Αριθμός 702/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατίνα-Μαρία Στεφάνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15ΤΜ/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 30-8-2015 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο 26-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 91/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου, ανέγνωσε την από 19-5-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 30.8.2015 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 141/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 15ΤΜ /2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ), δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες γαίες (εραζίτ μετρουκέ) και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ). Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης Ραμαζάν και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ΟθΝπΓαιών). Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών. Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους". Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 27/2019). Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ 241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019). Για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1937, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο". Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1,23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 974/2008). Περαιτέρω, επί δημοσίων κτημάτων όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά, εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β. Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά, υπό τις στο άρθρο 3 του εν λόγω Β. Δ/τος προϋποθέσεις ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη, με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 17 της 48 Πανδ. (41.3), ν.3 Πανδ.(41.10) της ν. 109 Πανδ. (50.16), καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της ιδικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ. και τις διατάξεις του ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (41.3), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), ν.2 Κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις" επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του άνω νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ.9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και τη 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν. ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" διατηρηθέντων σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 ΕισΝ αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά. Τα αυτά ίσχυαν και επί των ελών και βαλτωδών γαιών, που σύμφωνα με το Β Δ. 18 της 30-11-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών" ανήκαν μεν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και διοικούνταν και διαχειρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν αποτελούσαν δε πράγματα εκτός συναλλαγής και ήταν συνεπώς επιτρεπτή, κατά τα άνω εκτεθέντα και σ' αυτά η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά .Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22-4/18-5-1926, 60 του ν. ΣΟΖ'/1855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει,ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη, και από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915. Εξάλλου επί συμπληρωθείσης ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν. ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Επί πλέον, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό δηλαδή ;από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα (ΑΠ. 186/2018,193/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της τελεσίδικης 141/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Με το υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου..., που μεταγράφηκε νόμιμα ... περιήλθαν στον Δ. Σ. του Κ., τα περιγραφόμενα ακίνητα (κτηματικές ομάδες) κείμενα στην περιφέρεια της τότε Κοινότητας Άνω Σύρου, μεταξύ των οποίων και "... 5ον μία κτηματική ομάδα, αποτελούμενη από μία σκληρή, ήτις άρχεται από τη θάλασσα (……..) την σκεπανή μεριά, από τη γέφυρα, το νταμάρι, ως και το χωράφι διηρημένο σε δύο τεμάχια, πλησιάζουσα νοτίως....φθάνοντας έως της ………… τα χωράφια, ως και το εν αυτή χωράφι το επονομαζόμενο ... διηρημένο σε πέντε σκάλας, εκτάσεως δε της άνω κτηματικής ομάδας εξήκοντα στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον", περιελθόντα στον δικαιοπάροχο του Κ. Σ. του Δ. "με έκτακτη χρησικτησία, νεμομένου και διακατέχοντος αυτά καλή τη πίστει, διανοία κυρίου, συνεχώς και ανεπιλήπτως επί χρόνο επέκεινα της τεσσαρακονταετίας...". Στη συνέχεια ο ανωτέρω Δ. Σ. από την άνω κτηματική ομάδα (αγροτική) κείμενη στη θέση ... και ... της περιφέρειας ….. του Δήμου ….