρησης του ενάγοντος από την πώληση αρνούμενος την ύπαρξη των ελαττωμάτων του αυτοκινήτου. Ενόψει των προαναφερθέντων, δεδομένου ότι τα παραπάνω ελαττώματα, τα οποία οφείλονται σε σφάλματα που μειώνουν την αγοραστική αξία του αυτοκινήτου, η από 16-10-2007 υπαναχώρηση του ενάγοντος από τη σύμβαση πώλησης του προπεριγραφέντος αυτοκινήτου είναι έγκυρη. Τέλος, σημειώνεται ότι το αίτημα του εναγομένου για επιδίκαση μείωσης του τιμήματος θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, επειδή κρίνεται ότι το είδος και η έκταση των ανωτέρω ελαττωμάτων με τα οποία βαρύνεται το πωληθέν όχημα καθώς επίσης και οι επιπτώσεις αυτών στη δυνατότητα ασφαλούς κυκλοφορίας του οχήματος σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις δεν δικαιολογούν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τη μείωση του τιμήματος η οποία θα αποτελούσε ασύμφορη λύση για τον ενάγοντα που εύλογα προσδοκούσε, όταν αγόραζε το ως άνω όχημα ότι αυτό θα ήταν απαλλαγμένο από ελαττώματα και θα μπορούσε να κυκλοφορεί με ασφάλεια, όπως θα ανέμενε ο κάθε μέσος συνετός αγοραστής. Συνεπώς, εφόσον τα ίδια έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Οι σχετικοί δε λόγοι της εφέσεως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι. Επομένως, μετά από αυτά η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη ...". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 513, 534, 535 και 540 ΑΚ, χωρίς να αναφέρει, πώς υπήρχε κενό ή αμφίβολο σημείο στην επίδικη σύμβαση. Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, συνιστούν αναιρετικό λόγο, πλην άλλων και, αν: 1) το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, αμέσως ή εμμέσως, ύπαρξης κενού ή ασάφειας, ως προς την ύπαρξη της αληθούς δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την διαπίστωση της πραγματικής έννοιας της δήλωσης της βούλησης των μερών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 1170/2009, ΑΠ 1581/2007), β) παραλείπει να αναφέρει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 539/2008, ΑΠ 527/2007). Εδώ, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως αναφέρεται η ύπαρξη κενού ή ασάφειας, επιπρόσθετα δε, από την παράθεση των πραγματικών περιστατικών, δεν προκύπτει τέτοια ασάφεια. Κατά ταύτα: 1) ουδόλως, είχε υποχρέωση, αυτεπάγγελτα, το δικόγραφο να προσφύγει στην ερμηνεία της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας με βάση τις διατάξεις των άρθρων 173-200 ΑΚ, όπως εκτιμά ο αναιρεσείων, που, ο ίδιος προβάλλει την άποψη πως διαφορετική ήταν η αληθινή βούληση των μερών. Τούτο, όμως, δεν αποτελεί πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά εκτίμηση του αναιρεσείοντος, 2) Ακόμη, κατά τα νομικά δεδομένα που προεκτέθηκαν, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν μπορούν να αποτελέσουν αναιρετικό λόγο, αν συνδέονται με την εκτίμηση των αποδείξεων. Όμως, ο αναιρεσείων, δεν παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, σε κάθε περίπτωση, αναφέρεται, όχι σε διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά σε συναλλακτικά ήθη, περί των οποίων ουδείς λόγος γίνεται στο αναιρετήριο. Άλλωστε, τα συναλλακτικά ήθη και συνήθεια, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, μόνον, εφ' όσον η εφαρμογή της επιβάλλεται από κανόνα δικαίου (ΑΠ 491/2005), πράγμα, για το οποίο, ουδέν, εν προκειμένω, αναφέρεται. Αντίθετα, ο αναιρεσείων, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αναλύει, το, κατ' αυτόν, περιεχόμενο των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κάνει λόγο για "ασήμαντες βλάβες", παραθέτει την, κατ' αυτόν, έκταση των ζημιών και το ύψος της αποκατάστασής τους και προβάλλει λάθη του δικαστηρίου της ουσίας, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πράγμα το οποίο, όμως, δεν είναι επιτρεπτό στο παρόν δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), 3) στη συνέχεια, ο αναιρεσείων προβάλλει, πως, τα ελαττώματα, δεν υπήρχαν κατά το χρόνο παράδοσης του οχήματος, εμφανίστηκαν, μετά και αξιολογώντας εκ νέου τις αποδείξεις, εκτιμά, πως διαφορετική θα έπρεπε να είναι η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δη έπρεπε να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 537 παρ.2 ΑΚ. Και τούτο όμως, πράττει, κατά τρόπο απαράδεκτο, εφ' όσον: α) δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση της ουσίας του δικαστηρίου και β) ουδόλως παραθέτει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά τη δική του και μόνο κρίση γι' αυτές. Συνακόλουθα, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 560 αρ.1α Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, αντίστοιχα. ΙΙΙ. Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. υπάγεται και ο έλεγχος της "νομικής αοριστίας" της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που υπάρχει, όταν το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 2057/2007, ΑΠ 1098/2007). Η ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513, 534, 535 και 540 ΑΚ αγωγή, για να είναι ορισμένη πρέπει να αναφέρει, πλην άλλων, την ύπαρξη σύμβασης, τα πραγματικά ελαττώματα του πωληθέντος, την έλλειψη της ιδιότητας που συμφωνήθηκε, το τίμημα, το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου (βλ. και ΑΠ 1468/1998). Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της αγωγής, αυτή μνημονεύει: α) το χρόνο της σύμβασης πώλησης του επιδίκου, μεταχειρισμένου οχήματος, β) το τίμημα, γ) την καταβολή του, γ) την ύπαρξη ελαττωμάτων κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου, δ) ευσύνοπτα μεν αλλά κατά τρόπο σαφή, επαρκή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, περιγραφή των ελαττωμάτων αυτών, ε) τα αποτελέσματα και τις συνέπειες των ελαττωμάτων, στ) τη ζημία, εντεύθεν, του ενάγοντος. Ουδόλως δε, όπως αβάσιμα, προβάλλει ο αναιρεσείων, απαιτείται, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται, επί πλέον, η αξία του πωληθέντος ως καινουργές, τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν, και το έτος πρώτης κυκλοφορίας αυτού. Άρα, ορθά έκρινε την αγωγή, ορισμένη η προσβαλλόμενη απόφαση και ο τα αντίθετα προβάλλων δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 560 παρ.1α Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της για τους λόγους που προεκτέθηκαν και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.11.2011 αίτηση του Γ. Μ. προς αναίρεση της με αριθμό 4383/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