Αριθμός 785/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Βασιλόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ζ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ουρανίας Θεοδωροπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1/9/2005 και 27/6/2005 αντίθετες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 788/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2619/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/2/2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28/3/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε τον Νοέμβριο του έτους 1995 προσελήφθη ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) από την εναγομένη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα), νομίμως εκπροσωπούμενη, για να εργασθεί ως ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων στην επιχείρηση επισκευής και εμπορίας αυτοκινήτων που διατηρεί αυτή στο ..., προσέφερε δε τις υπηρεσίες του με την ανωτέρω ιδιότητα μέχρι την 17-9-2004, οπότε απεχώρησε οικειοθελώς από την ως άνω επιχείρηση, ενώ ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ανήρχετο στο ποσό των 800 ευρώ. Απεδείχθη περαιτέρω ότι η εναγομένη μετά το πέρας της εργασίας των μισθωτών της ανέθετε σε μερικούς εξ αυτών, μεταξύ των οποίων και στον ενάγοντα την οδήγηση αυτοκινήτων πελατών της, των οποίων είχε ολοκληρωθεί η επισκευή, προκειμένου να δοκιμάσουν την λειτουργία τους, αλλά και για εξοικονόμηση χώρων στάθμευσης στο κατάστημά της. Έτσι την 23-1-2004 και ώρα 17.00 η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα μετά το πέρας της εργασίας του να οδηγήσει το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο εργοστασίου AUDI ΤΥΠΟΥ …ιδιοκτησίας πελάτη αυτής, μέχρι την οικία του στην ... και να το επιστρέψει την επομένη ημέρα κατά την έναρξη της εργασίας του. Την 24-1-2004 και ώρα 12.00 νυκτερινή ο ενάγων οδηγώντας το ανωτέρω αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν και δύο φιλικά του άτομα και βαίνοντας στη λεωφόρο Αθηνών-Σουνίου στην περιοχή Βουλιαγμένης και στο ύψος της 26,3 χιλιομ. θέσης αυτής από αμέλειά του, δεδομένου ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε στις προστατευτικές κολώνες της αριστερής πλευράς, ακολούθως δε εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου ακινητοποιήθηκε με αποτέλεσμα το ως άνω αυτοκίνητο να υποστεί σοβαρές ζημιές, σε βαθμό ώστε να καθίσταται οικονομικά ασύμφορη η επισκευή του. Η αξία του εν λόγω αυτοκινήτου κρίνεται ότι ανήρχετο προ του ατυχήματος στο ποσό των 8.000 ευρώ, τούτο δε ενόψει της παλαιότητας του ως εκ του χρόνου της κυκλοφορίας αυτού (1994). Το ανωτέρω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος-εναγομένου, ήδη εφεσίβλητου, ο οποίος ουδέποτε αμφισβήτησε αυτή, ενώ ουδόλως απεδείχθη ότι η εναγομένη είχε αποδεχθεί έναντι των εργαζομένων της - προστηθέντων την ευθύνη καλύψεως της ζημίας που θα προκαλούσαν αυτοί στα αυτοκίνητα των πελατών της, πέραν του ότι εν προκειμένω ο ενάγων-εφεσίβλητος ενήργησε εκτός των ορίων της εντολής που του εδόθη και εκινείτο με το ανωτέρω αυτοκίνητο σε περιοχή που δεν είχε σχέση με την ως άνω εντολή. Απεδείχθη επίσης ότι, επειδή ο ενάγων δεν διέθετε το απαιτούμενο για την αντικατάσταση του προαναφερθέντος αυτοκινήτου χρηματικό ποσό, συμφώνησε με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, Ν. Τ., να γίνεται παρακράτηση του μισθού του προκειμένου να καλυφθεί το ως άνω ποσό με τον τρόπο αυτό. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής η εναγομένη παρεκράτησε τους μισθούς του ενάγοντος των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004...... κατόπιν τούτων απορριπτέα τυγχάνει ως αβάσιμη η αγωγή της εναγομένης με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 18.862,52 ευρώ κατά το οποίο, όπως ισχυρίζεται ζημιώθηκε από την ως άνω σύγκρουση του εν λόγω αυτοκινήτου, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε η εκκαλουμένη με διαφορετικές αιτιολογίες, αντικαθιστάμενες πάντως από τις αιτιολογίες της παρούσας. Σύμφωνα με το άρθρο 664 εδ. α' ΑΚ, "ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό με απαίτηση του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απόλυτα αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειας του". Το απόλυτα αναγκαίο μέρος του μισθού θα το κρίνει ο δικαστής, με βάση την αρχή της καλής πίστης και τις ειδικές περιστάσεις (κοινωνική θέση, μέλη της οικογένειας, άλλα εισοδήματα του εργαζομένου κ.