Αριθμός 246/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Τ. του Α., 2) Θ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσίγκο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2018 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. Τ. του Γ. και των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9996/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 23.04.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 365/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 12.11.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 9996/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 19.04.2018 αγωγή από το άρθρο 6 § 2 του ν. 2664/1998 των αναιρεσιβλήτων και της Μ. Τ. του Γ., την οποία, μετά τον θάνατό της, διαδέχτηκαν οι αναιρεσίβλητοι στη δικονομική της θέση. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 στοιχ. β', 556 § 1, 558 εδάφ. α', 564 § 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 § 2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών) οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: α. Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (mulk, arazi-i memluke) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβιβάσεως, β. τις δημόσιες γαίες (arazi-i empiriye) (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (tassaruf), γ. τις αφιερωμένες γαίες (arazi-i mevkufe), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ. τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (arazi-i metruke) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες κτλ), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε. τις νεκρές γαίες (arazi-i mevat) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο. Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 22.02/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ("Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον."). Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους. Η διαδοχή εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθμ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.03.1829 με τον παράτιτλο: "Οροθεσία της Στερεάς και των Νήσων", διαλαμβάνοντας ότι "Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες, θέλουσιν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους". Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (mulk, arazi-i memluke) και τα δικαιώματα εξουσιάσεως (tassaruf), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίστηκαν, κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των έως τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (Α.Π. 23/2021, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 160/2014). Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που, λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου". Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής εκτάσεως του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 04.06/16.06.1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ.Α.Π. 1/2013). Περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή, απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ.. Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 590/2019, Α.Π. 1840/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον". Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στις Κυκλάδες, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 516/2021, Α.Π. 987/2017). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ. του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 Πανδ. (5.8) ν. 27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 1840/2017, Α.Π. 783/2016). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Τουρκικής Αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.32), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρδ, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.02.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των ..., περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της ... κλπ.". Πλην όμως, προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, έως τις 11.09.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 385/2021, Α.Π. 850/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία συνεχή εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Περί της συνδρομής ή όχι των προαναφερομένων στοιχείων κρίνει το δικαστήριο, κατά την κοινή αντίληψη, με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά. Ο διάδικος που προβάλλει χρησικτησία, πρέπει να επικαλεστεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχτούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας. Οι, στηριζόμενοι στις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γενέσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και, για τον λόγο αυτό, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απορρίψεώς τους τις φέρει εκείνο (Ελληνικό Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (Α.