Αριθμός 1312/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Κ. και της Α., κατοίκου Σύδνεϋ Αυστραλίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ε. Βιλλαντζάκη, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Σ. του Κ., κατοίκου Καρλοβασίου Σάμου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Θαλασσινού, που ανακάλεσε την από 30-8-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2015 μη οριστική, 97/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 20.08.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 56/2020 τελεσίδικη απόφαση του, Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική του έδρα στη Σάμο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 11.06.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 97/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, το οποίο είχε απορρίψει την από 15.05.2013 διεκδικητική (συγ)κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Ο αναιρεσείων, με την απευθυνθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου και στραφείσα κατά του αναιρεσιβλήτου, από 15.05.2013, διεκδικητική αγωγή συγκυριότητας ακινήτου, εξέθεσε ότι παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως, κατέστη κύριος ποσοστού 29/32 του δικαιώματος κυριότητας αυτού (ακινήτου), κεμένου στη νήσο Σάμο καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος αμφισβητεί το ως άνω δικαίωμά του. Ζήτησε δε, δεκτής γενομένης της αγωγής του, να αναγνωρισθεί το δικαίωμα (συγ)κυριότητάς του και να διαταχθεί η απόδοσή του σ' αυτόν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 95/2015 απόφασή του διέταξε τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Μετά την ολοκλήρωση της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτό, αφού εκδίκασε την αγωγή, αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, ο αναιρεσείων προσέβαλε την ως άνω κρίνασα απόφαση με την από 11.06.2018 έφεσή του την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, συνεδριάζον στη μεταβατική έδρα αυτού στη Σάμο. Συζητήσεως γενομένηςαντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11.06.2018 εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την εκφορά της ως άνω τελεσίδικης κρίσεώς του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι αγροτεμάχιο, βρίσκεται στη θέση Στενό ή Φουρναράκι ή Αγριελιώνας της κτηματικής περιφέρειας Μαραθόκαμπου του Δήμου Σάμου, εμφαίνεται στο από Δεκέμβριο 2015 τοπογραφικό διάγραμμα της πραγματογνώμονα, αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Μ. Π. με τα περιμετρικά στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, ... Χ, Ψ, Ω, .... Ξ1, Ο1, Π1, Α, έχει εμβαδόν κατά το διάγραμμα αυτό 7.040,31 τ.μ. και έχει όρια κατά το ίδιο διάγραμμα, βορειοανατολικά, επί πλευράς Α - Β, αγροτική οδό, ανατολικά, επί πλευράς Β - Γ - Δ - Ε - Ζ ιδιοκτησία κληρονόμων Δηλανά, νότια, επί πλευράς Ζ - Η - Θ ... Σ - Τ - Υ ιδιοκτησία Β. Α..