Αριθμός 1687/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Τ. του Κ. και 2) Α. Σ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τόλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία". Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5070/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4909/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες Ζ. Τ. και Α. Σ. (ήδη αναιρεσείοντες) άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΕ") την από 19.1.2012 αγωγή τους, με την οποία επικαλέσθηκαν: 1) ότι μεταξύ αυτών και της εναγομένης καταρτίστηκε η ... δανειακή σύμβαση (τύπου "balloon"), δεκαπενταετούς διάρκειας, με την οποία η τελευταία τους χορήγησε έντοκο στεγαστικό δάνειο ποσού 10.000.000 δραχμών (ή 29.347,03 ευρώ), με υποχρέωση αυτών για συνεχείς μηνιαίες καταβολές των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του ποσού του δανείου, για 180 μήνες (ήτοι για 15 έτη), αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του έτους 2000, 2) ότι, πριν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, με υπόδειξη των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης, καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου αυτών (εναγόντων) και της αναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, με ασφαλισμένο κεφάλαιο ισόποσο με το ανωτέρω ποσό του δανείου και με υποχρέωση καταβολής από αυτόν ασφαλίστρου σε εξαμηνιαίες δόσεις, ποσού 807,51 ευρώ εκάστη, από την έναρξη της ασφάλισης, στις 27.10.1999, μέχρι τη λήξη της, στις 27.10.2014, 3) ότι, ακολούθως, μεταξύ του ασφαλισμένου πρώτου αυτών και της εναγομένης καταρτίστηκε η από ... σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης του ως άνω ασφαλιστήριου συμβολαίου, με την οποία, για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης της τελευταίας από την σύμβαση δανείου, συνεστήθη υπέρ αυτής (εναγομένης) εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου επί της απαίτησης του πρώτου αυτών κατά της αντισυμβαλλομένης του ασφαλιστικής εταιρίας για καταβολή του ασφαλίσματος, ποσού 29.383,75 ευρώ (δηλαδή σχεδόν ισόποσο του χορηγηθέντος δανείου των 29.347,03 ευρώ) και της εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα και οι αγωγές από την ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, 4) ότι, με ρητούς όρους της σύμβασης δανείου (2α και 2β του Προσαρτήματος Ι), συμφωνήθηκε αφενός ότι, κατά την πληρωμή από αυτούς (ενάγοντες) προς την εναγομένη (δανείστριά τους) της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων, θα καταβληθεί σ' αυτήν ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου του δανείου από το ισόποσο ασφάλισμα του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου που της είχε εκχωρηθεί και αφετέρου ότι η εναγομένη θα είχε δικαίωμα να απαιτήσει από τους ίδιους την απόδοση του χορηγηθέντος δανείου, μόνο σε περίπτωση μη καταβολής των ασφαλίστρων από τον υπόχρεο πρώτο αυτών με συνέπεια την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης και 5) ότι, αν και δεν επήλθε η τελευταία αυτή περίπτωση, καθόσον η άδεια της ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε τον Απρίλιο του έτους 2010 και ήταν πλέον αδύνατη έκτοτε η καταβολή των ασφαλίστρων από τον πρώτο αυτών (εναγόντων), χωρίς υπαιτιότητά του, ενώ και οι ίδιοι κατέβαλαν ανελλιπώς στην εναγομένη τους δεδουλευμένους τόκους μέχρι τον Ιανουάριο 2012, η τελευταία με την από 28.7.2011 επιστολή της αξίωσε από τους ίδιους την καταβολή του άληκτου κεφαλαίου του δανείου, ποσού 29.347,03 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να το αξιώσει αποκλειστικά και μόνο από την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία ως ασφάλισμα λόγω της εκχώρησης της απαίτησης από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί: α) ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η από ... σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστήριου συμβολαίου που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου αυτών και της εναγομένης, με συνέπεια, λόγω της εκχώρησης, να έχει αποξενωθεί ο πρώτος αυτών (εκχωρητής) από την εκχωρηθείσα απαίτηση καταβολής του ασφαλίσματος και να έχει καταστεί αποκλειστική δικαιούχος αυτής η εναγομένη (εκδοχέας), β) ότι αυτοί (ενάγοντες) δεν οφείλουν στην εναγομένη το αξιούμενο από αυτήν άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ποσού 29.347,03 ευρώ, αφού, με ρητό όρο της δανειακής σύμβασης, είχε δικαίωμα η τελευταία να απαιτήσει το ποσό του δανείου από τους οφειλέτες της μόνο σε περίπτωση μη πληρωμής των ασφαλίστρων του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πλην όμως δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή και γ) ότι η εναγομένη, λόγω της γενόμενης εκχώρησης, οφείλει να αξιώσει την καταβολή του ανωτέρω άληκτου ποσού του δανείου αποκλειστικά από την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία και όχι από τους ίδιους. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5070/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά την τακτική διαδικασία), με την οποία απορρίφθηκαν, ως ουσιαστικά αβάσιμα: 1) το υπό στοιχ. α' αγωγικό αίτημα με την αιτιολογία ότι δεν έλαβε χώρα αναγγελία της ως άνω εκχώρησης (με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης-εκχώρησης κατ' άρθρο 39 παρ. 2 του ν.δ. 17.7/13.8.1923) προς την ασφαλιστική εταιρία, με συνέπεια την μη ολοκλήρωση αυτής και, συνακόλουθα, την μη αποξένωση του πρώτου ενάγοντος από την αξίωσή του από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την καταβολή του ασφαλίσματος και 2) το υπό στοιχ. γ' αγωγικό αίτημα με την αιτιολογία ότι, ανεξαρτήτως της μη εξόφλησης του συνόλου των τόκων από τους ενάγοντες, η εκχώρηση από τον πρώτο αυτών της απαίτησής του από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο προς την εναγόμενη τράπεζα για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της τελευταίας από την μεταξύ τους δανειακή σύμβαση, δεν συνεπάγεται και την απόσβεση της ασφαλιζόμενης απαίτησης, ούτε δημιουργεί υποχρέωση της εναγομένης να στραφεί αποκλειστικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της από την ένδικη σύμβαση δανείου, και, στη συνέχεια, αφού έγινε δεκτή η αγωγή μόνο ως προς το υπό στοιχ. β' αίτημά της, αναγνωρίσθηκε ότι οι ενάγοντες δεν οφείλουν να καταβάλουν στην εναγομένη το, κατά την 28.7.2011, άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ήτοι το ποσό των 29.347,03 ευρώ, λόγω της εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος μη καταβολής των εξαμηνιαίων δόσεων ασφαλίστρων, που προβλέπονται στο ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε έφεση μόνο η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των εναγόντων και την απόρριψη της αγωγής αυτής στο σύνολό της. Επί της ανωτέρω από 2.8.2016 έφεσης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 4909/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή (έφεση) έγινε δεκτή και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή, κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση και απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το μεταβιβασθέν στο Εφετείο υπό στοιχ. β' αρνητικό αναγνωριστικό αίτημά της. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης οι εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως κατατεθείσα την 2.7.2020, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία δημοσιεύθηκε την 2.9.2019 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στους αναιρεσείοντες (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι στο Δικαστήριο τούτο παρίσταται ως αναιρεσίβλητη, η τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΕ", ως καθολική διάδοχος της αρχικής αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", λόγω διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και σύσταση της ήδη παριστάμενης εταιρίας, όπως η διάσπαση αυτή εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 31847/20.3.2020 απόφαση του αρμόδιου Τμήματος του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. ΙΙ. Κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέως, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικώς την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ` αυτόν (ΑΠ 632/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 376/2020). Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης. Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή-εκδοχέα (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 1537/2004, ΑΠ 1463/1998). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" (που, κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του ως άνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρείας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσεως, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως βάσει του χρόνου γέννησής της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία. Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019). Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικώς για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαίτησης, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαίτησης σ' αυτόν κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/2015). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 1224 εδ. α`, 1235 αριθ. 1, 1243 αριθ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Κατά την αληθή έννοια της ως άνω διάταξης, ισχυρισμοί που αναφέρονται σε κεφάλαια, τα οποία δεν προσβάλλονται με την έφεση, είναι απαράδεκτοι, γιατί είναι άσχετοι προς το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης. Συνεπώς, είναι απαράδεκτοι και οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 302/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το μήνα Οκτώβριο του 1999 οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), ενδιαφερόμενοι να λάβουν τραπεζικό δάνειο για τη χρηματοδότηση των εργασιών επισκευής της οικίας τους, απευθύνθηκαν στην εναγομένη τραπεζική εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη), στο υποκατάστημά της στην Αθήνα επί της οδού .... Εκεί, μετά από διαπραγματεύσεις, κατά τις οποίες οι αρμόδιοι υπάλληλοι του εν λόγω υποκαταστήματος της εναγομένης τους υπέδειξαν διάφορες μορφές δανειακών συμβάσεων, οι ενάγοντες επέλεξαν και αποφάσισαν να συνάψουν με την εναγομένη έντοκο δάνειο τύπου balloon. Στα πλαίσια του δανειακού αυτού τύπου πριν από την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, θα καταρτιζόταν μία σύμβαση ασφάλισης ζωής, ίσης διάρκειας, μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το ακολούθως χορηγούμενο από την εναγομένη στους ενάγοντες δάνειο, θα αποπληρωνόταν με την εφάπαξ καταβολή του ισόποσου τούτου ασφαλίσματος που θα εδικαιούτο από την άνω ασφαλιστική εταιρία ο πρώτος ενάγων ως ασφαλισμένος, κατά τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, κατόπιν εκχωρήσεως της απαιτήσεώς του αυτής στην εναγομένη τράπεζα, λόγω ενεχύρου, και μέχρι τότε οι δανειολήπτες ενάγοντες θα κατέβαλαν στην εναγομένη τράπεζα, τους δεδουλευμένους τόκους επί του δανείου τους, σε μηνιαίες δόσεις, στη δε ασφαλιστική εταιρία ο πρώτος ενάγων θα κατέβαλε τα συμφωνημένα, ανά εξάμηνο, ασφάλιστρα. Με τη συνδυαστική αυτή σύναψη δανειακής συμβάσεως, ασφαλιστικής συμβάσεως ζωής και σύμβασης ενεχύρου και εκχωρήσεως, εξασφαλιζόταν η αποπληρωμή του δανείου προς την δανείστρια εναγομένη εφάπαξ κατά τη λήξη του με την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ίσης διάρκειας και την καταβολή του ασφαλίσματος κατά τη λήξη της, ο, εκ των δύο δανειοληπτών, ασφαλισμένος συμμετείχε κατά τους όρους της σύμβασης κατά τη λήξη της στα κέρδη της ασφαλιστικής εταιρίας και η τελευταία εισέπραττε προς τούτο τα ασφάλιστρα στις συμφωνημένες δόσεις. Σε εκτέλεση της επιλογής του εν λόγω τύπου δανείου, καταρτίστηκε αρχικά μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας η από 4-11-1999 ασφαλιστική σύμβαση, για την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .../… ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η ασφαλιστική κάλυψη του κινδύνου αδυναμίας αποπληρωμής του δανείου που επρόκειτο να χορηγήσει η εναγομένη τράπεζα στους ενάγοντες, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου πρώτου ενάγοντος. Ειδικότερα, με την άνω ασφαλιστική σύμβαση ο πρώτος ενάγων συμβλήθηκε ως ασφαλισμένος και λήπτης της ασφάλισης και του παρασχέθηκε από την αντισυμβαλλομένη του ασφαλιστική κάλυψη για τους κινδύνους ζωής και υγείας του, ενώ για τη περίπτωση θανάτου του συμφωνήθηκε ότι το ασφάλισμα, ύψους 10.012.515 δραχμών, θα καταβαλλόταν στην εναγομένη δανείστρια τραπεζική εταιρία, η οποία ορίστηκε για την ασφαλιστική αυτή περίπτωση δικαιούχος του άνω ασφαλίσματος κατά ποσοστό 100%. Η διάρκεια της ασφάλισης ορίστηκε δεκαπενταετής, με έναρξη ισχύος στις 27-10-1999 και λήξη στις 27-10-2014 και τα ασφάλιστρα συμφωνήθηκαν στο ποσό των 275.158 δραχμών ανά εξάμηνο. Δώδεκα ημέρες μετά τη σύναψη της άνω ασφαλιστικής συμβάσεως, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης τράπεζας, καταρτίστηκε η επίδικη υπ'αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας η δανείστρια τράπεζα χορήγησε στους δανειολήπτες-ενάγοντες δάνειο ποσού 10.000.000 δραχμών για τη χρηματοδότηση της εκτέλεσης εργασιών βελτίωσης της οικίας τους. Η διάρκεια και αυτής της σύμβασης ορίστηκε δεκαπενταετής (180 μηνών) και το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο, με επιτόκιο σταθερό, ποσοστού 10,50% για τους πρώτους τριάντα έξι μήνες από την εκταμίευση του δανείου και για το επόμενο χρονικό