Αριθμός 1844/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δ' Αθηνών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Θ. χήρας Κ. Ζ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία - Παναγιώτα Λιμνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τη με ημερομηνία κατάθεσης 26-1-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1484/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 61/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1484/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος της ανακοπής της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε η υπ' αριθμ. 2629/14-12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Τσαπάρα, καθώς και οι αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Αθηνών, συνολικού ποσού 255.648,65 ευρώ, λόγω ύπαρξης άκυρου τίτλου προς είσπραξή του. Η αίτηση στρέφεται κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται επίδοση. Επομένως, αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556 564 και 566 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 573 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ ]. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298, 299, 553 παρ. 1 και 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης πριν από την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής, καθιστά την μετά από αυτήν [ αποδοχή ] ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος. Τούτο διότι η αποδοχή αυτή υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και, συνεπώς, μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση της αναίρεσης, δεν χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία όμως μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τρόπους και όχι και σιωπηρώς. Δικονομική έννομη συνέπεια της νόμιμης αποδοχής τελεσίδικης απόφασης είναι η απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αναίρεσης ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος [ολΑΠ 15/2008, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 454/2020]. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν νομότυπα είκοσι ημέρες πριν από τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης [άρθρο 570 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ], ζήτησε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, διότι το αναιρεσείον αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης και πριν από την άσκηση της έφεσης και της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προέβη εκουσίως και αυτοβούλως στην άρση της επίδικης έκθεσης κατάσχεσης, λόγω τακτοποίησης του χρέους της αναιρεσίβλητης, συνολικού ύψους 255.648,65 ευρώ και συγκεκριμένα ότι με την υπ' αριθμ. 41979/24-10-2013 πράξη του αναιρεσείοντος, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Νίκαιας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 4380/31-10-2013 πιστοποιητικό εγγραπτέας πράξης, το αναιρεσείον συναίνεσε ρητώς στην ανάκληση της επίδικης αναγκαστικής κατάσχεσης, λόγω τακτοποίησης του επιδίκου χρέους της αναιρεσίβλητης. Προκειμένου, όμως, περί του Δημοσίου η αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης κατ' αυτής ενδίκου μέσου πρέπει να εκδηλωθεί σαφώς και με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων, όπως αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 3086/2002 ''περί οργανισμού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους'', με το οποίο ορίζεται ότι για την παραίτηση του Δημοσίου από την άσκηση ενδίκων μέσων πρέπει να υπάρξει γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής ή τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (βλ. ΑΠ 185/2018). Κατά συνέπεια, αφού δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας γνωμοδότησης, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι το Δημόσιο παραιτήθηκε από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν....β)...ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη.". Κατά δε το άρθρο 75 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητας". Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΕΔΕ, πριν την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α 288/31.12.2013), "1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ους έχει ανατεθή η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου. 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένας νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά τον νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι' ην οφείλεται. β) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών αποδεικνυομένη οφειλή, γ) Η εξ εγγράφων δημοσίων ή ιδιωτικών πιθανολογούμενη κατά την έννοιαν του άρθρου 347 Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας ως προς την ύπαρξιν και το ποσό αυτής οφειλή. 