και περιγραφόμενη ως "αγροτικό κτήμα, ήτοι μία κτηματική ομάδα, εκ σκληρών και χωραφίων, περιτοιχισμένη, συνορευόμενη, με. .. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς, του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου... που μεταγράφηκε νόμιμα ... μεταβίβασε προς την κόρη του Ε. συζ. Γ. Τ., "διαιρετό τμήμα του άνω κτήματος, αποτελούμενο από χωράφια και σκληρή, συνολικής εκτάσεως 9.000 τ.μ., συνορευόμενο εκ δύο πλευρών με το υπόλοιπο κτήμα (το οποίο στη συνέχεια μεταβιβάστηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο προς τους Μ. Ρ. και Κ. Ρ. και με έτερο περιτοιχισμένο εκ τριών πλευρών κτήμα (σκληρή) του ιδίου δωρητή (περιελθόν σ'αυτόν με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) και ήδη Μ. Ρ.( με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο) και εκ των ετέρων πλευρών με δημοτικές οδούς (ατραπούς), εμφαινόμενο ... ". Επισημαίνεται δε ότι τα εναπομείναντα στον ανωτέρω (Δ. Σ.) τμήματα του εν λόγω ακινήτου ... πουλήθηκαν απ'αυτόν, με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο .... που μεταγράφηκε νόμιμα προς τον Μ. Ρ. και τη σύζυγο του Κ. Μ. Ρ. και ειδικότερα: "ένα τμήμα διηρημένως και κατ' ισομοιρία, συνολικού εμβαδού 88.000 τμ., ήτοι το υπό στοιχεία ... (80.000 τμ) και 2) ένα τμήμα καλλιεργήσιμο, ως εμφαίνεται υπό τα αλφαβητικά στοιχεία ... (8.000 τ.μ.) συνορευόμενο.... Από αυτούς δε στη συνέχεια, αφού κατατμήθηκε σε τρία τμήματα πουλήθηκε με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το Ιβ τμήμα, το οποίο συνορεύει νότια εν μέρει με την ιδιοκτησία Ε. Τ., προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Η ανωτέρω Ε. συζ. Γ. Τ., μητέρα του ενάγοντος με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Ευαγγελίας Σοφικιτού, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, με αριθμό ... μεταβίβασε προς αυτόν, εκ του ως άνω περιελθόντος σε αυτή "αγροτεμαχίου, με ΚΑΕΚ ... περίφρακτου, χωρίς κτίσματα, εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικιστικού ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), άρτιου και οικοδομήσιμου, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία του οικείου κτηματολογικού φύλλου, του τηρούμενου στο Κτηματολογικό Γραφείο Σύρου, έχει εμβαδόν 9.488 τμ, σύμφωνα δε με πρόσφατη ακριβή καταμέτρηση του μηχανικού.... έχει εμβαδό 9.456 τμ και απεικονίζεται περιμετρικά ... διαιρετό τμήμα, άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 5.276 τμ, που καταλαμβάνει το ανατολικό και εν μέρει νότιο τμήμα του όλου ακινήτου ...συνορεύον γύρωθεν... Το εναπομείναν διαιρετό, άρτιο και οικοδομήσιμο υπό στοιχείο (I) τμήμα του άνω αγροτεμαχίου η μητέρα του ενάγοντος το μεταβίβασε προς τον αδελφό του Γ. Τ. Θέλοντας οι ανωτέρω να οικοδομήσουν αντίστοιχα επί των άνω ακινήτων τους, υπέβαλαν προς τη Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων, αίτηση για το χαρακτηρισμό της άλλοτε ενιαίας εκτάσεως εμβαδού 9.460 τμ, ως αγροτικής. Επί της αιτήσεως αυτής, μετά από διενέργεια αυτοψίας, στις 13-5- 2008, και ερμηνεία των σχετικών αεροφωτογραφιών... εκδόθηκε η με αριθ. Πρωτ. 3427/22-5-2008 Πράξη Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων, με την οποία κρίθηκε ότι " από την εν λόγω έκταση, εμβαδού 9.456 τμ., που βρίσκεται στηθέση "..." Δήμου Άνω Σύρου, όπως απεικονίζεται στο από 10° /2007 τοπογραφικό διάγραμμα, του μηχανικού Δ. Μ., που συνοδεύει την άνω Πράξη: 1. Τμήμα της, εμβαδού 7.463 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με καφέ περίγραμμα στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, διότι είναι αγροτικής μορφής (εγκ/νος αγρός), με αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής (περιμετρική ξερολιθιά, ίχνη βαθμίδων, μέτρια κλίση, βάθος εδάφους καλό) τόσο κατά το παρελθόν, όσο και σήμερα, εμπίπτουσα έτσι στις διατάξεις της παρ. 6α, του άρθρου 3 του Ν. 998/79. 