Ε.. (πρώην ιδιοκτησίες Ε. Δ. και Σ. Γ.), νοτιοδυτικά, επί πλευράς Υ - Φ - Χ - Ψ - Ω - Α1 - Β1 - Γ1 ιδιοκτησία Α. Κ. και βορειοδυτικά, επί πλευράς Γ1 - Δ1 - Ε1 ... Ο1 - Π1 - Α, ιδιοκτησία Α. Γ., ταυτίζεται δε με το περιγραφόμενο ακίνητο στους παρακάτω τίτλους κτήσης των διαδίκων, παρά τις μικρές αποκλίσεις ως προς το εμβαδόν και την περιγραφή των ορίων, όπως συμπέρανε και η ορισθείσα πραγματογνώμονας στο πόρισμά της, που άλλωστε δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Από το ίδιο πόρισμα, που είναι εμπεριστατωμένο και στηρίχθηκε σε επιμελή επισκόπηση και ανάλυση των υπαρχουσών αεροφωτογραφιών σε διάφορες χρονικές περιόδους, προκύπτει σαφώς, πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων, ότι στο διάστημα μεταξύ 08/1990 και 1996 υπήρξε πυρκαγιά στην περιοχή (που δεν μπορεί να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η χρονική περίοδος λόγω έλλειψης φωτοληψιών από τη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού στο μεσοδιάστημα), ενώ τουλάχιστον από το 1960 έως το 1990 το επίδικο εκαλλιεργείτο, αφού υπάρχουν σαφέστατα ίχνη πυκνής δενδροκαλλιέργειας, μετά δε από την εκδήλωση της πυρκαγιάς συνεχίζουν να υπάρχουν σαφέστατα ίχνη δενδροκαλλιέργειας (από το 1996 έως και τη σύνταξη της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), όχι όμως σε όλη την ιδιοκτησία, καθώς εμφανίζονται πυκνότερα ίχνη στο κεντρικό τμήμα αυτής και πολύ αραιά στο υπόλοιπο. Σύμφωνα με το με αριθ. 9643/10.09.2009 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. συζ. Η. Α., το γένος Η. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μαραθόκαμπου Σάμου (τομ. 160, α.α. 99), περιήλθε στον ενάγοντα, μεταξύ άλλων, το επίδικο αγροτεμάχιο (το οποίο, στο συνημμένο σ' αυτό από Ιούλιο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Β. εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α, Β, Γ, ... Κ, Λ, Α έχει εμβαδόν 6.980 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ./νου Β., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Μ. Γ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Α. Α. και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Κ.), λόγω δωρεάς στη ζωή, από τους δωρητές Γ. Κ. του Α. και της Γ. και Ι. Κ. του Α. και της Γ., κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 20/32 από τον πρώτο και 9/32 από τον δεύτερο, τα οποία ποσοστά εξ αδιαιρέτου είχαν περιέλθει στους δωρητές (κατά τα αναγραφόμενα στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο) "από κληρονομία του κατά το 1938 αποβιώσαντος πατρός τους Α. Μ. Κ. και με άτυπη διανομή που έγινε το έτος 1970 μεταξύ αυτών και των επτά αδελφών τους και σε συνδυασμό με όλα τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας, καλή τη πίστει και διανοία κυρίου, πάνω από τριάντα (30) χρόνια και από τότε το κατέχουν, νέμονται, διαθέτουν και καρπούνται ελεύθερα συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς ποτέ να ενοχληθούν και διαταραχθούν από κανένα μέχρι σήμερα". Από το άλλο μέρος, η Α. χήρα Κ. Σ., το γένος Α. και Λ. Κ., ήτοι ετεροθαλής αδελφή των άνω δωρητών, η οποία απεβίωσε στις 09.03.1998, με την με αριθ. 2528/22.12.1992 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του συμβολαιογράφου Μαραθόκαμπου Σάμου Ι. Π., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το με αριθ. 78/19.04.2000 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, όρισε κληρονόμους της τα τέσσερα άρρενα τέκνα της Δ. (εναγόμενο), Α., Δ. και Γ. (ενάγοντα), άφησε δε στον εναγόμενο, μεταξύ άλλων, το επίδικο αγροτεμάχιο, το οποίο περιγράφει ως ελαιοχωράφι, με έκταση έξι (6) στρέμματα στη θέση Στενό ή Φουρνάκι περιφέρειας Μαραθόκαμπου, με 70 ελαιόδενδρα, συνορευόμενο νότια με Μ.. Γ. και Α., δυτικά δημόσιο δρόμο και Κ./νο Β. δια τοίχου, βόρεια Μ. Κ. με τοίχο και ανατολικά Α. Α. ή Θ. Δ. με διπλό τοίχο, ενώ και στον ενάγοντα άφησε διάφορα ακίνητα (αγροκτήματα), μεταξύ των οποίων ελαιοχωράφι, στη θέση Σάββα περιφέρειας Μαραθόκαμπου, εμβαδού έξι στρεμμάτων, με εκατό (100) ελαιόδενδρα. Ο εναγόμενος με την με αριθ. 4450/06.06.2000 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου Ι. Γ.. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τομ. 135, α.α. 20, στις 12.07.2000), αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν ως άνω κληρονομία της μητέρας του, το δε επίδικο το περιγράφει ως ένα ελαιοχωράφι μισοκατεστραμμένο από πυρκαγιά με έκταση 7.036 τ.μ. στη θέση Λάκκες ή Φουρνάκι της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μαραθόκαμπου Σάμου, συνορευόμενο ολόγυρα με ιδιοκτησίες, βόρεια Α. Γ., νότια Σ. Γ. και Ε.. Β., ανατολικά Γ. Δ. και αγροτικό δρόμο και δυτικά Α. Κ., όπως αυτό σημειώνεται με τα στοιχεία Α1, Α2, Α3, ... Α42, Α43, Α44 στο από Μάιο 2000, συνημμένο στην πράξη αποδοχής, τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Παλαιοκαστρίτη. Όπως προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο παππούς (από τη μητρική γραμμή) των διαδίκων Α. Κ. του Ε., που γεννήθηκε το 1886, απέκτησε από τον πρώτο γάμο του με την Λ. το γένος Τ. την μητέρα τους Α., που γεννήθηκε το 1912. Πολύ σύντομα η σύζυγός του Λ. απεβίωσε κι εκείνος τέλεσε δεύτερο γάμο με την Γραμματική το γένος Δήμου και το έτος 1914, μετά τη γέννηση του πρώτου τους τέκνου Ε., μετανάστευσαν στην Αμερική, χωρίς την Α., την οποία ανέθρεψαν οι γιαγιάδες της. Το έτος 1928 η Α., σε ηλικία 16 ετών, τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Κ. Σ. με τον οποίο έζησε μαζί μέχρι το θάνατό του τη δεκαετία του '90 και από τον γάμο τους απέκτησαν επτά τέκνα, τα προαναφερόμενα τέσσερα άρρενα και τρεις θυγατέρες, όλα δε τα χρόνια της ζωής της τα έζησε στον Μαραθόκαμπο Σάμου και απασχολούνταν με το σύζυγό της σε αγροτικές εργασίες για να εξοικονομήσουν τα προς το ζην, προς τούτο δε, εκτός άλλων, καλλιεργούσαν τα αγροκτήματα που είχαν περιέλθει σ' αυτήν από κληρονομία της μητέρας της, αλλά και εκείνα που ανήκαν στον πατέρα της, μεταξύ των οποίων και το επίδικο (στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθ. 23254/09.12.1904 δωρητηρίου συμβολαίου του Ειρηνοδίκη Μαραθόκαμπου Μ. Τ. από τον πατέρα του Μ. Κ. προς τα τέκνα του Δ., Α., Ν., Α. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, σε συνδυασμό με το με αριθ. 26877/03.07.1912 συμβόλαιο διανομής των ακινήτων της ανωτέρω δωρεάς από τους συγκυρίους αυτών), καθώς ο τελευταίος ζούσε στην Αμερική και δεν είχε αναθέσει σε τρίτο την καλλιέργειά τους. Αυτός απεβίωσε το έτος 1938 στην Αμερική σε εργατικό ατύχημα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, η δε δεύτερη σύζυγός του απεβίωσε το 1969 επίσης στην Αμερική, ομοίως χωρίς ν' αφήσει διαθήκη. Από τον δεύτερο γάμο του είχε αποκτήσει επτά τέκνα, τον Ε., τους δωρητές του ενάγοντος Γ. και Ι., καθώς και τους Ν., Μ., Δ. (Τ.) και Ν., η οποία απεβίωσε στην Αμερική το 1961, αφήνοντας στη ζωή τον σύζυγό της Ρ. Λ.. Π. και τα τέκνα της Ρ. Γ.. Π. και Μ. Τ. Π. (βλ. τις από 1 και 02.09.1994 δηλώσεις του Σ. Θ. του Ν. και των Γ. και Τ. Γ. του Σ. Γ. ενώπιον του Πολιτειακού συμβολαιογράφου του Οχάιο Ά. Μ., αντίστοιχα, νόμιμα μεταφρασμένων στην ελληνική γλώσσα). Μερικά από τα ανωτέρω ετεροθαλή αδέλφια της μητέρας των διαδίκων Α. (όπως οι Ε., Γεώργιος, Ιωάννης, Δ., Μαρία) άρχισαν να επισκέπτονται τη Σάμο όταν ήταν ήδη σε μεγάλη