3. Εις τας περιπτώσεις β' και γ' της προηγουμένης παραγράφου η εις το Δημόσιον Ταμείον βεβαίωσις ενεργείται κατόπιν εγγράφου της κατεχούσης τα έγγραφα Αρχής ή οίκοθεν υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ' όσον ταύτα ευρίσκονται παρ' αυτώ.". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δύο είδη ανακοπών: Την ανακοπή της πρώτης παραγράφου, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, και την ανακοπή της δεύτερης παραγράφου, που ασκείται μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του οφειλέτη. Η διάταξη οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση και των δύο ανακοπών, έτσι ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης λήγει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 73 § 1 και αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής του άρθρου 73 § 2, που είναι ομοίως απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 § 2 ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές) [ΑΠ 991/2019, ΑΠ 139/2018]. Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 73 ΚΕΔΕ και ιδίως εκείνης της παραγράφου 2 περ. α' κατά την οποία ορίζεται ότι, η κατά της αρξαμένης εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτη ασκείται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου εκτέλεσης για τους κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και εάν η εκτέλεση χώρησε με βάση άκυρο τίτλο, ενώ κάθε άλλη αμφισβήτηση περί της ύπαρξης της οφειλής είναι απαράδεκτη στη διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι νόμιμος τίτλος είναι η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωση και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού κ.λπ., προκύπτει ότι με μη νόμιμο τίτλο εξομοιώνεται και η βεβαίωση εσόδου, η οποία δεν έγινε γενικά κατά τους κείμενους νόμους. Εκ τούτου παρέπεται ότι λόγος ανακοπής με περιεχόμενο την αμφισβήτηση της ύπαρξης της οφειλής, εφόσον ο λόγος αυτός αμφισβητεί τη νομιμότητα και το δικαίωμα της βεβαίωσης του εσόδου, δύναται να προταθεί ως λόγος ανακοπής του άρθρου 73 παρ. 2 περ. α' ΚΕΔΕ, χωρίς ο λόγος αυτός να είναι απαράδεκτος, πολύ περισσότερο, καθόσον πρόκειται περί διοικητικής εκτελέσεως, κατά την οποία ο προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού γίνεται σχεδόν πάντοτε χωρίς να μεσολαβήσει, όπως στην κοινή εκτέλεση, η διαδικασία του προσδιορισμού με δικαστική εκκαθάριση και στη συνέχεια με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης [ΑΠ 1267/1985]. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο έχει απαίτηση ύψους 255.648,65 ευρώ κατά της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία '' Κ. Ζ. - Θ. Ζ. Κ. Σ. Ο..Ε..'', της οποίας η αναιρεσίβλητη είναι ομόρρυθμο μέλος, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με αυτήν. Για την απαίτηση αυτή, που προέρχεται από αναπροσαρμογή μισθωμάτων ενός σταθμού αυτοκινήτων, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... της Αθήνας και αφορά το χρονικό διάστημα από την 1-1-1999 έως την 31-12-2010 εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. α) 3313/5-6-2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 5615/2561/31-122/25-5-2009 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, β) 3314/5-6-2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 5614/2560/31-122/25-5-2009 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, γ) 3315/5-6-2009 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον από χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 5616/2562/31-122/25-5-2009 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, δ) 163/13-1-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον από 17-12-2009 χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 13137/6743/Φ.ΜΙ 122/21-12-2009 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, ε) 2495/7-5-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 5616/2562/31-122/25-5-2009 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, στ) 3857/15-7-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 5436/3055/ΦΜΙ-122/25-6-2010 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας, ζ) 5947/8-11-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 7852/4484/ΦΜΙ/29-9-2010 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας και η) 1414/10-3-2011 ατομική ταμειακή βεβαίωση, η οποία εκδόθηκε με βάση τον χρηματικό κατάλογο, συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 952/529/ΦΜΙ/8-2-2011 έγγραφο της ΚΕΔ προς τη Δ.