ΑΡΙΘΜΟΣ 42/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου Ε. Θ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δελλαπόρτα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 828/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 188/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος υπόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Εάν όμως το παραπάνω αίτημα δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι "ο συνήγορος του απόντος κατηγορουμένου-εκκαλούντος, αφού πήρε το λόγο από τον Πρόεδρο υπέβαλε το παρακάτω αίτημα αναβολής: ο κατηγορούμενος έχει ασκήσει προσφυγή, έγινε δεκτή και για τυπικούς λόγους τον ξανακάλεσε η ΔΟΥ. Η ΔΟΥ μέχρι σήμερα δεν έχει απαντήσει, θα είναι έτοιμο σε ένα μήνα. Για αυτό το λόγο ζητάμε μια σύντομη αναβολή για να συσχετίσουμε στη δικογραφία την απόφαση της ΔΟΥ". Με την ως άνω διατύπωση το αίτημα αναβολής της δίκης ήταν αόριστο, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να το θεμελιώνουν, ώστε να δικαιολογείται η αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις και ειδικότερα κατά ποιας πράξεως της αρμόδιας ΔΟΥ ο κατηγορούμενος άσκησε προσφυγή, προκειμένου να διακριβωθεί εάν το ένδικο μέσο της προσφυγής συνέχεται με την κατηγορία και εντεύθεν δικαιολογείται η αναβολή της δίκης, ούτε και με ποια απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου έγινε δεκτή η ασκηθείσα προσφυγή. Επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του αορίστου αυτού αιτήματος, απάντησε, όμως, ως εκ περισσού, με την εξής αιτιολογία: "το υποβληθέν αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί ο αιτών - κατηγορούμενος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα του ουσιαστικού περιεχομένου της αίτησης υποβολής". Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι προσκόμισε στο δικαστήριο και αναγνώστηκε το 8912/15/11/2011 έγγραφο της ΔΟΥ Αργοστολίου καθώς και την 1953/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών που αποδείκνυε τη βασιμότητα του αιτήματος αναβολής, είναι αβάσιμη, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), σαφώς προκύπτει ότι δεν προσκομίστηκαν, ούτε αναγνώστηκαν τέτοια έγγραφα. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κεφαλληνίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 828/2011 απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης εικονικών τιμολογίων, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 24 μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν κατά το κατηγορητήριο αξιόποινη πράξη. Ειδικότερα ότι στο ... κατά την 10η Νοεμβρίου 2004 με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 19§1β, 4 του ν. 2523/1997 [ΦΕΚ Α', 179/19.9.1997] όπως τροποπ. με το άρθρο 40§1 του ν.3220/2004 και συγκεκριμένα όντας εκπρόσωπος της ανώνυμης τεχνικής βιομηχανικής και τουριστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΣ ΑΤΕ" σε έλεγχο που έγινε στην επιχείρησή του αυτή από τους αρμοδίους προς τούτο υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δυτικής Ελλάδος, για τη φορολογική περίοδο του έτους 2004, διαπιστώθηκε ότι είχε προβεί σε έκδοση εικονικών τιμολογίων πώλησης αγαθών, ενώ γνώριζε ότι αυτά είναι εικονικά, τα οποία και καταχώρησε στις σελίδες 10η και 11η του βιβλίου (Γενικού Ημερολογίου) της επιχείρησής του και στην καρτέλα του φερόμενου ως αποδέκτη (πελάτη) του, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Ειδικότερα εξέδωσε τα εξής εικονικά τιμολόγια με αποδέκτη τον Κ. Ι. του Κ., αρχιτέκτονα μηχανικό, ιδιοκτήτη της επιχείρησης ενοικιαζομένων δωματίων, που εδρεύει στην περιοχή ... και δη: 1] το υπ' αριθ. 190/10-12-2004 τιμολόγιο αξίας 42.210 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσού 7.597,80 ευρώ και 2] το υπ' αριθ. 191/10-12-2004 αξίας 42.259, 72 ευρώ πλέον ΦΠΑ ποσού 7.606,75 ευρώ, συνολικής αξίας 84.469,72 ευρώ, τα οποία αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους, δεδομένου ότι αναφέρονται σε τιμολόγια αγοράς διαφόρων υλικών, η διακίνηση των οποίων δεν αποδεικνύεται για τις περιοχές ... και ..., σύμφωνα με την από 20-12-2006 Έκθεση Ελέγχου της άνω υπηρεσίας (ΥΠΕΕ). Αυτός δε (κατηγορούμενος) προέβης την ανωτέρω πράξη του, εξακολουθητικώς κατ' άρθρο 98 ΠΚ, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης και τη μη απόδοση στο Δημόσιο του αναλογούντος ΦΠΑ". Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κατ' εξακολούθηση έκδοσης εικονικών τιμολογίων, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έρχονται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, κατ' επίφαση, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2/1/2012 αίτηση του Ε. Θ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 828/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