Αριθμός 45/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, που ανεκάλεσε την από 19-9-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 2. εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Χ. ΑΤΕΕ - Τουριστικές και Εμπορικές Επιχειρήσεις", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Γκάριλα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας. Εκδόθηκε η 9/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-5-2009 αίτησή του και με τους από 19-3-2012 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των άρθρων 670 έως 673 και 675 έως 676 ΚΠολΔ υπ' αριθ. 9/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, με την οποία απορρίφθηκε η από 1-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε, κυρίως, να αναγνωριστεί, για τους αναφερόμενους λόγους, η ανυπαρξία της υπ'αριθ.1/2008 διαιτητικής απόφασης, που εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ αυτού και των ήδη αναιρεσιβλήτων από σύμβαση έργου και, επικουρικώς, να ακυρωθεί εν όλω η εν λόγω διαιτητική απόφαση για τους επικαλούμενους λόγους. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 264 ΚΠολΔ, αν η διαφορά υπάγεται σε διαιτησία, το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία, διατηρούνται όμως οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής. Αν πάψει να ισχύει η συμφωνία της διαιτησίας, η υπόθεση επαναφέρεται με κλήση, κατά δε το άρθρο 263 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, κατά την πρώτη συζήτηση πρέπει να προτείνεται, με ποινή απαραδέκτου, η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν έχει συμφωνηθεί η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία και προταθεί κατά την πρώτη συζήτηση η σχετική ένσταση, το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση και πρέπει να παραπέμψει αυτήν στη διαιτησία, δηλαδή να παραπέμψει εκεί όλη τη διαφορά και όχι με-μονωμένα στοιχεία αυτής (π.χ. την αγωγή). Συνεπώς, μαζί με την αγωγή παραπέμπεται (υποχρεωτικά) στη διαιτησία και η ασκηθείσα ανταγωγή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθ.4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για τη διαιτησία ή ο νόμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι από τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 227/2003 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν να του πληρώσουν ως εργολαβική αμοιβή το ποσό των 154.168,4 ευρώ με το νόμιμο τόκο, καθώς και τον ανάλογο φόρο προστιθέμενης αξίας ποσού 27.750 ευρώ. Οι εναγόμενοι άσκησαν κατά του ενάγοντος (με τις προτάσεις τους) ανταγωγή και ζήτησαν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους αποδώσει το ποσό των 217.163,2 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι εισέπραξε ως εργολαβική αμοιβή χρηματικά ποσά μεγαλύτερα από την αξία του έργου που παρέδωσε. Το δικαστήριο, μετά από σχετική ένσταση των εναγομένων, δέχθηκε, ότι τα διάδικα μέρη είχαν συνομολογήσει στην επίδικη σύμβαση έργου εγγράφως έγκυρη ρήτρα περί διαιτησίας, που καταλάμβανε (και) τις διαφορές από την αγωγή και την ανταγωγή. Μετά από αυτά έκρινε ότι δεν έχει δικαιοδοσία να δικάσει την υπόθεση και την παρέπεμψε στη διαιτησία. Όπως, στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, (από την ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου της 19/2004 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας), προκύπτει ότι στη διαιτησία δεν παραπέμφθηκε μόνο η αγωγή του ενάγοντος, αλλά "η όλη υπόθεση, δηλαδή τόσο η αγωγή όσο και η με τις προτάσεις των εναγομένων ασκηθείσα ανταγωγή". Επομένως, ο διαιτητής δεν υπερέβη την εξουσία του, εκδικάζοντας και την ανταγωγή των εναγομένων, πράγμα, άλλωστε, για το οποίο ήταν υποχρεωμένος