Π. 1182/2018). Για να είναι όμως ορισμένη η αγωγή που στηρίζεται σε απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία, δεν απαιτείται να εκτίθεται σ' αυτή ότι το ακίνητο δεν είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ούτε να δικαιολογείται για ποιο λόγο αυτό δεν συμβαίνει. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 του Α.Κ., προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (Α.Π. 894/2020, Α.Π. 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλούμενου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και, όταν εναγόμενο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αυτό επίσης πρέπει να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε στην κυριότητά του με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του. Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ενστάσεως ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επίδικου, λόγω αποκτήσεως κυριότητας από το ίδιο, τον οποίο προβάλλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, εάν το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος περιελθόν σ' αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ' αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επίδικου ως δάσους και ως δημόσιου κτήματος, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό, πλην όμως, λόγω του υφιστάμενου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής εκτάσεως (Α.Π. 826/2018, Α.Π. 712/2015). Περαιτέρω, σε περίπτωση επικλήσεως από τον ενάγοντα παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητας και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο με τις προτάσεις της κυριότητας του δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος), επιβάλλει στον τελευταίο την (επιτρεπτή) με την προσθήκη των προτάσεων της αγωγής (ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) συμπλήρωση αυτής (αγωγής) με αναγωγή στα ιδιοκτησιακά δεδομένα (με ανάστροφη διαδοχή) των δικαιοπαρόχων του, μέχρι την πρωτότυπη κτήση της κυριότητας (probatio diabolica) (Α.Π. 277/2019). Έτι περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2021, Ολ.Α.Π. 3/2020). Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ. . Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2006/2019, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και, για τον λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 1/1999). Επιπροσθέτως, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή η ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 633/2021, Α.Π. 1464/2008). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 338 § 1 του Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή της διαδικασίας του ήδη καταργηθέντος άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. και, ακολούθως, του άρθρου 237 του Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 924/2018, Α.Π. 658/2014, Α.Π. 692/2008). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναιρέσεως πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναιρέσεως πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 22/2022, Α.Π. 713/2020). Στην ένδικη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την κρίση του στις ακόλουθες παραδοχές: " ... Με την υπ' αριθ. .../12.9.1996 πράξη γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Πειραιά Β. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό ..., η πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη μεταβίβασε στον δεύτερο ενάγοντα - εφεσίβλητο, λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, σε ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου και στον τρίτο ενάγοντα - εφεσίβλητο, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατά ψιλή κυριότητα, σε ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας για τον εαυτό της την επικαρπία εφ' όρου ζωής της, ένα γεωτεμάχιο, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ελευσίνας, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, εκτός ΓΠΣ, εντός της Δημοτικής Ενότητας του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Δυτικής Αττικής της Περιφέρειας Αττικής. Το επίδικο γεωτεμάχιο, έκτασης κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης 6.487 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση, σύμφωνα με το από μηνός Ιουνίου 2018 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του πολιτικού μηχανικού Θ. Τ., 6.618,11 τ.μ., εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο έχει συνταχθεί με βάση το Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ '87), με τα περιμετρικά ..., έχει δε καταχωρισθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο με ΚΑΕΚ ... . Στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητη είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθ. 10.424/195 προικοσύμφωνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Φ. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... και στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας ..., ενώ στον δικαιοπάροχο αυτής, Γ. Χ. του Σ., είχε περιέλθει, σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1933 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Α. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας .... Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η μεν πρώτη ενάγουσα απέκτησε το επίδικο ακίνητο και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, διότι το νεμόταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1951, οπότε καταρτίστηκε το υπ' αριθ. .../1951 προαναφερόμενο προικοσύμφωνο συμβόλαιο, ενώ οι λοιποί ενάγοντες - εφεσίβλητοι το απέκτησαν και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι το νέμονταν με διάνοια κυρίου από το έτος 1951, κατόπιν προσμέτρησης στον χρόνο της δικής τους νομής του χρόνου νομής της άμεσης δικαιοπαρόχου τους, μέχρι τον χρόνο έναρξης ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου της περιοχής, που καθορίσθηκε με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ η 29.1.2004, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των δέκα και είκοσι ετών, αντίστοιχα, διότι κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές, είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή, όπως καθορίσθηκε με σχετική απόφαση του ΟΚΧΕ ... . Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι το νέμονταν με διάνοια κυρίου, ασκώντας πάνω σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής, όπως εποπτεία, επίβλεψη, οριοθέτησή του (βλ. ιδίως τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις), χωρίς καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κανένας να ενοχλήσει τους εφεσίβλητους ή τους δικαιοπαρόχους τους αμφισβητώντας τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του επιδίκου, το οποίο ανέκαθεν αποτελούσε ιδιωτικό ακίνητο. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας κτηματογράφησης στον ως άνω Δήμο, το προπεριγραφόμενο γεωτεμάχιο, λόγω εσφαλμένης αποτύπωσης των ορίων αυτού από το Κτηματολόγιο, δεν αποτυπώθηκε με το ορθό εμβαδό και τα ορθά γεωμετρικά στοιχεία, καθώς: α) εδαφικό τμήμα αυτού, έκτασης 666,02 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία Η1-37-36-Υ-Φ-0-Η1, συμπεριλαμβάνεται στο όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., συνολικής έκτασης 6.860 τ.μ., ιδιοκτησίας αγνώστου ιδιοκτήτη, β) εδαφικό τμήμα αυτού έκτασης 244,84 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία Μ-Ρ-Θ1-Ζ1-Μ, συμπεριλαμβάνεται στο όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., συνολικής έκταση 3.391 τ.μ. ιδιοκτησίας αγνώστου ιδιοκτήτη και γ) εδαφικό τμήμα αυτού, έκτασης 95,40 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και εμφανίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία Ι1-Τ-Κ1-11, συμπεριλαμβάνεται στο όμορο γεωτεμάχιο έχει με ΚΑΕΚ ..., συνολικής έκτασης 13.000 τ.μ. συνιδιοκτησίας των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των εναγόμενων ως κληρονόμων της αρχικής δικαιούχου Μ. Τ. του Κ., μη διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη, ενώ ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνονται στο επίδικο γεωτεμάχιο εσφαλμένα τα εξής εδαφικά τμήματα, ήτοι: α) εδαφικό τμήμα, έκτασης 1.016,53 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία Ζ1-Ν-Ξ-Η1-30-29-28-Ζ1 και φέρεται ως ανήκον στο επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., β) εδαφικό τμήμα, έκτασης 340,48 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία Θ1-32-11-Σ-Θ1 και φέρεται ως ανήκον στο ως άνω γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και γ) εδαφικό τμήμα, έκτασης 200,49 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ... και φέρεται ως ανήκον ομοίως στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... . Η εσφαλμένη δε αποτύπωση των ορίων του επιδίκου προκύπτει με σαφήνεια από το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, όπου αποτυπώνονται τα λανθασμένα όρια του γεωτεμαχίου με βάση το Κτηματολόγιο, αλλά και το ορθό εμβαδό και τα ορθά γεωμετρικά στοιχεία με βάση τα υλοποιημένα επί του εδάφους όρια των ιδιοκτησιών, η εξαγόμενη δε τιμή του εμβαδού στα διαγράμματα του Εθνικού Κτηματολογίου για τα επίδικα εδαφικά τμήματα και το ακίνητο, του οποίου ζητείται η διόρθωση, είναι συμβατή με εκείνη που αναγράφεται στο δικόγραφο ως προκύπτουσα από την αιτούμενη διόρθωση, σύμφωνα και την από 6.6.2018 θετική εισήγηση του Ελληνικού Κτηματολογίου. Ως προς το επίδικο ακίνητο, το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, αμφισβητεί την κυριότητα των εναγουσών, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα κυριότητας, βάσει: α) της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, β) άλλως, των διατάξεων του από 3/15.12 1833 β.