α.) ........ Εν προκειμένω, η εναγομένη εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της, επαναφέροντας τον πρωτοδίκως προταθέντα σχετικό ισχυρισμό αυτής επικαλείται την προαναφερθείσα συμφωνία αυτής και του ενάγοντος περί συμψηφισμού των αποδοχών του των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004, προκειμένου δια του τρόπου αυτού να καλυφθεί η ζημία, την οποία αυτή υπέστη από τις προκληθείσες εξ αμελείας του ενάγοντος ζημίες του ως άνω αυτοκινήτου, κατά τα προεκτεθέντα, αφού, όπως απεδείχθη λόγω της μη δυνατότητας επισκευής αυτού, αυτή μεταβίβασε στην πελάτιδά της και ιδιοκτήτρια αυτού άλλο αυτοκίνητο ιδίου τύπου και εργοστασίου κατασκευής και της αυτής επίσης παλαιότητας. Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, κατά τα προεκτεθέντα, αφού στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση τις αρχές της καλής πίστης και τις ειδικές περιστάσεις, δεδομένου ότι, ενόψει και του ότι ο ενάγων, γεννηθείς το έτος 1978 και ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο 26 ετών, άγαμος, δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις και διατηρούσε και δεύτερη εργασία, εργαζόμενος τις νυκτερινές ώρες σε κατάστημα ανθοπωλείου......, δεν κρίνεται ότι ο μισθός αυτού (ενάγοντος) κατά το προαναφερθέν διάστημα των τριών μηνών (Ιανουάριος Φεβρουάριος και Μάρτιος 2004) ήταν απόλυτα αναγκαίος για τη διατροφή του. Συνεπώς έσφαλε η εκκαλουμένη η οποία απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης. Απεδείχθη περαιτέρω ότι η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του των μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου 2004, δώρο Πάσχα 2004 και επίδομα αδείας 2004, τούτο δε προκύπτει από τις προσαγόμενες σχετικές αποδείξεις πληρωμής αυτού. Και ισχυρίζεται ο ενάγων ότι εκτός από τις αποδοχές του μηνός Απριλίου και το δώρο Πάσχα 2004 δεν κατεβλήθησαν σ' αυτόν οι αποδοχές των λοιπών ως άνω μηνών, οι δε φερόμενες υπογραφές του στις σχετικές αποδείξεις πληρωμής είναι πλαστές. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν κρίνονται βάσιμοι, δεδομένου ότι δεν προκύπτουν ούτε ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αντιθέτως δε σύμφωνα με την από 20-2-2007 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της γραφολόγου Χ. Κ. - Π., που διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη κατ' εντολήν της εναγομένης, νομίμως εκπροσωπούμενης, οι υπογραφές επί των ως άνω σχετικών αποδείξεων-ενταλμάτων πληρωμής της εναγομένης, "είναι γνήσιες δηλαδή έχουν τεθεί με το χέρι του ενάγοντος". Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσής της η εκκαλούσα. Ακολούθως, απεδείχθη ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του του διαστήματος από 1-9-2004 έως 17-9-2004 ποσού 472,68 ευρώ (13 ημ Χ 36,36 ευρώ) καθώς και αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 524,31 ευρώ (14,42 ημ Χ 36,36 ευρώ) (ΥΑ. 9040/81 Υπουρ. Οικον. και Εργασίας (ΣΑΣΔ 1998 σελ. 359). Δικαιούται δηλαδή αυτός συνολικά από τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 997 ευρώ νομιμοτόκως, αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διακρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να δικασθεί κατ' ουσίαν (ΚΠολΔ 535 παρ. 1). Ακολούθως, σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν πρέπει αφού απορριφθεί ως αβάσιμη η από 1-9-2005 αγωγή της εναγομένης να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η από 27-6-2005 αγωγή του ενάγοντος κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό...". Με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στο σκεπτικό αυτής δεν εμπεριέχονται καθόλου αιτιολογίες, άλλως και σε κάθε περίπτωση διαλαμβάνονται ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, ότι η αξία του αυτοκινήτου ανήρχετο προ του ατυχήματος στο ποσό των 8.000 ευρώ, ότι ο αναιρεσίβλητος συμφώνησε με τον νόμιμο εκπρόσωπο της να γίνεται παρακράτηση του μισθού του, προκειμένου να καλυφθεί με τον τρόπο αυτό το ποσό των 8.000 ευρώ, κατά το οποίο την ζημίωσε παρόλ' αυτά, απέρριψε την αγωγή της "χωρίς περαιτέρω καμία αιτιολογία, άλλως με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, παρότι το ποσό των 8000 ευρώ που την ζημίωσε ο αναιρεσίβλητος δεν έχει καλυφθεί με τον συμψηφισμό των δεδουλευμένων αποδοχών του μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004, ήτοι συνολικού ποσού 800 Ε Χ 3 =2400 ευρώ". Οι πιο πάνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η ζημία για την καταστροφή του αυτοκινήτου θα καλυπτόταν από την παρακράτηση των μισθών του αναιρεσίβλητου εργαζόμενου μόνο των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004,ανεξάρτητα από το ύψος της αξίας του καταστραφέντος αυτοκινήτου, που όπως δέχθηκε η απόφαση ανερχόταν στο ποσό των 8.000 ευρώ. Αυτό σαφώς προκύπτει και από τις διαλαμβανόμενες αιτιολογίες ως προς τη νομιμότητα της συμφωνία αυτής περί συμψηφισμού των αποδοχών του ενάγοντος, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, η οποία επανάφερε τον πρωτοδίκως προταθέντα σχετικό ισχυρισμό της επικαλούμενη "την προαναφερθείσα συμφωνία αυτής και του ενάγοντος περί συμψηφισμού των αποδοχών του των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004, προκειμένου δια του τρόπου αυτού να καλυφθεί η ζημία, την οποία αυτή υπέστη από τις προκληθείσες εξ αμελείας του ενάγοντος ζημίες του ως άνω αυτοκινήτου....". Το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν αφορούσε και τις λοιπές αποδοχές του μισθωτού αναρεσιβλήτου, ενισχύεται και από το ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα κατέβαλε τους μισθούς των επομένων μηνών ( Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου). Συνεπώς το Εφετείο με το να δεχθεί ότι με την πιο πάνω συμφωνία συμψηφισμού και με την σε εκτέλεση αυτής παρακράτηση από την αναιρεσείουσα των τριών μηνιαίων μισθών που συμφωνήθηκαν, αποσβέστηκε η αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας για την προσγενόμενη σε αυτή ζημία από την από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου καταστροφή του πιο πάνω αυτοκινήτου, δεν διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγο αναιρέσεως με τις αντίθετες αιτιάσεις είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 535 ΚΠολΔ το Εφετείο μετά την εξαφάνιση, κατ' αποδοχήν ως βασίμου λόγου εφέσεως, της πρωτόδικης απόφασης, δικάζει εξ υπαρχής την αγωγή και αποφασίζει για όλα τα ζητήματα που υποβλήθηκαν παραδεκτώς και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτέλεσε κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης κλπ. "Αδίκαστη" δε θεωρείται ότι έμεινε η αίτηση όταν στο αίτημα αυτό δεν αποφάνθηκε το δικαστήριο στο διατακτικό ή στις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού. (ΑΠ 42/2007). Συνεπώς η ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου προϋποθέτει παντελή σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, επί αυτοτελούς αιτήσεως του διαδίκου (ΑΠ 1347/06). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστη την αγωγή της, αφού, όπως αιτιάται, το Εφετείο στο σκεπτικό μεν της αναιρεσιβαλομένης απόφασης αναφέρει, ότι απορριπτέα τυγχάνει ως αβάσιμη η από 1.9.2005 αγωγή της, εντούτοις, όπως κατά λέξη αναφέρει η αναιρεσείουσα, "παρόλο που δέχτηκε την υπό κρίση έφεση μας τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κράτησε την υπόθεση για να την δικάσει κατ' ουσίαν, δέχτηκε μόνο την από 27.6.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή, παρέλειψε ωστόσο να αποφανθεί επί της αγωγής, αφού στο διατακτικό του ουδέν αναφέρει περί αυτής". Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού, η αγωγή της απορρίφθηκε ρητώς με τις έχουσες προσόντα διατακτικού πιο πάνω αναφερόμενες αιτιολογίες της απόφασης. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν (ΑΠ 126/07, ΑΠ 1930/08). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ,όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι "απεδείχθη ότι η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για .... αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 524,31 ευρώ (14,42 ημ Χ 36,36 ευρώ)". Ο ενάγων, όμως, είχε ζητήσει με την αγωγή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, το ποσό των 503,30 ευρώ ( 13,84 ημ. Χ 36,36 δρχ) για την εν λόγω αιτία (ποσό που του επιδικάστηκε και με την πρωτόδικη απόφαση). και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε σ' αυτόν περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με την από 27-6-2005 αγωγή του, για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2004. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). H δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί κατά ένα μέρος εις βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της μερικής του ήττας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 2619/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