από το διατακτικό, αλληλοσυμπληρούμενο με το σκεπτικό, της προαναφερόμενης τελεσίδικης παραπεμπτικής απόφασης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι "εκδίκασε και δέχθηκε την ανταγωγή των αντιδίκων, καίτοι αυτή είχε ασκηθεί, επικουρικά, και γι' αυτό δεν παραπέμφθηκε στη διαιτησία από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ.4 ΚΠολΔ, αφού το διαιτητικό δικαστήριο, με το να επιληφθεί και της ανταγωγής των αναιρεσιβλήτων, η οποία, όπως πράγματι προκύπτει από την επισκόπηση της ανωτέρω τελεσίδικης (19/2004) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας (βλ.12η σελίδα), παραπέμφθηκε σ' αυτό μαζί με την αγωγή, δεν υπερέβη την εξουσία του. Όπως δε προαναφέρθηκε το ως άνω δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας) ήταν υποχρεωμένο, μετά την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, να παραπέμψει στη διαιτησία και την ανταγωγή, η άσκηση της οποίας, άλλωστε, δεν προκύπτει, από την επισκόπηση της εν λόγω απόφασης (19/2004), ότι τελούσε, υπό την αίρεση της απόρριψης της ένστασης περί διαιτησίας, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με την αίτηση αναίρεσης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 897 αριθ. 4 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι υπερέβη την εξουσία του δικάζοντας ανταγωγή, η οποία "δεν είχε ασκηθεί, διότι δεν πληρώθηκε ποτέ η ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της ένστασης διαιτησίας". 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.16α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση στη διαιτησία εξομοιώνεται με παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση και έτσι, κατ' ανάλογη εφαρμογή των ορισμών των άρθρων 513 παρ.1α και 553 παρ.1α ΚΠολΔ, μπορεί να προσβληθεί με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης. Όταν η απόφαση αυτή γίνει τελεσίδικη, παράγει δεδικασμένο περί του κύρους της συμφωνίας διαιτησίας (ΑΠ 738/2001), το οποίο δεσμεύει και τους διαιτητές, εκτός αν με τη συμφωνία περί διαιτησίας αυτοί (διαιτητές) είναι αποκλειστικά αρμόδιοι να κρίνουν περί του κύρους της διαιτητικής ρήτρας. Εξάλλου, ποιό είναι το εκάστοτε κριθέν "ζήτημα" περί του οποίου παράγεται ή δεν παράγεται δεδικασμένο κρίνεται (όχι με βάση τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά) με βάση την οικεία δικαστική απόφαση (πρβλ. Ολ. Π 15/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η πιο πάνω 19/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας επιδόθηκε στους εναγομένους, με την επιμέλεια του ενάγοντος, στις 7-2-2007 και ήδη κατέστη τελεσίδικη διότι κανένα ένδικο μέσο δεν ασκήθηκε κατ' αυτής, όπως, άλλωστε, δεν αμφισβητείται. Συνεχίζει δε, κατά λέξιν, το Εφετείο: "Μάλιστα ο ενάγων υπέβαλε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) την υπ' αριθ. κατ. 227/6-2-2007 αίτησή του, με την οποία -συμμορφούμενος με το διατακτικό της παραπεμπτικής απόφασης-ζήτησε να ορισθεί διαιτητής για να επιλύσει την ανωτέρω διαφορά. Για την αίτηση αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθ. 56/2007 απόφαση, με την οποία ορίσθηκε ως κοινός διαιτητής ο πολιτικός μηχανικός Χ. Σ., κάτοικος ... . Αυτός εξέδωσε τελικά την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1/2008 διαιτητική απόφαση του, με την οποία απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και δέχθηκε την ανταγωγή των εναγομένων. Εφόσον η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στη διαιτησία, εξομοιώνεται με παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση και ήδη κατέστη τελεσίδικη, γεννάται απ' αυτή δεδικασμένο για την ύπαρξη και το κύρος της διαιτητικής ρήτρας, το οποίο εμποδίζει την εκ νέου ουσιαστική