2. Το υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 1.993 τμ, το οποίο αποτυπώνεται με κίτρινο περίγραμμα στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1-5, άρθρου 3 του Ν. 998/79, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το Ν. 3208/2003, γιατί είναι χορτολιβαδικής μορφής (με αραιή χαμηλή χορτολιβαδική- φρυγανώδη βλάστηση, βραχισμοί κατά θέσεις, έδαφος αβαθές), χωρίς να αναγνωρίζονται ούτε σήμερα ούτε κατά το παρελθόν στοιχεία αγροτικής καλλιέργειας, εμπίπτουσα έτσι στις διατάξεις της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/79". Στην επισυναπτόμενη δε στην Πράξη αυτή έκθεση αυτοψίας αναφέρεται ότι, "πρόκειται για έκταση που οριοθετείται περιμετρικά με ξερολιθιά, τμήμα της έκτασης με βαθμίδες και πλατώματα, βάθος καλό, κλίση ήπια - μέτρια, τμήμα της έκτασης χωρίς ίχνη αγροτικής δραστηριότητας, χαμηλή χορτολιβαδική βλάστηση και η ευρύτερη περιοχή είναι μικτής μορφής". Το εν λόγω τμήμα που χαρακτηρίσθηκε ως χορτολιβαδική έκταση, εμπίπτει όλο στο διαιρετό τμήμα που περιήλθε ως άνω στον ενάγοντα .... συνορεύει δε ... νότια - νοτιοδυτικά με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος, που χαρακτηρίσθηκε ως αγροτική έκταση. Όμως, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του επιδίκου ως χορτολιβαδικής έκτασης, αυτό ανήκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης στον ενάγοντα - εφεσίβλητο, κατά κυριότητα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους του, όπως προκύπτει από τους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης. Μάλιστα, στους ανωτέρω τίτλους κτήσης, αναφέρεται σαφώς η θέση αυτού και δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες αποκλίσεις ως προς την έκταση του ακινήτου... αλλά και ως προς τους όμορους ιδιοκτήτες. Τούτο προκύπτει και από τη σύγκριση του τίτλου του ενάγοντος (υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής) όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω διαιρετό τμήμα, εμβαδού 5.276 τμ., που καταλαμβάνει το ανατολικό και εν μέρει νότιο τμήμα του όλου ακινήτου και απεικονίζεται... συνορεύει γύρωθεν: από βόρεια, επί πλευρών 5-6, μήκους 29,45 μ και 7-8, μήκους 26,02 μ. με ιδιοκτησία πρώην Μ. και Κ. Ρ. και ήδη της ανώνυμης εταιρίας, με το διακριτικό τίτλο "..." (ΚΑΕΚ ...) και από δυτικά, επί πλευράς 15-16, μήκους 26,63μ., με αγροτική οδό μεταβλητού πλάτους (ΚΑΕΚ ...), η οποία προϋπάρχει του έτους 1923, όπως προκύπτει από τις ... βεβαιώσεις του Άνω Δήμου Σύρου, επί πλευράς 6-7, μήκους 16,77μ. με ιδιοκτησία πρώην Μ. και Κ. Ρ. και ήδη της ανώνυμης εταιρίας, με το διακριτικό τίτλο "..." (ΚΑΕΚ ...) και στο υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με αγοράστρια την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", αναφέρεται ότι το ακίνητο συνορεύει... νότια... και επί πλευράς 21-22-23, μήκους 150,39 μ. με ιδιοκτησία, Ε. Τ., όπως και δυτικά... επί πλευράς 20-21, μήκους 56,83 μ. Περαιτέρω στους απώτερους ως άνω τίτλους των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, το όλο ακίνητο αναφέρεται ως περίκλειστο, όπως τούτο εμφαίνεται στο από Αυγούστου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα... το οποίο επισυνάπτεται στο υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς... και αναφέρεται και στο υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με συμβαλλόμενους τους, Δ. Σ. και Μ. Ρ., κάτι που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αντικατοπτρίζει και την υπάρχουσα σήμερα κατάσταση, δεδομένου ότι το όλο ακίνητο, μέρος του οποίου είναι και το επίδικο, ήταν πάντα σαφώς οριοθετημένο και περίκλειστο με ξερολιθιά και μεσοτοιχίες ... Άλλωστε και στην από 13-5-2008 έκθεση αυτοψίας, του δασοπόνου Π. Π., αναφέρεται ότι " πρόκειται για έκταση που οριοθετείται περιμετρικά με ξερολιθιά" ... Τέλος, στην υπ'αριθμ. 34/2007 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με εκκαλούν το Ελληνικό Δημόσιο και εφεσίβλητους τους όμορους συνιδιοκτήτες Α. Σ. και Ά. θυγ. Μ. Ρ., με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και έτσι κατέστη τελεσίδικη η υπ'αριθμ. 115 ΤΜ/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, αναφέρεται και ότι: "τα επίδικα δύο αγροτεμάχια είναι τμήματα μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 16.809 τμ. στη θέση ... ή ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ….Η μείζονα έκταση συνορεύει, βόρεια- βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ. (πρώην Δ. Σ.)... Η μείζονα αυτή έκταση, καθώς και η ευρύτερη περιοχή όμορων ιδιοκτησιών, έχει μικτή μορφή (αγροτική και χορτολιβαδική), η μείζονα δε έκταση περιβάλλεται με ξερολιθιά εκτός από τμήμα της βορειοανατολικής πλευράς της, που συνορεύει με την παραπάνω αγροτική οδό, πλάτους 3 μέτρων... Τα δύο επίδικα αγροτεμάχια ... βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της μείζονος εκτάσεως και συνορεύουν με την όμορη ιδιοκτησία της Ε. Τ.... " Ως εκ τούτου δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους, η οποία μάλιστα περιβάλλεται, σύμφωνα με τους τίτλους, από άλλες ιδιοκτησίες ιδιωτών και όχι από δημόσιες εκτάσεις. Εξάλλου, οι παρατηρούμενες αποκλίσεις που υφίστανται στο εμβαδόν του εν λόγω, ενιαίου αρχικά ακινήτου, ήτοι στο υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αναφέρεται "μία κτηματική ομάδα, αποτελούμενη από μία σκληρή, εκτάσεως εξήκοντα στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον", εκ της οποίας στη συνέχεια ο κύριος αυτής (Δ. Σ.) μεταβίβασε προς την κόρη του και δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ε. συζ. Γ. Τ., "διαιρετό τμήμα, αποτελούμενο από χωράφια και σκληρή, συνολικής εκτάσεως 9.000 τμ" και τα εναπομείναντα στον ανωτέρω (Δ. Σ.), τμήματα του εν λόγω ακινήτου και ειδικότερα "ένα διαιρετό τμήμα, συνολικού εμβαδού 88.000 τμ., ήτοι 1) το υπό στοιχεία ... (80.000 τμ) και 2) ένα τμήμα καλλιεργήσιμο, ως εμφαίνεται υπό τα αλφαβητικά στοιχεία ... (8.000 τμ) το μεταβίβασε κατ'ισομοιρία, με το υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο .... προς τον Μ. Ρ. και τη σύζυγο του Κ. Μ. Ρ., δεν ανατρέπουν τις παραπάνω παραδοχές, καθώς αφενός τα όρια του μείζονος ακινήτου παραμένουν σταθερά (λόγω και της ύπαρξης ξερολιθιάς) και αφετέρου οι αποκλίσεις αυτές αποδίδονται στην προφανή έλλειψη ακριβούς τοπογραφικής επιμέτρησης κατά το χρόνο σύνταξης του αρχικού συμβολαίου του έτους 1933, όπως τούτο προκύπτει και από την περιγραφή του εν λόγω ενιαίου ακινήτου, που γίνεται στο εν λόγω συμβόλαιο. Οι διαφοροποιήσεις αυτές ως προς την καταγραφόμενη συνολική επιφάνεια του ενιαίου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο τμήμα, δεν αλλοιώνουν την αδιάβλητη γεωμετρική ταυτότητά του, καθώς αυτή προκύπτει εναργώς και από τη θέση και ταυτοποίηση του έναντι των αναφερόμενων σε όλους τους τίτλους περιμετρικών ορίων. Εξάλλου, από το ότι η επίδικη έκταση είναι χέρσα, χωρίς να διακρίνονται στοιχεία διαχρονικής αγροτικής εκμετάλλευσης, όπως προέκυψε από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988, και γι'αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίστηκε και ως χορτολιβαδική, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντα, καθώς... σ'αυτούς το όλο ενιαίο ακίνητο χαρακτηρίζεται ως "μία κτηματική ομάδα αποτελούμενη εκ σκληρών και χωραφίων", ήτοι περιλαμβάνουσα καλλιεργήσιμα και μη τμήματα. Ειδικότερα... στον τίτλο κτήσεως της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος... υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο δωρεάς, περιγράφεται το όλο ενιαίο ακίνητο ως "αγροτικό κτήμα ήτοι μία κτηματική ομάδα, εκ σκληρών και χωραφίων, περιτοιχισμένη" και το περιελθόν σ'αυτή διαιρετό τμήμα ως "διαιρετό τμήμα του άνω κτήματος, αποτελούμενο από χωράφια και σκληρή, συνολικής εκτάσεως 9.000 τμ". Στη συνέχεια, κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με βάση την παραπάνω ακολουθία τίτλων ο ενάγων " κατέστη νόμιμα κύριος του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά του (αλλά και των δικαιοπαρόχων) του να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο..." και ότι "αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος - εφεσίβλητου, νεμήθηκαν διαδοχικά αρχικά την ενιαία έκταση (αρχικά ο Κ. Σ., γεωργοκτηματίας, "επί χρόνον επέκεινα της τεσσαρακονταετίας" και μέχρι 2-7-1933, οπότε το μεταβίβασε στον γιό του Δ. Σ., γεωργό, γεννηθέντα το έτος 1895 και αυτός μέχρι την 25-10-1978) και κατόπιν η δικαιοπάροχος του ενάγοντος το περιελθόν σ'αυτή διαιρετό τμήμα, μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο (ήτοι από 25-10-1978 και μέχρι 1-10-2007) με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ'ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτων και ιδίως του εναγομένου - εκκαλούντος, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ'αυτό τις διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1800 και μέχρι την 1-10-2007 ...οπότε το επίδικο μεταβιβάστηκε με γονική παροχή στον ενάγοντα ο οποίος συνέχισε να το νέμεται και να το κατέχει, με τον ίδιο τρόπο, όπως οι δικαιοπάροχοι του, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα, την ανεπίληπτη νομή των ως άνω δικαιοπαρόχων του και συγκεκριμένα επέβλεπαν και διαφύλατταν τα όρια της έκτασης, την καλλιεργούσαν και με παραχώρηση σε άλλους κατασκεύαζαν περιφράξεις και συντηρούσαν τις ήδη υπάρχουσες (ξερολιθιές), προέβησαν σε τοπογραφήσεις από το έτος 1978, σε δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές (Δ.Ο.Υ., Κτηματολογικό Γραφείο, Δ/νση Δασών κλπ). Το γεγονός ότι στο επίδικο τμήμα δεν υπήρχαν πρόσφατα ίχνη καλλιέργειας, λόγω της μορφής του, δεν αναιρεί την κρίση ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του, το κατείχαν και το νέμονταν με διανοία κυρίου, ασκώντας τις υπόλοιπες διακατοχικές πράξεις επ'αυτού... Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και πάντως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο της νομής των δικαιοπαρόχων του. Αντίθετα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο " δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο Κράτος κατά την Ελληνική Επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830). Σημειώνεται ότι, ... σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Σύρος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για τη κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες αποτελούνταν στο σύνολο τους <εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας>. .. Επίσης δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση δοθέν κυριότητας έγγραφο <εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας>, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο. Κατά συνέπεια τα ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο ούτε κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης. Συνεπώς ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση, βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, ...καθόσον είναι δυνατή σ'αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι 11-9-1915, όπως στην προκειμένη περίπτωση που το επίδικο νεμόταν ο Κ. Σ., τουλάχιστον από το έτος 1876, με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπο του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι της 11-9-1915. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 του Β Δ. 3/15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια φόρου κατά τα έτη 1833-1834" στην οποία ορίζεται ότι "όλα τα λιβάδια, δια την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει κάποιος να παρουσιάσει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως μέχρι τούδε στο Δημόσιο", σαφώς προκύπτει ότι η εφαρμογή της προϋποθέσει κυριότητα του Οθωμανικού κράτους κατά τους χρόνους πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας, διότι μόνο υπό καθεστώς τέτοιας κυριότητας μπορεί να γίνει λόγος για "ταπί", δηλαδή έγγραφο με το οποίο παρεχόταν σε ιδιώτη δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί δημοσίων γαιών κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274. Λαμβανομένου δε υπόψη του γεγονότος ότι στις Κυκλάδες οι εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδιωτικές και σε αυτές ίσχυε το καθεστώς πλήρους κυριότητας (μουλκιέτ) και δεν υπάγονταν στο Οθωμανικό Δημόσιο το οποίο δεν είχε ιδιαίτερα δικαιώματα σε αυτές, δεν ίσχυαν σε αυτές οι περί ταπίων διατάξεις. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του β.δ. 17/29 Νοεμβρίου 1836 περί δημοσίων δασών, εφόσον οι Τουρκικές αρχές μη έχοντας δικαιώματα στις περιοχές αυτές, δεν υπήρχε λόγος να εκδώσουν τίτλους εφόσον οι κάτοικοι τους μπορούσαν να διαθέσουν ελεύθερα τα κτήματά τους και με ιδιωτικά έγγραφα. Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Επίσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος, πριν και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21- 6/10-7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι...πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο..σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν περί γαιών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αυτού δεν καλλιεργήσει τούτον απ'ευθείας ή δι'εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος ...και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή ...πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζετο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απωτάτους) του ενάγοντος...". Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις παραδοχές: 1) ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο), εμβαδού 1.993τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του …….., περιήλθε ως τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.276 τ.μ, στην κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσβλήτου, από την αληθή κυρία Ε. συζ. Γ. Τ., το γένος Δ. Σ., μητέρα του, δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σύρου Ευαγγελίας Σοφικίτου νόμιμα μεταγεγραμμένου, 2) ότι στη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Ε. συζ. Γ. Τ. το εν λόγω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει, κατά πλήρη κυριότητα, με το ... νόμιμα μεταγραμμένο δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Μάρκου Προβελέγγιου από τον αληθή κύριο πατέρα της Δ. Σ. του Κ., στον οποίο είχε μεταβιβαστεί, σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση, λόγω πωλήσεως, με το ... νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Λουκά Καλαθάκη, από τον πατέρα του Κ. Σ., προπάππου του ενάγοντος, 3) ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του και ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν, ως κύριοι τη μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, τουλάχιστον από το έτος 1800, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, η