Ο.Υ. Δ' Αθήνας. Από τις παραπάνω οκτώ ατομικές ταμειακές βεβαιώσεις του εκκαλούντος μετά των αντίστοιχων οκτώ βεβαιώσεων, τις τρεις από αυτές (με αριθ. 3313, 3314 και 3315/2009) η μισθώτρια εταιρία προσέβαλε με τις με αριθμούς 134950/234/2009, 134942/233/2009 και 134964/265/2009 ανακοπές της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 1867/2010, 1871/2010 και 1866/2010 αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι ανακοπές αυτές και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες ως άνω ορισθείσες πράξεις, αντίστοιχα. Εξάλλου, με τις με αριθμούς 2205/2012, 2036/2012 και 4203/2012 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκαν οι εφέσεις του εκκαλούντος - Ελληνικού Δημοσίου εναντίον της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Ζ. - Θ. Ζ. Κ. Σ. Ο.", που ασκήθηκαν με σκοπό την εξαφάνιση των με αριθμούς 1866/2010, 1867/2010 και 1871/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης οι ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις έχουν καταστεί αμετάκλητες καθώς απορρίφθηκαν οι ασκηθείσες από το Ελληνικό Δημόσιο αιτήσεις αναίρεσης κατά των με αριθμούς 2205/2012 και 4203/2012 εφετειακών αποφάσεων, εκδοθεισών των με αριθμούς 100/2022 και 99/2022 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ενώ η με αριθμό 2036/2012 απόφαση δεν προσβλήθηκε με κάποιο ένδικο μέσο, όπως προκύπτει από το με αριθμό 17/2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Επίσης η με αριθμό 2495/2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση, ποσού 7.867,93 ευρώ, περιεχόμενη στη με αριθμό 1337/25-5-2010 ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση το χρηματικό κατάλογο τον συνημμένο στο με αριθμό πρωτ. 2300/1275/Φ.ΜΙ-122/19-3-2010 έγγραφο της πρώην ΚΕΔ και νυν ΕΤΑΔ προσβλήθηκε από τη μισθώτρια εταιρεία, δυνάμει της με αριθμό κατάθεσης 185164/646/22-10-2010 ανακοπής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1361/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε η με αριθμό 2495/7-5-2010 ατομική ταμειακή βεβαίωση. Η εν λόγω απόφαση προσβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο δια της από 9-7-2014, με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 7222/2014 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2970/2278/2020 έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1245/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρά την επίδοσή της, οπότε κατέστη αμετάκλητη, όπως προκύπτει από το με αριθμό 1001/2021 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Πριν, όμως, εκδοθούν οι παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις ακύρωσης των τεσσάρων πρώτων ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων, το Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την ιδιότητά της του ομόρρυθμου μέλους της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, την υπ' αριθμ. 2629/14-12-2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ιωάννη Τσαπάρα, με την οποία κατασχέθηκαν αναγκαστικά τα αναφερόμενα ακίνητά της. Κατά των ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων και της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, η ανακόπτουσα άσκησε την ένδικη ανακοπή της και ζήτησε την ακύρωσή τους. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1484/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ακυρώθηκαν οι ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις και η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που έγινε με αυτές, με την αιτιολογία ότι ο τίτλος προς είσπραξη ήταν άκυρος, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 7 παρ. 2 και 5 του Π.Δ. 34/1995, για τη νόμιμη αναπροσαρμογή μισθωμάτων. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 28-12-2015 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 61/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 25.7.1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού εκμίσθωσε στον Κ. Ζ. τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα επί της συμβολής των οδών ..., ο οποίος (σταθμός αυτοκινήτων) αποτελείται από τρεις υπόγειους χώρους, συνολικής επιφάνειας 3.864 τ.μ., και εκμισθώθηκε μαζί με τα μηχανήματα, εγκαταστάσεις και λοιπό εξοπλισμό. Η χρονική διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε για δύο έτη από της παραδόσεως του μισθίου, και το μίσθωμα στο ποσό των 1.015.000 δραχμών μηνιαίως. Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως σταθμός και πλυντήριο αυτοκινήτων, ήτοι επιχειρηματική δραστηριότητα που προστατεύεται από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 (αρθρ. 1 παρ. 1α). Στη συνέχεια, με το από 28-2-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό προσχώρησης σε μισθωτική σχέση, υπεισήλθε στην μίσθωση ως συμμισθώτρια η ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Ζ. - Θ. Ζ. και Σ. Ο..Ε..", η οποία συστάθηκε με το από 23-1-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.265.000 δραχμών. Με το τελευταίο αυτό ιδιωτικό συμφωνητικό η ένδικη μίσθωση παρατάθηκε μέχρι το έτος 1994 και κατά τα λοιπά αναφέρθηκαν στους όρους του προηγούμενου συμφωνητικού χωρίς να γίνει μνεία ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο (συμφωνητικό) για αναπροσαρμογή του μισθώματος. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2376/30-12-1998 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας-Αντωνίας Δαβίλα-Μανδρέκα που μεταγράφηκε νόμιμα, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού μεταβίβασε αιτία πωλήσεως προς το εκκαλούν - καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο ολόκληρη την πολυκατοικία στην οποία βρισκόταν και το μίσθιο και εκχώρησε την μισθωτική σχέση στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο πλέον υπεισήλθε σ' αυτήν ως εκμισθωτής, ενώ η ανακόπτουσα εξακολουθούσε να ασκεί την συμφωνημένη χρήση του μισθίου, καταβάλλοντας το συμφωνηθέν μίσθωμα στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου για λογαριασμό του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι, το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά την διετία 1991-1994 ανερχόταν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο ποσό των 2.265.000 δραχμών ή 6.647,10€. Επειδή δε δεν είχε συμφωνηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος το δικαιοπάροχο του καθ' ου η ανακοπή στην 8.4.1994 απέστειλε στην ανακόπτουσα έγγραφη όχληση, επικαλούμενο την διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2041/1992 που ρύθμιζε τότε θέματα εμπορικών μισθώσεων σχετικά με την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε περίπτωση που ελλείπει συμφωνία, η οποία (αναπροσαρμογή) σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη γινόταν κάθε έτος και ανερχόταν σε ποσοστό 75% του τιμαρίθμου του κόστους ζωής, όπως αυτή είχε καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, για τους αμέσως προηγούμενους μήνες. Με βάση δε τη διάταξη αυτή ζήτησε από την ανακόπτουσα (ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία) το Μετοχικό Ταμείο Στρατού να καταβάλει μίσθωμα αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 8,1%,το οποίο διαμορφωνόταν, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω προϋποθέσεις, από 1-3-1994 στο ποσό των 2.448.500 δραχμών, πλέον τέλους χαρτοσήμου από 3,6% και συνολικά στο ποσό των 2.536.646 δραχμών μηνιαίως το οποίο και κατέβαλε η ανακόπτουσα. Ομοίως, το Μετοχικό Ταμείο Στρατού με το από 27-10-1994 έγγραφό του που κοινοποίησε στην ως άνω εταιρεία - ανακόπτουσα επικαλούμενο τις νέες διατάξεις του νόμου περί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 2 του ν. 2235/1994) και την υπ' αριθμ. 1067780/82/ΠΟΛ. 1149/9-6-1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθόρισε το ύψος του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.733.400 δραχμών και με το από 17-6-1996 έγγραφό του στο ποσό των 6.816.086 δραχμών. Αντίθετα, από το έτος 1995 η ανακόπτουσα κατέβαλε το ποσό των 2.536.646 δραχμών ή 7.444,30 ευρώ ως μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο μετά την έγγραφη από 28-8-1997 όχληση του Μετοχικού Ταμείου Στρατού προς την μισθώτρια αναπροσαρμόσθηκε από 1-3-1997 στο ποσό των 2.570.925 δραχμών, πλέον τέλους χαρτοσήμου 3,6% και συνολικά 2.663.478 δραχμές. Από το έτος δε 1998 και μεταγενέστερα η μισθώτρια κατέβαλε ως μίσθωμα το ποσό των 2.750.925 δραχμών μηνιαίως ή 7544 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου από 3.6%. Μετά την μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ακινήτου στο καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, η μισθώτρια παρακατέθεσε το μίσθωμα, μετά από συμφωνία, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς έκτοτε να οχληθεί εγγράφως περί αναπροσαρμογής του μισθώματος. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην ένδικη μίσθωση που είναι εμπορική και που είχε υπαχθεί στις προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995, όπως αυτές ίσχυαν εκάστοτε, μετά την λήξη της συμβατικής και νόμιμης διάρκειας της (16 έτη) κατέστη αορίστου χρόνου με τις προϋποθέσεις του άρθρου 611 Α.