ηλικία και εξακολούθησαν στη συνέχεια τις επισκέψεις τους κατά αραιά χρονικά διαστήματα, όπου και τους φιλοξενούσε η Α., με την οποία και την οικογένειά της διατηρούσαν γενικά καλές σχέσεις, ενώ διατηρούσαν επίσης επαφή με αλληλογραφία με τον σύζυγό της Κ.. Σύμφωνα με όλες τις, λαμβανόμενες υπόψη κατά τα ανωτέρω, ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερομένων προσώπων, που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, α) το επίδικο, όπως και τα λοιπά αγροκτήματά του στη Σάμο τα είχε παραχωρήσει άτυπα στην Α. ο πατέρας της Α., ήδη πριν το 1930, με την ευκαιρία του γάμου της, ως προίκα, και από τότε και μέχρι το θάνατό της αυτή τα καλλιεργούσε (όργωνε, καθάριζε, φρόντιζε τα ελαιόδενδρα, συνέλεγε τους καρπούς κλπ) με διάνοια κυρίας, συνεχώς, έως τότε που της επέτρεπε η ηλικία της και μετά ανέθετε την καλλιέργειά τους σε εργάτες, αλλά αργότερα και στον εναγόμενο γιο της Δ., ο οποίος αρχικά ήταν ναυτικός, εγκαταστάθηκε όμως οριστικά στον Μαραθόκαμπο από το 1980 και εφεξής και β) όλα τα ετεροθαλή αδέλφια της Α., που την επισκέπτονταν στη Σάμο, της δήλωναν ότι όλα τα κτήματα του πατέρα τους ήταν δικά της και ότι εκείνοι δεν ήθελαν τίποτα, λαμβάνοντας υπόψη αφενός ότι ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό (Αμερική), όπου είχαν σταδιοδρομήσει, αλλά και το γεγονός ότι, αν και είχαν λάβει σημαντική αποζημίωση συνεπεία του θανάτου του πατέρα τους σε εργατικό ατύχημα, η Α. δεν έλαβε ποτέ το μερίδιο που της αναλογούσε. Ωστόσο, από τις από 17.05.1982, 01.03.1988, 05.07.1989, 14.04.1991 και 21.02.1992 χειρόγραφες επιστολές (η τελευταία με γραφή τρίτου προσώπου) του συζύγου της Α. Κ. Σ. προς τον ετεροθαλή αδελφό της Δ., τις οποίες έγραφε και για δικό της λογαριασμό και απαντούσε σε προηγηθείσες επιστολές του παραλήπτη προς αυτούς - οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι γνήσιες, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, λαμβανομένων υπόψη του ύφους της γραφής, ανταποκρινόμενου σε άνθρωπο αγρότη με τις βασικές γραμματικές γνώσεις, αλλά και με ευγένεια χαρακτήρα, της αλληλουχίας τους ως προς τα αναφερόμενα γεγονότα, σε συνδυασμό με τις περιγραφόμενες φθίνουσες δυνάμεις του γράφοντος λόγω ηλικίας και συνακόλουθων προβλημάτων υγείας, που αντανακλάται και στη γραφή του, καθόσον, ενώ ο γραφικός χαρακτήρας στις τέσσερις επιστολές είναι εμφανώς ο ίδιος, στην τρίτη και ιδίως στην τέταρτη από αυτές είναι φανερό ότι τα γράμματα προέρχονται από χέρι μη σταθερό -, συνάγεται ότι ο Δ. Κ. οπωσδήποτε, χωρίς όμως να είναι σαφές αν και τα λοιπά στη ζωή αδέλφια συμφωνούσαν (από τα γραφόμενα προκύπτει ότι ο Ε. είχε ήδη αποβιώσει πριν από την 17.05.1982), ενδιαφερόταν για την κληρονομιαία περιουσία και επεδίωκε να γίνουν ενέργειες για την πώλησή της, γι' αυτό είχε ζητήσει και ο Κ. Σ. του κατέγραψε στην πρώτη από τις ως άνω επιστολές κατάλογο με τα κληρονομιαία ακίνητα (τοποθεσία και ιδιότητα του κάθε ακινήτου) τόσο του πατέρα τους Α. Κ. όσο και της μητέρας τους Γ. το γένος Δ.. Σε όλες τις επιστολές του ο σύζυγος της Α. Κ. Σ. αναγνώριζε τα κληρονομικά δικαιώματα των ετεροθαλών αδελφών της και πρότεινε να μεταβούν στη Σάμο και να κάνουν τις απαραίτητες ενέργειες για να τα τακτοποιήσουν, καθώς ο ίδιος και η Α. ήταν ήδη μεγάλοι σε ηλικία και με προβλήματα υγείας και δεν μπορούσαν να προβούν στις ενέργειες που του ζητούσε ο Δ. για λογαριασμό