οποία (μείζων εδαφική έκταση) ανέκαθεν ήταν ιδιωτική ιδιοκτησία, οριοθετημένη με ξηρολιθιά, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων την επέβλεπαν, την καλλιεργούσαν και συντηρούσαν την περίφραξη (ξηρολιθιά), 4) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον αυτό μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, τα οποία κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε (1821-1830), 5) ότι το επίδικο δεν είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά το έτος 1833, ούτε ποτέ νεμήθηκε τούτο το αναιρεσείον, 6) ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε κύριος στο επίδικο ακίνητο με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο αλλά και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και ότι σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε το επίδικο θεωρηθεί δημόσια γαία η κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου καταλύθηκε από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου οι οποίοι αδιάλειπτα, καλόπιστα και αδιατάρακτα νέμονταν τη μεγαλύτερη έκταση, τμήμα της οποίας αποτελεί, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας από το έτος, τουλάχιστον, 1800 και εφεξής συμπληρώνοντας 30 έτη καλόπιστης νομής στις 11.9.1915, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στις ως άνω συνθήκες των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν. της 21.6/3.7. 1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του Β Δ. της 15.12.1833 " περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" και του Ν. 21-6/10.7.1937, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, εφόσον το επίδικο ακίνητο αποτελούν τμήμα μείζονος ακινήτου, ήταν ανέκαθεν ιδιωτική γαία "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκε δηλαδή πριν από το 1821 στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι νέμονταν αυτό αδιαλείπτως ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1800, και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους, κατά την εκτίμησή τους, το αναιρεσείον υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 559, αιτιάται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου Επιπροσθέτως με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια των αριθμών 19 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενο ειδικότερα ότι το Εφετείο κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/3.7.1837 με το οποίο καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο σχετικός ισχυρισμός (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί του ότι πριν από το έτος 1837, χρόνο έναρξης του πιο πάνω νόμου, στο επίδικο δεν είχε δικαίωμα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ήταν αδέσποτο και ως τέτοιο περιήλθε στην κυριότητά του, απορρίφθηκε ως αόριστος, οι δε περαιτέρω αιτιολογίες για το αβάσιμο της εν λόγω ένστασης είναι αλυσιτελείς ως πλεοναστικές και δεν ασκούν επιρροή στο διατακτικό της. Εξάλλου, με την απόρριψη ως αόριστου του επίμαχου ισχυρισμού, δεν παραβιάσθηκε ο ως άνω κανόνας δικαίου, και το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το αναιρεσείον βαρυνόταν με την επίκληση των πραγματικών περιστατικών, που καθιστούσαν το επίδικο αδέσποτο, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε, αρκεσθέν στη διατύπωση του νόμου, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 2191/2013). Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα, μέμφεται το Εφετείο ότι παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 51 και 64 Εισ.ΝΑΚ, τις διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 1 κωδ (7.31), 7 παρ. 1,2 (κωδ 7.39), 14 κωδ. (11.61) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή, στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, των προϋποθέσεων της κτήσης κυριότητας στο επίδικο με χρησικτησία, κατά τις ως άνω διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος, ώστε να μπορεί να γίνεται επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου, με χρησικτησία 3οετή μέχρι την 11.9.1915, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 117/2020), είναι δε πλεοναστικές και δεν στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, οι διαλαμβανόμενες σε αυτήν σχετικές με την, σε κάθε περίπτωση, κτήση κυριότητας επί του επιδίκου με χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ. Συνακόλουθα με τα παραπάνω εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 30.8.2015 ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 141/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.8.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 141/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