Κ. μη υπαγόμενη πλέον ως προς τη διάρκεια και τη λήξη της στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995. Η μίσθωση αυτή ισχύει, αφού δεν αποδείχθηκε αντίθετη συμφωνία των μερών, με τους όρους της παλαιάς μισθώσεως, εξακολουθεί να διέπεται από το π.δ. 34/1995, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν στην διάρκειά της και συνεπώς εφαρμόζονται και αυτές που αφορούν στην αναπροσαρμογή του μισθώματος... Παρότι όμως δεν οχλήθηκε η ανακόπτουσα (της υπό κρίση ανακοπής) καθόλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 έως 31.12.2010 η "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος η ΕΤΑΔ ΑΕ (τρίτη των καθ' ων η ανακοπή), απέστειλε σε αυτή (ανακόπτουσα) τους υπ' αριθ. 5615/2561/31-122.25.5.2009, 5614/2560/31-122/25.5.2009, 5616/2562/31 -122/25.5.2009, 3137/6743/Φ.ΜΙ-122/21.12.2009, 2300/1275/ΦΜΙ-122/19.3.2010, 5436/3055ΦΜΙ-122/25.6.2010, 7852/4484/ΦΜΙ-122/29.9.2010 και 952/529/ΦΜΙ/8.2.2011 χρηματικούς καταλόγους, ενώ η Δ.Ο.Υ Δ' Αθηνών απέστειλε τις υπ' αριθ. 3313/5.6.2009, 3314/5.6.2009, 3315/5.6,2009, 163/13.1.2010, 2495/7.5.2010, 3857/15.7.2010, 5947/8.11.2010 και 1414/10.3.2011 ατομικές ταμειακές βεβαιώσεις για οφειλόμενα μισθώματα λόγω αναπροσαρμογής για το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 έως 31.12.2010, ποσού, συνολικά 255.648,55 ευρώ.... Η αναπροσαρμογή του μισθώματος, όταν δεν υπάρχει συμφωνία, όπως στην ένδικη περίπτωση, γίνεται με βάση τις παραπάνω διατάξεις του π.δ. 34/1995 αυτόματα μια φορά και δη μετά τη συμπλήρωση της διετίας από της ενάρξεως της μισθώσεως, και στη συνέχεια χωρεί, κάθε έτος με βάρη τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή. Σύμφωνα όμως με την παράγραφο 5 του άρθρου 7 του π.δ. 34/1995 το κατά τον ως άνω τρόπο αναπροσαρμοζόμενο ετησίως μίσθωμα καθίσταται απαιτητό από την κοινοποίηση, κατά ρητή επιταγή του νόμου, εγγράφου οχλήσεως του εκμισθωτή προς τον μισθωτή, στην οποία πρέπει να περιέχεται και πρόσκλησή του να καταβάλει πλέον το αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα που προσδιορίζεται κατά ποσό σ' αυτήν, διότι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν κοινοποιήσει έγγραφη όχληση ή βραδύνει να κοινοποιήσει τέτοια, υφίσταται ο (εκμισθωτής) την οικονομική απώλεια από τα μισθώματα που αντιστοιχούν στον χρόνο καθυστερήσεώς του. Το καθ' ου η ανακοπή - Ελληνικό Δημόσιο, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τέτοιες έγγραφες οχλήσεις για την ένδικη περίοδο από 1.1.1999 έως 31.12.2010 και συνεπώς, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τη γέννηση του δικαιώματος του εκκαλούντος περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, δεν υφίσταται τέτοια αξίωση κατά της ανακόπτουσας που να θεμελιώσει νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του αιτουμένου ποσού - δημοσίου εσόδου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το καθ' ου - Ελληνικό Δημόσιο, και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο τρίτος λόγος της ανακοπής....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή ως βασίμου του τρίτου λόγου της ανακοπής της αναιρεσίβλητης, έκανε αυτήν δεκτή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2629/14.12.2011 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Τσαπάρα και τις υπ' αριθ. 3313/5.6.2009, 3314/5.6.2009, 3315/5.6.2009, 163/13.1.2010, 2495/7.5.2010, 3857/15.7.2010, 5947/8.11.2010 και 1414/10.3.2011 ατομικές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Δ' Αθηνών συνολικού ποσού διακοσίων πενήντα πέντε χιλιάδων εξακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (255.648,65). Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της ανακοπής του άρθρου 73 παρ.2 περ. α' του ΚΕΔΕ, τον οποίο έκρινε βάσιμο, ούτε και παραβίασε την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 5 του π.δ. 34/1995, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τη γέννηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος περί αναπροσαρμογής του μισθώματος του ακινήτου του και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται τέτοια αξίωση αυτού κατά της μισθώτριας του ακινήτου ομόρρυθμης εταιρίας, καθώς και κατά της αναιρεσίβλητης, ως ομορρύθμου μέλους αυτής, αφού δεν υπήρξαν οι απαιτούμενες, κατά το ως άνω άρθρο 7 παρ. 5 του π.