τους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 23.02.1993 έκθεση περί έρευνας ακίνητης περιουσίας του δικηγόρου του Δ. Σ. Σ. Λ. Κ.. Δ., του ανατέθηκε με εντολή του πληρεξούσιου Γ. Τ., χωρίς να προσδιορίζεται τίνος ή τίνων ήταν πληρεξούσιος ο εντολέας του, να διενεργήσει έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Μαραθόκαμπου για την κτηματική περιουσία του Α. Μ.. Κ. και στην έκθεσή του αυτή περιγράφει όλα τα συμβόλαια με τα ακίνητα που περιήλθαν στην κυριότητά του, κατά τοποθεσία, ιδιότητα ακινήτου και όρια και καταλήγει ότι η περιουσία του αυτή χρήζει αποδοχής κληρονομίας από τα παιδιά του, αφού προηγηθεί η ανεύρεση και η τοπογράφησή της. Όμως από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και όλα εν γένει τα όπως παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει ότι το ποσοστό συγκυριότητας επί της κληρονομιαίας περιουσίας του Α. Κ. και δη επί του επιδίκου, που είχε περιέλθει στους δωρητές του ενάγοντος Γ. και Ι. Κ., ανερχόταν σε 20/32 και 9/32 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, κατόπιν άτυπης διανομής που είχε γίνει το 1970 μεταξύ των ίδιων και των επτά αδελφών τους, όπως αναφέρεται στο δωρητήριο συμβόλαιο, ενόψει του ότι: 1) η αδελφή τους Ν. είχε προαποβιώσει το 1961, επομένως δεν συμμετείχε στην άτυπη διανομή του 1970 και δεν γίνεται καμιά αναφορά αν συμμετείχαν σ' αυτήν οι δικοί της κατιόντες, 2) αναφέρεται ότι η άτυπη διανομή έλαβε χώρα μεταξύ εννέα αδελφών (των δύο δωρητών και των επτά αδελφών τους), ενώ όλα τα ετεροθαλή αδέλφια της Α. ήταν επτά, 3) σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο (οι μαρτυρικές καταθέσεις από την πλευρά του ενάγοντος, ήτοι η μαρτυρία της συζύγου στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η δική της ένορκη βεβαίωση και η ένορκη βεβαίωση της πεθεράς του δεν εισφέρουν επί του κατωτέρω ζητήματος ασφαλείς, πέραν από κάθε αμφιβολία, πληροφορίες, δεδομένου ότι δεν αναφέρουν οτιδήποτε συγκεκριμένο για τους παρακάτω συγκληρονόμους) ότι τα λοιπά στη ζωή ετεροθαλή αδέλφια της Α., πλην των Δ., Γ. και Ι., ενδιαφέρονταν για την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους στη Σάμο και συμμετείχαν στην αναφερόμενη άτυπη διανομή, και δη οι Ν., Μ. και Ε.., όπως βέβαια και οι κατιόντες της προαποβιώσασας (της διανομής) Ν., αλλά και ότι είχε λάβει εν τέλει στην πραγματικότητα χώρα η διανομή αυτή και, ως εκ τούτου, τα μόνα ποσοστά συγκυριότητας επί του επιδίκου που θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στον ενάγοντα από τους ανωτέρω δωρητές, διότι πράγματι τους ανήκαν (θα γίνει λόγος επ' αυτού παρακάτω), σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, ήταν οι κληρονομικές τους μερίδες, ήτοι το 1/8 των 3/4 ιδανικών μεριδίων της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους, δεδομένου ότι το 1/4 ιδανικό μερίδιο από αυτήν περιήλθε στη χήρα μητέρα τους και, ακολούθως, μετά το δικό της θάνατο άνευ διαθήκης το 1969, το 1/7 του δικού της 1/4, που ανάγεται σε 29/224 ιδανικά μερίδια για τον καθένα, ενώ η κληρονομική μερίδα της ετεροθαλούς αδελφής τους Α. ανήλθε στο 1/8 των 3/4, ήτοι σε 3/32, ίσο προς 21/224 ιδανικά μερίδια της κληρονομιαίας περιουσίας. Στη δικανική πεποίθησή του αυτή το Δικαστήριο ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο τίτλος κτήσης του ενάγοντος (το δωρητήριο συμβόλαιο του 2009) καταρτίστηκε δια της πληρεξούσιας και των δύο συμβαλλομένων