έρευνα του ίδιου ζητήματος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε το κύριο αίτημα της ένδικης αγωγής, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να αναγνωριστεί η ανυπαρξία της ανωτέρω διαιτητικής απόφασης, διότι, α) δεν υπήρξε συμφωνία περί διαιτησίας και β) η συνομολογηθείσα ρήτρα, που υπήρξε, δεν είχε χαρακτήρα γνήσιας διαιτησίας, αλλά οιονεί διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης, σε κάθε δε περίπτωση έληξε δεδομένου ότι ίσχυε μόνο μέχρι την εκτέλεση και παράδοση του έργου, ως ουσιαστικά αβάσιμο, λόγω του δεδικασμένου ως προς το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης και του κύρους της διαιτητικής ρήτρας, που προέκυπτε από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16α' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις δεδικασμένου, αναφορικά με την ύπαρξη και το κύρος της πιο πάνω διαιτητικής ρήτρας, που απορρέει από την 19/2004 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που διατυπώνεται με τον πιο κάτω λόγο αναίρεσης, ότι δεν παράγεται από την ως άνω (19/2004) απόφαση δεδικασμένο (περί της ύπαρξης και του κύρους της διαιτητικής ρήτρας), δεδομένου ότι με τη συμφωνία περί διαιτησίας αποκλειστικός αρμόδιος να κρίνει περί του κύρους αυτής ήταν ο διαιτητής είναι αβάσιμος. Τούτο γιατί δεν υπάρχει σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ και από την επισκόπηση της 19/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας, στην οποία αναφέρεται επί λέξει ο σχετικός όρος περί διαιτησίας, που περιελήφθη στην επίδικη σύμβαση έργου, δεν προκύπτει η βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 16α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 4.- Επειδή, η επιλεγόμενη από το διαιτητή διαδικασία δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με κάποια από τις ακολουθούμενες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, προς τις οποίες συνδέεται ο ορισμός ρητής ημέρας δικασίμου για την εκδίκαση της υπόθεσης. Ο διαιτητής δεν κωλύεται να καθορίσει, χωρίς ιδιαίτερη πανηγυρικότητα, διαδικασία ελεύθερη, απαλλαγμένη κατά το δυνατό από τύπους, αρκεί να μην προσκρούει αυτή σε κανόνες δημόσια τάξης ή στα χρηστά ήθη. Στο πλαίσιο αυτής της ευχέρειας μπορεί να ορίσει χρόνο ακρόασης των διαδίκων, δηλαδή υποβολής των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων εντός ορισμένης προθεσμίας από τη σχετική κλήτευση τους, ίσης για όλους, οπότε είναι δυνατό να μην πραγματοποιηθεί κατά την ίδια ημέρα η ακρόαση όλων των διαδίκων. Για τον καθορισμό, της διαιτητικής διαδικασίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη πράξη του διαιτητή. Η διάταξη του άρθρου 886 παρ. 1 ΚΠολΔ αποδεσμεύει το διαιτητικό δικαστήριο από την υποχρεωτική τήρηση των αποδεικτικών κανόνων που ισχύουν στις πολιτικές δίκες ενώπιον των δικαστηρίων και καθιερώνει στη διαιτησία την ελεύθερη απόδειξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 897 αριθ.5 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει και όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ.2, 891 και 892. Η πρώτη απ' αυτές (άρθρο 886 παρ.2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους." Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από την, εκτίμηση του περιεχομένου της διαιτητικής απόφασης, δέχθηκε τα εξής: "Ο διαιτητής, αφού συγκρότησε το διαιτητικό δικαστήριο (χωρίς γραμματέα, διότι υπό την ισχύ του ν. 2331/1995 δεν είναι πλέον υποχρεωτική η πρόσληψη γραμματέα), κάλεσε εγγράφως και τα δύο μέρη να του αποστείλουν μέχρι την 15-11-2007 προκαταρκτικά όλα τα σχετικά με τη διαφορά τους έγγραφα. Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του διαιτητή και προσήλθαν στη διαιτητική διαδικασία χωρίς να προσλάβουν δικηγόρους, πράγμα που δεν είναι υποχρεωτικό. Στη συνέχεια κατέθεσαν ο καθένας τα έγγραφα που μνημονεύονται στη διαιτητική απόφαση. Μάλιστα ο εργολάβος με γραπτές δηλώσεις του προς το διαιτητή (από 2-11-2007 και 23-11-2007 επιστολές του) αποδεχόταν κατά βάση μία επιμέτρηση του σκυροδέματος που είχε πραγματοποιηθεί από τρίτον (κάποιον Ν. Μ.). Μετά τη μελέτη των στοιχείων αυτών ο διαιτητής αντιλήφθηκε ότι η διαφορά τους εστιάζονταν βασικά στην ακριβή μέτρηση του όγκου α) του σκυροδέματος (άοπλου και οπλισμένου) που επίστρωσε ο ενάγων εργολάβος στο ξενοδοχείο των εργοδοτών εναγομένων και β) των εκσκαφών και επιχώσεων που πραγματοποίησε στο ίδιο έργο. Η κατά μονάδα αμοιβή ήταν συνομολογημένη εγγράφως, το δε χρηματικό ποσό που είχε λάβει ο εργολάβος αποδεικνύονταν επίσης εγγράφως από τις αποδείξεις που χορήγησε στον εργοδότη. Συνεπώς, από τη διαπίστωση του όγκου του έργου θα προέκυπτε συγκριτικά αν ο εργολάβος έλαβε λιγότερα ή περισσότερα απ' όσα έπρεπε κατά την εργολαβική σύμβαση να λάβει, οπότε ο διαιτητής αντίστοιχα ή θα δεχόταν την αγωγή του και θα του επιδίκαζε τη διαφορά ή θα την απέρριπτε και θα δεχόταν την αντίθετη αγωγή του εργοδότη, στον οποίο θα επιδίκαζε τα επί πλέον καταβληθέντα. Γι' αυτό κάλεσε τους διαδίκους να παραστούν ενώπιόν του στις 22-11-2007. Τότε οι διάδικοι προήλθαν στην ακόλουθη δικονομική σύμβαση: 1. Αποδέχθηκαν τα πορίσματα της επιμετρήσεως του Ν. Μ., με κάποιες ασήμαντες επιφυλάξεις. 2. Συμφώνησαν ότι ο εργολάβος πραγματοποίησε και άλλες επί πλέον εργασίες μη περιεχόμενες στην ανωτέρω επιμέτρηση. Και 3. συμφώνησαν να γίνει αυτοψία από το διαιτητή στο έργο για να γίνουν οι επιμετρήσεις των επί πλέον αυτών εργασιών. Η αυτοψία έγινε, με την παρουσία όλων, στις 29-11-2007. Τότε έγινε η τελική επιμέτρηση, τα πορίσματα της οποίας καταγράφηκαν από το διαιτητή σε πεντασέλιδα πρακτικά. Οι διάδικοι πείσθηκαν για την ορθότητα των αποτελεσμάτων της και προήλθαν την ίδια ημέρα εγγράφως σε νεότερη δικονομική αποδεικτική σύμβαση, με την οποία αποδέχθηκαν ότι επιστρώθηκε οπλισμένο σκυρόδεμα 6.591,17 κ.μ. προς 50.000 δρχ. το κ.μ. και άοπλο 543 κ.μ. προς 27.000 δρχ. το κ.μ. Απέμεινε η διαπίστωση του όγκου των χωματουργικών εργασιών και για το λόγο αυτό ο διαιτητής κάλεσε τα διάδικα μέρη σε νέα συνάντηση που έγινε στις 11-12-2007. Αφού κάθε μέρος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και επικαλέστηκε τα αναφερόμενα στη διαιτητική απόφαση έγγραφα, τελικά προήλθαν την ίδια ημέρα εγγράφως σε νέα δικονομική αποδεικτική σύμβαση, με βάση την οποία αποδέχθηκαν ότι έγιναν εκσκαφές 12.000 κ.μ. σε βραχώδες έδαφος και 25.500 σε γαιώδες, καθώς και επιχώσεις με σκύρα 7.461 κ.μ. και με υλικά εκσκαφής 24.529 κ.μ. Συμφώνησαν επίσης ότι ο εργολάβος δικαιούνταν για τις επιχώσεις συνολικά αμοιβή 82.268.450 δρχ. Μετά από αυτά ο διαιτητής κατά την τελική μελέτη της διαφοράς διαπίστωσε ότι για όλες τις εργασίες ο ενάγων δικαιούνταν 566.966.970 δρχ., ενώ μέχρι την παράδοση του έργου είχε λάβει 635.479.020 δρχ., δηλαδή έλαβε επί πλέον όσων δικαιούνταν 68.512.050 δρχ., τα οποία μαζί με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. (12.332.169 δρχ) όφειλε να αποδώσει στους εναγομένους. Με το σκεπτικό αυτό απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος και δέχθηκε την αντίθετη αγωγή των εναγομένων. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπήρξε σαφής και συγκροτημένη διαιτητική διαδικασία, η οποία καθορίσθηκε από το διαιτητή χωρίς ιδιαίτερη πανηγυρικότητα. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η διαδικασία αυτή έστω και ελεύθερη, απαλλαγμένη κατά το δυνατό από τύπους, ήταν παραδεκτή κατά το δίκαιο της διαιτησίας, αφού δεν προσκρούει σε κανόνες δημόσια τάξης ή στα χρηστά ήθη. Επίσης, στην ένδικη διαιτητική διαδικασία κλήθηκαν να παραστούν, σε όλες ανεξαίρετα τις φάσεις της, τα διάδικα μέρη ισότιμα και πράγματι παρέστησαν αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς τους και προσκομίζοντας τις αποδείξεις τους. Επιβεβαίωση του ότι η διαιτητική διαδικασία, σε συνδυασμό με την ελεύθερη απόδειξη που ο διαιτητής εφάρμοσε, υπήρξε επιτυχής είναι ότι τα διάδικα μέρη με δικονομική σύμβαση αποδέχονταν τα σταδιακά -κρίσιμα- πορίσματα της, πράγμα σπάνιο για τις ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων δίκες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 886 παρ.2 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα με όσα πιο πάνω που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την πορεία της διαιτητικής δίκης, τα οποία, άλλωστε, προκύπτουν από την επισκόπηση της διαιτητικής απόφασης, τηρήθηκαν, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας ενώπιον του διαιτητή, οι αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών και της παροχής σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και να υποβάλουν τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν. Συνεπώς, ο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων διατείνεται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 5.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ούτε ο νομικός χαρακτηρισμός των έννομων σχέσεων και ισχυρισμών των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ.8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι "οι αντίδικοι προήλθαν σε τρεις διαδοχικές δικονομικές αποδεικτικές συμβάσεις, δυνάμει των οποίων απεδέχθησαν διάφορους πραγματικούς ισχυρισμούς", χωρίς οι αναιρεσίβλητοι να προτείνουν τη σύναψη τέτοιων δικονομικών συμβάσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όσα παραπάνω αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση περί δικονομικών αποδεικτικών συμβάσεων δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτές (δικονομικές συμβάσεις) προκύπτουν από την ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου της υπ' αριθ. 1/2008 διαιτητικής απόφασης, στην οποία απεικονίζεται η πορεία της διαιτητικής δίκης, και το Εφετείο, με βάση τα περιστατικά αυτά, χαρακτήρισε τις ενέργειες των διαδίκων (για αποδοχή των κρίσιμων πορισμάτων επιμέτρησης των εργασιών κλπ) ως δικονομικές αποδεικτικές συμβάσεις. 6.- Επειδή, ως δικαστικές αποφάσεις άλλης δίκης, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, ως δικαστικών εγγράφων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (561 § 2 ΚΠολΔ), νοούνται και οι διαιτητικές αποφάσεις. Επομένως, η διαιτητική απόφαση, ως διαδικαστικό έγγραφο, δεν είναι "έγγραφο", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ήτοι αποδεικτικό μέσο υπό την έννοια 339, 432 επ. ΚΠολΔ, η παραμόρφωση του περιεχομένου του οποίου και μόνο ιδρύει τον από το ως άνω άρθρο (559 αριθ. 20) προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 831/1994). Συνεπώς, ο τέταρτος και τελευταίος από το άρθρο αυτό (559 αριθ. 20 ΚΠολΔ) λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης για παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχόμενου της προαναφερθείσας υπ' αριθ. 1/2008 διαιτητικής απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 7.- Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους εκτός από τους παραπάνω, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-5-2009 αίτηση του Ε. Λ. για αναίρεση της 9/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας και τους από 19-3-2012 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