Αριθμός 627/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη- Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στελλούδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6 Απριλίου 2005, δύο, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 835/2005. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι κρινόμενες: α) από 6-4-2005 δύο αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ2 και Χ1 , οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής καταδικαστικής αποφάσεως με αριθμό 104/2004 του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι αναφερόμενοι σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς. ΙΙ.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 στοιχ. ζ' του Ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών......", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 2163/1993, τιμωρείται με τις στη διάταξη αυτή προβλεπόμενες αθροιστικώς ποινές, όποιος κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και η ηρωϊνη και η ινδική κάνναβη (αρ. 4 παρ. 1-3 Πίνακας Α' αριθ. 5 και 6 ν. 1729/1987) με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο και εντός του εδάφους, εκτός των άλλων, της επικράτειας. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η μεν κατοχή των ναρκωτικών πραγματώνεται με την φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, η δε μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι η εντός της Ελλάδας μετακίνησή τους από τόπο σε τόπο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 στοιχ. α' του ν. 2168/1993 "όπλα, πυρομαχικά κ.λ.π.", όποιος εισάγει, κατέχει, κατασκευάζει, μετασκευάζει, συναρμολογεί, εμπορεύεται, παραδίδει, προμηθεύει ή μεταφέρει πολεμικά τυφέκια, αυτόματα, πολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, χειροβομβίδες, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς και λοιπά είδη πολεμικού υλικού με διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργήματος ή με σκοπό τον παράνομο εφοδιασμό ομάδων, οργανώσεων, σωματείων ή ενώσεων προσώπων, τιμωρείται με κάθειρξη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερο από άλλη διάταξη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 45 του ΠΚ αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού", νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων και η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 104/2004 απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία) αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Στην Υπηρεσία Διώξεως Ναρκωτικών Ιωαννίνων είχε περιέλθει η πληροφορία ότι στις 26-9-2001, στην περιοχή .....της Κόνιτσας, θα γινόταν παράδοση-παραλαβή ναρκωτικών ουσιών και όπλων προς μεταφορά τους στο εσωτερικό της χώρας. Κατόπιν αυτού τα αστυνομικά όργανα της εν λόγω Υπηρεσίας έθεσαν υπό παρακολούθηση τη συγκεκριμένη περιοχή και περί ώρα 04,00 της ως άνω χρονολογίας εντόπισαν δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα να κινούνται στην εθνική οδό Ιωαννίνων-Κόνιτσας, το ένα πίσω από το άλλο εναλλάξ, τα οποία στο ύψος του χωριού ...., βγήκαν από την εθνική οδό και κατευθύνθηκαν προς ...., για να επανέλθουν και πάλι στην εθνική οδό μετά από πέντε λεπτά και να κινηθούν προς Ιωάννινα με την ίδια ως άνω διάταξη. Περί ώρα 05,10 της αυτής χρονολογίας και ενώ τα αυτοκίνητα αυτά είχαν φθάσει στο .... των Ιωαννίνων τα ανωτέρω αστυνομικά όργανα τα σταμάτησαν και τα ήλεγξαν. Στο εξ αυτών με αριθμό κυκλοφορίας ..... τύπου VW Golf, ο οδηγός του οποίου μάλιστα 2ος κατηγορούμενος Χ2 προσπάθησε να διαφύγει με συνέπεια να εκτραπεί σε παρακείμενο χαντάκι, βρέθηκαν δύο σάκκοι ταξειδίου που περιείχαν τα εξής ναρκωτικά και όπλα, ήτοι: α) 13 κιλά και 200 γραμμάρια κατηργασμένη ινδική κάνναβη, συσκευασμένη σε 61 δέματα, β) 1 κιλό και 10 γραμμάρια ηρωΪνη, συσκευασμένη σε δύο δέματα τυλιγμένα με νάϋλον, γ) 33 κιλά και 500 γραμμάρια ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συσκευασμένη σε 16 δέματα τυλιγμένα σε νάϋλον, δ) 20 χειροβομβίδες, ε) 29 ηλεκτρικούς πυροκροτητές, στ) 16 κοινούς πυροκροτητές, ζ) ένα πιστόλι κινέζικης προελεύσεως με αριθμό ..... με γεμιστήρα και εντός αυτού 7 φυσίγγια. Στο δεύτερο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...., το οποίο οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος Χ1, τύπου HONDA, δεν βρέθηκαν ναρκωτικά ή όπλα. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι κατηγορούμενοι είναι αδέλφια, κάτοικο .... Αττικής, απ' όπου ταξίδεψαν προς .....Κόνιτσας για να παραλάβουν και να μεταφέρουν τα ανωτέρω ναρκωτικά και όπλα, τη φυσική εξουσία των οποίων απέκτησαν με κοινό δόλο από αγνώστους και με κοινό ομοίως δόλο τα τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο του πρώτου για λογαριασμό και των δύο, προκειμένου να μετακομισθούν εντός της Ελληνικής Επικράτειας και να κυκλοφορήσουν σε τρίτους. Ο 2ος κατηγορούμενος, ειδικότερα, παρότι τα άνω ναρκωτικά και όπλα τοποθετήθηκαν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος, είχε τη δυνατότητα να ελέγχει και να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξή τους, αφού παρακολουθούσε και επέβλεπε την πορεία του ετέρου αυτοκινήτου και, ακόμη, μπορούσε κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει, όπως ακριβώς και ο 1ος κατηγορούμενος, αμφότεροι δε είχαν σκοπό, ως προς τα όπλα, να τα διαθέσουν σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων περί τοξικομανίας τούτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών προς διάθεση σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων κατά συναυτουργία και επέβαλε στον καθένα ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών και ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών για τις πράξεις της κατοχής και μεταφοράς όπλων και πυρομαχικών, ενώ καθόρισε τη συνολική εκτιτέα απ' αυτούς ποινή σε κάθειρξη 13 ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περοαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ. 1 ΠΚ, 4 παρ. 1, 3 πιν.Δ αρ. 5 και 6, 5 παρ. 1 στοιχ. ζ' του ν. 1729/1987 όπως το άρθρο 5 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 και 1 παρ. 1α' και 16 του ν. 2168/1993. Ακόμη αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την εξαχθείσα κρίση του χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα απ' αυτά και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς ασάφεια και αντιφάσεις τα περιστατικά της συμμετοχικής δράσης των κατηγορουμένων στην τέλεση των πιο πάνω εγκλημάτων και της φυσικής εξουσίασης τόσο των ως άνω ναρκωτικών ουσιών κατά την προαναφερθείσα έννοια, μπορώντας να τις διαθέσουν σε τρίτους, όπου ήταν ο σκοπός τους, όσο και των όπλων και πυρομαχικών, σκοπός των οποίων επίσης ήταν να τα διαθέσουν σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων. Σημειώνεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει μόνο τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, όπως ισχυρίζονται αντιθέτως οι αναιρεσείοντες, αλλά με σαφήνεια αναφέρονται, όπως προαναφέρθηκε, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ενοχή αυτών, για τις αποδιδόμενες σ' αυτούς πιο πάνω αξιόποινες πράξεις. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' μοναδικός λόγος αναιρέσεως των κρινομένων αιτήσεων, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου οι υπό την επίκληση του ως άνω λόγου προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ως αναγόμενες στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 6 Απριλίου 2005 αιτήσεις (δηλώσεις) των 1) Χ2 και 2) Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 104/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και, Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για καθένα απ' αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 22 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