μερών (δωρητών και δωρεοδόχου) Ε. Κ.. Κ., δικηγόρου Αθηνών, στο δε προς αυτήν (αλλά και στον ενάγοντα διαζευκτικά) με αριθ. 2220/17.03.2008 πληρεξούσιο των δωρητών που συνέταξε η δημόσια συμβολαιογράφος της πόλης Σέμινολ της Πολιτείας της Φλώριδας της Αμερικής Μ. συζ. Γ. Α., ανατίθεται να αποδεχθεί την οποιαδήποτε κληρονομία περιήλθε σ' αυτούς και να δωρίσει με δωρεά στη ζωή τον ενάγοντα (ακόμη δε και ο ίδιος με αυτοσύμβαση) α) τα ιδανικά μερίδια που ανήκουν σ' αυτούς επί ακινήτων που θα περιέλθουν σ' αυτούς από την άνω αποδοχή κληρονομίας και β) "οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, κινητό ή ακίνητο, ολόκληρο ή ποσοστό αυτού, οπουδήποτε και αν βρίσκεται εντός ή εκτός σχεδίου, αστικά ή αγροτικά, σπίτια ή οριζόντιες ιδιοκτησίες, κατά τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα", χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε διανομή που έλαβε χώρα μεταξύ των συγκληρονόμων του πατέρα τους. Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα σαφώς προκύπτει ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν είχαν ασκήσει καμιά εμφανή πράξη συννομής στο επίδικο (εξαιρουμένης της τοπογράφησης που έγινε το έτος 2005 και συντάχθηκε το από Ιούλιο 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Β.), ο δε ενάγων επίσης δεν άσκησε ουδεμία πράξη νομής, αφού η δωρεά προς αυτόν έλαβε χώρα το 2009 και κατά τους ισχυρισμούς του ο εναγόμενος τον απέβαλε από τη νομή του και εγκαταστάθηκε ο ίδιος το έτος 2001. Αντίθετα, από τα όπως ανωτέρω αποδεικτικά μέσα προκύπτει σαφώς, πέραν από κάθε αμφιβολία, ότι εμφανείς πράξεις νομής επί του επιδίκου και δη την καλλιέργεια των ελαιοδένδρων, αλλά και εν γένει τον καθαρισμό και την επίβλεψή του ασκούσε η μητέρα των διαδίκων Α. από τον γάμο της και μετά, συνεπικουρούμενη από τον σύζυγό της Κ. και αργότερα από εργάτες και τέλος από τον εναγόμενο γιο της Δ., ο οποίος συνέχισε μετά τον θάνατό της το 1998 και την επαγωγή της κληρονομίας της σ' αυτόν την άσκηση επί του επιδίκου όμοιων πράξεων νομής με διάνοια κυρίου. Ανεξαρτήτως όμως του ότι δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι η ανωτέρω ασκούσε τις ως άνω πράξεις νομής αποκλειστικά για τον εαυτό της και ότι του γεγονότος αυτού είχαν λάβει γνώση (και πότε) όλοι οι συγκληρονόμοι της (λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθεισών επιστολών του συζύγου της και εκτιμωμένου ότι και η ίδια ήταν σύμφωνη με τα γραφόμενα του συζύγου της και, ως εκ τούτου, δεν ανταποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εναγόμενου γιου της ότι το επίδικο είχε περιέλθει σ' αυτήν λόγω άτυπης προίκας του πατέρα της ήδη από το 1928 και συνεπώς ότι είχε καταστεί κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία), καθώς επίσης (δεν προέκυψε με βεβαιότητα) και ότι ο εναγόμενος το νεμόταν από το 1998 και εντεύθεν με καλή πίστη, μη γνωρίζοντας ότι η μητέρα του αναγνώριζε τα κληρονομικά δικαιώματα των συγκληρονόμων της επ' αυτού και, ως εκ τούτου, δεν το νεμόταν με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας έως την άσκηση της αγωγής, πέραν βέβαια του ιδανικού μεριδίου της μητέρας του (το οποίο απέκτησε από την επαγωγή της κληρονομίας αλλά και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), αλλά και δεν είχε συμπληρώσει τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπό του (πέραν του ιδανικού μεριδίου της μητέρας του), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο Ι, ο ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου. Και τούτο διότι: Με βάση όλα όσα προέκυψαν και προεκτέθηκαν, δεν απέδειξε, όπως είχε το βάρος να αποδείξει, ότι οι δικαιοπάροχοί του είχαν καταστεί (συγ)κύριοι του επιδίκου κατά τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου 20/32 ο πρώτος και 9/32 ο δεύτερος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όταν του τα μεταβίβασαν το 2009, αφού δεν προέκυψε ούτε η άτυπη διανομή όλων των συγκληρονόμων τους το έτος 1970, ούτε οι απαιτούμενες εμφανείς πράξεις τους συννομής επ' αυτού με διάνοια συγκυρίων κατά τα μεταβιβασθέντα ιδανικά μερίδια, επομένως δεν κατέστη κύριος αυτού με τον παράγωγο τρόπο της δωρεάς, αφού τα έλαβε από μη συγκυρίους (πλην των δικών τους ιδανικών μεριδίων για τα οποία παρακάτω), αλλά ούτε βέβαια με τα προσόντα της τακτικής αλλά και έκτακτης χρησικτησίας, ελλείψει εμφανών πράξεων νομής επ' αυτού με τις προϋποθέσεις που έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο Ι. Θα μπορούσαν μόνο να του είχαν μεταβιβάσει τα δικά τους ιδανικά μερίδια, που περιήλθαν σ' αυτούς από την κληρονομία του πατέρα τους, ήτοι 29/224 ο καθένας, εφόσον όμως θα είχε προηγηθεί αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομίας τους, πράγμα που δεν έγινε ούτε πριν ούτε μετά τη σύμβαση της δωρεάς και μέχρι το θάνατό τους, που συνέβη μεταγενέστερα.". Κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ, των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, κατ' άρθρο 92§1 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφαρμόζονται, όταν ο κληρονομούμενος πέθανε, όπως στην υπόθεση που εκδικάζεται, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.02.1946), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι (heredes volountarii, extranei), στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο ν. 2310/1920 "Περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", εκτός από τους οικείους (sui), δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αποκτούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά (hereditas delata) με μονομερή δήλωση της βουλήσεώς τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία - hereditatis aditio), που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία. Η δήλωση αυτή, η οποία δεν υποβαλλόταν εκ του νόμου σε κάποιας μορφής τύπο, εκτός αν γινόταν επ' ωφελεία απογραφής, μπορούσε να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, να συνάγεται, δηλαδή, από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξή (pro herede gestio) του σε αυτή και απόκτησή της, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός γι' αυτή τύπος. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν την αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν είχε προθεσμία και, επειδή ήταν προσωπικό, χανόταν με τον θάνατο του κληρονόμου. Επίσης, κατά το ίδιο δίκαιο, αν στην κληρονομία υπήρχε ακίνητο, για την απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος σε αυτό από τον κληρονόμο, δεν απαιτούνταν μεταγραφή της παραπάνω δηλώσεώς του για αποδοχή - υπεισέλευση στην κληρονομία και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (Α.Π. 752/2019). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016). Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την περίπτωση α' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1710§1, 1193, 1195, 1198, 1199 του Α.