δ. 34/1995, έγγραφες οχλήσεις του αναιρεσείοντος προς την μισθώτρια εταιρία για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2010 και, ως εκ τούτου, η βεβαίωση εσόδων με τις προσβαλλόμενες ατομικές ταμειακές βεβαιώσεις δεν έγινε σύμφωνα με το νόμο και γι' αυτό εξισούται η βεβαίωση αυτή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, με άκυρο τίτλο. Συνεπώς, παραδεκτά, μετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής, με περιεχόμενο την αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του αναιρεσείοντος, αφού με αυτόν αμφισβήτησε τη νομιμότητα και, συνακόλουθα, το δικαίωμα βεβαίωσης του εσόδου. Επομένως, το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του λόγου ανακοπής, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αρ. 1 και 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, ορίζεται ότι ''Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανόμενη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικο δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεως του ελαχίστου ορίου διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυνάμενη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χάρτινας δραχμάς''. Με το άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 ορίστηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αναπροσαρμόζονται τα χρηματικά ποσά, για τα οποία διαλαμβάνει [μεταξύ άλλων] και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του Ν. 427/1945 ''περί κώδικος του Νομικού Συμβουλίου διατάξεων'', όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 7/20 Ιουνίου 1957 [άρθρο 22 του Ν. 3693/1957]. Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 134423/8-12 1992/20-1-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [ΦΕΚ Β' 11/201-1993], με την οποία η αποδοτέα στο διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου αναπροσαρμόστηκε με την παρ. 2 του άρθρου μόνου αυτής στο ποσό των 100.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, επιτρέπεται επιδίκαση δικαστικής δαπάνης μέχρι του ποσού των 100.000 δραχμών [ήδη 293 ευρώ, κατά τα άρθρα 3 παρ. 1 και 5 παρ. 4 του Ν. 2943/2001], μόνο στην περίπτωση ολικής νίκης του διαδίκου ή του Ελληνικού Δημοσίου σε βάρος του ηττηθέντος αντιδίκου του [ΑΠ 576/2018]. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ως προς την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, ο αναιρετικός έλεγχος ασκείται μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι οι ως άνω διατάξεις, όπως και αυτή του άρθρου 176 ΚΠολΔ, συνιστούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1813/2022, ΑΠ 928/2021, ΑΠ 9456/2018, ΑΠ 218/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 1484/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έγινε δεκτή η από 23-1-2011 ανακοπή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αναφερόμενης αναγκαστικής κατάσχεσης και των ταμειακών βεβαιώσεων, στις οποίες αυτή στηρίχθηκε. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 28-12-2015 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 61/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδικάστηκε το Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του ύψους 500 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την καταδίκη του Ελληνικού Δημοσίου στα έξοδα της αντιδίκου του ύψους 500 ευρώ, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, την οποία εφάρμοσε εσφαλμένα, αφού υπολόγισε τα έξοδα της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 500 ευρώ, που υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 293 ευρώ. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, απορριπτομένης αυτής κατά τα λοιπά, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη αυτής για τα δικαστικά έξοδα ύψους 500 ευρώ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της οικονομίας της δίκης, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και να δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να επιβληθούν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστικά έξοδα ύψους 293 ευρώ για τη δευτεροβάθμια δίκη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε [ενόψει και της μη αυτοτέλειας του αναιρετικού λόγου για τα δικαστικά έξοδα, που προβάλλεται μόνο μετά αναιρετικού λόγου για την κύρια υπόθεση], μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 22 του Ν. 5693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 61/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, μόνο κατά τη διάταξή της περί επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου και απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5-5-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό. Επιβάλλει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τα έξοδα της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών [293] ευρώ. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών [293] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