δ., γ) άλλως, των διατάξεων του από 10/7/1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων" και δ) άλλως, των διατάξεων κτήσης κυριότητας με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενστάσεις όμως, αυτές, που επαναλαμβάνονται και ως λόγος έφεσης, πλην εκείνων περί κτήσης κυριότητας, βάσει των διατάξεων του από 3/15.12.1833 β.δ. και με έκτακτη χρησικτησία, κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας. Συγκεκριμένα, ως προς την ένσταση περί κτήσης ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος, βάσει της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτόκολλων του Λονδίνου, το εκκαλούν με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο (λόγω της διαζευκτικής παράθεσης των τρόπων κτήσης) εξέθεσε με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους, δυνάμει των ανωτέρω νομοθετημάτων, είτε δικαιώματι πολέμου, είτε επειδή ήταν εγκαταλελειμμένη, κατά τον χρόνο υπογραφής των ως άνω πρωτοκόλλων, από τους κυρίους τους, Οθωμανούς υπηκόους, και δεν καταλήφθηκε από άλλους, είτε επειδή το Ελληνικό Κράτος τη δήμευσε για κάποιον άλλο λόγο. Ακολούθως, σχετικά με την ένσταση κτήσης κυριότητας, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ. "περί διακρίσεως κτημάτων", δεν αναφέρεται πότε έγινε εγκατάλειψη αυτού και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απευθείας ή διά εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο, έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραίτησης της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασής του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς τον σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή ... . Ακόμη, σχετικά με την ένσταση κτήσης ιδίας κυριότητας, δυνάμει τακτικής χρησικτησίας, το εκκαλούν εξέθεσε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο, με τις πρωτόδικες προτάσεις του ότι νεμόταν το ίδιο την επίδικη έκταση από την Επανάσταση του 1821 μέχρι την αυθαίρετη κατάληψή της τη δεκαετία του 1960, δυνάμει των νομοθετικών διατάξεων που αφορούσαν τις δημόσιες εκτάσεις, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται αν πρόκειται για κτήμα, το οποίο κατεχόταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και το οποίο κατέλαβε ως εγκαταλελειμμένο από τους πρώην κυρίους τους, δεομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τούρκικο Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου" ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατέχονταν μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, και τα οποία ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή κατέλαβε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, άρα η διαδοχή αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο. Εξάλλου, η ένσταση αυτή (της κτήσης κυριότητας, δυνάμει τακτικής χρησικτησίας), κρίνεται απορριπτέα και ως αναπόδεικτη, όπως ως τέτοια κρίνεται απορριπτέα και η ένσταση περί κτήσης κυριότητας, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, το εκκαλούν ισχυρίστηκε ότι αδιάλειπτα από την Επανάσταση του 1821 μέχρι την αυθαίρετη κατάληψη της επίδικης έκτασης τη δεκαετία του 1960, εξακολουθεί να νέμεται το επίδικο ακίνητο, αναφέροντας ως πράξεις νομής: την επιτήρηση, τη φύλαξη, την καταμέτρηση και την αποτύπωσή του σε χάρτες. Όμως, (το εκκαλούν) προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών του, ότι άσκησε στο επίδικο τις επικαλούμενες ή άλλες διακατοχικές πράξεις, ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκε και προσκόμισε, μετά ταύτα οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι. Ομοίως, απορριπτέα ως αναπόδεικτη κρίνεται και η ένσταση κτήσης κυριότητας, βάσει των διατάξεων του από 3/15.12.1833 β.δ., ότι είναι λιβάδι ή βοσκότοπος, για τα οποία δεν υπάρχει τίτλος εκδοθέν από το Τουρκικό Δημόσιο και εντάσσονται στην κατηγορία των δημόσιων γαιών, ως πρώην δημόσιων οθωμανικών γαιών, διότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ο επικαλούμενος από το εκκαλούν χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου ως λιβάδι ή βοσκότοπος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτό αποτελούσε τμήμα του τεράστιου ελαιώνα που βρισκόταν στην περιοχή τουλάχιστον από το έτος 1856 και πάντα καλλιεργούνταν ως τέτοιος (βλ. ιδίως τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και τα προαναφερόμενα συμβόλαιο κτήσης με αριθ. .../1951 και .../1933, όπου περιγράφεται το επίδικο ως αγρός με ελαιόδεντρα). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, δεχόμενο κατ' ουσία την αγωγή, αναγνωρίζοντας τα εμπράγματα δικαιώματα των εναγόντων-εφεσίβλητων (ήδη λόγω θανάτου της πρώτης ενάγουσας, επικαρπώτριας, πλήρως κυρίων των δυο τελευταίων εναγόντων, πρώην ψιλών κυρίων) στην επίδικη έκταση, δυνάμει του υπ' αριθ. .../12.9.1996 προαναφερόμενου συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, και διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου, καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθώς εφάρμοσε και εκτίμησε τον νόμο και θα πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος έφεσης. ... .". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως (επιγενομένως) αόριστη την από 19.04.2018 αγωγή, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού, πρωτοδίκως υποβληθέντος, και λόγου εφέσεως αυτού (αναιρεσείοντος), ενόψει του ότι καίτοι αυτό αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, αυτοί δεν συμπλήρωσαν, αντικρούοντας την άρνησή του αυτή, με προσθήκη στις προτάσεις τους, την αγωγή τους εωσότου αναχθούν σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας στο παρελθόν και, πάντως, έως τις 11.09.1915. Πράγματι, δε οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, μετά την αρνητική απάντηση του εναγομένου - αναιρεσείοντος στην αγωγή τους αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσεως του αγωγικού δικαιώματος, προέβησαν σε ατελή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της από 30.10.2018 αντικρούσεως με προσθήκη στις από 26.07.2018 προτάσεις τους, και τούτο διότι ανήχθησαν στο έτος 1901 αναφορικά με τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων τους, με αποτέλεσμα να μη συμπληρώνεται η αναγκαία τριακονταετία, κατά τα ανωτέρω, έως το προαναφερόμενο χρονικό σημείο. Όμως, το επικαλούμενο δικαίωμα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της από 19.04.2018 αγωγής στηριζόταν και σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως ήτοι σε έκτακτη χρησικτησία. Η βάση αυτή της αγωγής ήταν ορισμένη, διότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι αναφέρονταν σε συγκεκριμένες πράξεις νομής αυτών και των δικαιοπαρόχων τους, αναγόμενοι στο έτος 1933, και αποδείχτηκε βάσιμη. Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε ήταν δημόσιο κτήμα καθώς και ότι τόσο οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτών ασκούσαν τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής επ' αυτού (επιδίκου) από το έτος 1933 έως την άσκηση της αγωγής, ορθώς δεν έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή, αλλά έκρινε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται σε παράλληλη ορθή αιτιολογία. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενο ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χαρακτήρισε ένσταση, αποδεικτέα από αυτό (αναιρεσείον), τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του περιήλθε δε στην κυριότητά του με τους επικαλούμενους στις προτάσεις του τέσσερις τρόπους (παρατιθέμενους επικουρικώς) ενώ, κατ' ορθή εκτίμηση, ο ως άνω ισχυρισμός του συνιστούσε αρνητική απάντηση στην αγωγή. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και τούτο διότι, εφόσον η ένδικη αγωγή απέμεινε ορισμένη μόνο ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας (με έκτακτη χρησικτησία) εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, της νομής τους εκτεινομένης χρονικά από το έτος 1933 έως και το χρονικό σημείο ασκήσεως της αγωγής, ορθώς ο ισχυρισμός του εναγομένου - αναιρεσείοντος, ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι δεν μπορούσαν να χρησιδεσπόσουν στο ένδικο ακίνητο μετά τις 11.09.1915, εφόσον αυτό (ακίνητο) είχε περιέλθει στην κυριότητά του με ένα από τους επικαλεσθέντες τρόπους, χαρακτηρίστηκε και κρίθηκε ως ένσταση, σύμφωνα με την οποία το πράγμα (επίδικο ακίνητο) ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1α' του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα το αναιρεσείον αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του βζρδ για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία [(ν.20 παρ. 6, πανδ. (5.3), ν. 27 Πανδ. (18,1), Β 38 και 48 πανδ. (41,3), ν 5 Πανδ. (41,8), ν 3 Πανδ. (41.10), 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 7 (Βασ. 50.14), ν. 2 παρ. 2 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 πανδ. (23.3)], τις διατάξεις των ν. ΔΞΗ/1912, 21 ν. δ. 29.04/16.3.1926, της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 09.07.1832 "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου από 21.01/03.02.1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 και του άρθρου 26 του ν. της 26.06/10.07.1837 "Περί Διακρίσεως Κτημάτων". Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και τούτο διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εκδώσαν αυτή Δικαστήριο δεν έκρινε εφαρμοστέες στην υπόψη περίπτωση τις ανωτέρω αναγραφόμενες διατάξεις, τις οποίες, ως εκ τούτου, δεν κατέστη ανάγκη, να ερμηνεύσει. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191 § 2 Κ.Πολ.Δ., 22 §§ 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423 ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.04.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 365/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