Κ., 92§1 του Εισ.Ν.Α.Κ. και προαναφερθείσες του προϊσχύσαντος βζρδ με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένο συμπέρασμα και να απορρίψει την έφεσή του και εν τέλει την αγωγή του αντί να δεχθεί αυτή (αγωγή), δεκτής γενομένης της εφέσεώς του. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, καίτοι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοί του Γ. Κ. του Α. και της Γ. και Ι. Κ. του Α. και της Γ., ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1938 πατέρα τους Α. Κ. του Μ. είχαν αποκτήσει έκαστος ποσοστό 3/32 του επιδίκου ακινήτου ("... διότι πράγματι τους ανήκαν ..." εν τούτοις, επειδή δεν είχαν αποδεχθεί τις επαχθείσες σ' αυτούς κληρονομίες και δεν είχαν προβεί σε μεταγραφή των πράξεων αποδοχής τους, παρότι είχαν υπεισέλθει στην κληρονομία του αποβιώσαντος, δεν κατέστησαν κύριοι των ως άνω ποσοστών εξ αδιαιρέτου με αποτέλεσμα να μη δύνανται να τα μεταβιβάσουν σ' αυτόν (αναιρεσείοντα). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλ' είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, ορθώς, αν και πλεοναστικώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απήτησε, για τη μεταβίβαση των ως άνω ποσοστών (συγ)κυριότητας στον αναιρεσείοντα, την πραγματοποίηση, πριν τη μεταβίβαση, μεταγραφής των πράξεων αποδοχής της κληρονομίας του Α. Κ. του Μ. και, τούτο, διότι δεν δέχθηκε ότι είχε προηγηθεί υπεισέλευση των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος στην κληρονομία του πατέρα τους (Α. Κ. του Μ.). Η παραδοχή ότι "... 3) σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ... ότι τα λοιπά στη ζωή ετεροθαλή αδέλφια της Α., πλην των Δ., Γ. και Ι., ενδιαφέρονταν για την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους στη Σάμο και συμμετείχαν στην αναφερόμενη άτυπη διανομή αυτή και ... ) δεν σημαίνει αυτονοήτως ότι το όποιο ενδιαφέρον των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε μάλιστα η διενέργεια της επικαλούμενης άτυπης διανομής συνιστά υπεισέλευση, ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να συνιστά υπεισέλευση επ' ωφελεία απογραφής ή άσκηση του δικαιώματος διασκέψεως (spatium deliberandi) προ της αποκρούσεως (αποποιήσεως) της κληρονομίας. Περαιτέρω, η παραδοχή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι "... τα μόνα ποσοστά (συγ)κυριότητας επί του επιδίκου που θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν στον ενάγοντα από τους ανωτέρω δωρητές, διότι πράγματι τους ανήκαν ... " δεν έχει την έννοια της αποδοχής ότι προηγήθηκε υπεισέλευση εκ μέρους των δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος στην κληρονομία του πατέρα τους (Α. Κ. του Μ.), αλλά σημειώνεται, ως επισήμανση, ότι μόνο τα εν λόγω ποσοστά εξ αδιαιρέτου θα μπορούσαν να μεταβιβασθούν στον αναιρεσείοντα (και όχι τα αγωγικά), αφού, βεβαίως, είχε χωρήσει υπεισέλευση κατά τα ανωτέρω. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς κρίση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρα 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του, καταθέσαντος προτάσεις, αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-08-2020 αίτηση του Γ. Σ. του Κ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στη Σάμο. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει αναιρεσείων. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