διάστημα συμφωνήθηκε έντοκο με κυμαινόμενο επιτόκιο, ίσο προς το Βασικό Στεγαστικό Επιτόκιο της εναγομένης, όπως αυτό θα ίσχυε την τελευταία ημέρα κάθε προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 2%. Οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τους δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού του δανείου τους, στην εναγομένη, σε μηνιαίες δόσεις για τους 180 μήνες διάρκειας της σύμβασης, κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, η οποία ορίστηκε ως δήλη ημέρα καταβολής, αρχής γενομένης από την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μηνός Ιανουάριου του 2000. Η καταβολή του κεφαλαίου του δανείου στην εναγομένη συμφωνήθηκε να γίνει από το ισόποσο τούτου ασφάλισμα που θα δικαιούτο ο ασφαλισμένος πρώτος ενάγων από την άνω ασφαλιστική εταιρία κατά το χρόνο λήξης της μεταξύ τους σύμβασης, καταβάλλοντάς της μέχρι τότε κανονικά τα συμφωνημένα ασφάλιστρα, και θα το εισέπραττε η εναγομένη τράπεζα εφάπαξ, όταν οι ενάγοντες δανειολήπτες θα της κατέβαλαν την τελευταία οφειλόμενη μηνιαία δόση των δεδουλευμένων τόκων του δανείου τους. Ειδικότερα, με ρητό όρο της δανειακής σύμβασης (όρος 2 του προσαρτήματος I) συμφωνήθηκε ότι κατά την αποπληρωμή προς την εναγομένη της τελευταίας δόσης των δεδουλευμένων τόκων εκ μέρους των εναγόντων θα αποδιδόταν στην εναγομένη επιπλέον ολόκληρο το ποσό του κεφαλαίου του δανείου "από το ασφάλισμα του υπ'αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου". Για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων της εναγομένης δανείστριας τράπεζας από την δανειακή σύμβαση καταρτίστηκε την ίδια ημέρα μεταξύ αυτής και του πρώτου ενάγοντος η από 16-11-1999 έγγραφη "σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστηρίου συμβολαίου σε ασφάλεια στεγαστικού δανείου". Με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε ότι, για την εξασφάλιση κάθε απαίτησης της δανείστριας τράπεζας προερχομένης από τη δανειακή σύμβαση για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, καθώς και από οποιαδήποτε άλλη απαίτησή της κατά του πρώτου ενάγοντος, αυτός συνιστά εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου υπέρ της επί κάθε απαιτήσεώς του απορρέουσας από το υπ'αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά της αντισυμβαλλομένης του σε αυτό ασφαλιστικής εταιρίας "...", παραδίδοντας το ασφαλιστήριο λόγω ενεχύρου στην εναγομένη -ενεχυρούχο δανείστρια- τράπεζα. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος δήλωσε ότι εκχωρεί στην εναγομένη με το ενέχυρο αυτό και όλα σχετικά δικαιώματά του, προσωπικά και πραγματικά και τις σχετικές αγωγές, και υποσχέθηκε την εν λόγω απαίτηση αποκλειστικής κυριότητάς και ελευθέρας διαθέσεώς του, απαλλαγμένη από κάθε άλλη ενεχυρίαση, συμψηφισμό, απαίτηση τρίτου ή κατάσχεση. Αντίστοιχα η εναγομένη ενεχυρούχος τράπεζα, ως δικαιούχος της ενεχυριαζομένης απαιτήσεώς δήλωσε ότι δικαιούται να ασκεί τα εκ του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου απορρέοντα δικαιώματα και να προβαίνει κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και άνευ συμπράξεως του πρώτου ενάγοντος-ενεχυριαστή και ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο ή μη των απαιτήσεώς της που προκύπτουν από τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση, στη λήψη του ασφαλιζόμενου ποσού. Περαιτέρω η εναγομένη εξουσιοδοτήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα, ανέκκλητα, να φέρει, κατά την κρίση της, οποτεδήποτε και χωρίς τη μεσολάβηση ή σύμπραξη του πρώτου ενάγοντος-ενεχυριαστή είτε σε πίστωση της, δια του ενεχύρου, ασφαλιζόμενης απαίτησής του, είτε να καταθέτει αυτό σε έντοκη κατάθεση με επιφύλαξη του εκ του ενεχύρου δικαιώματος και το τυχόν υπόλοιπο μετά την πλήρη ικανοποίησή της να το αποδίδει στον ενεχυριαστή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει κατά το χρόνο εκείνο οποιαδήποτε οφειλή του προς τη ίδια από οποιαδήποτε αιτία. Επιπρόσθετα, με την ίδια σύμβαση, συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα δεν κωλύεται από το ενέχυρο αυτό που συνιστάται επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της που ασφαλίζονται με την παρούσα σύμβαση ενεχύρου (όρος 8). Ειδικότερα η εναγομένη, δυνάμει ρητών, και όλων ουσιωδών, όρων της ένδικης δανειακής σύμβασης, είχε κατά των εναγόντων οφειλετών της, μεταξύ άλλων, απαίτηση α) για καταβολή του ανεξόφλητου ποσού του δανείου σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις στην περίπτωση μη αποπληρωμής από τον πρώτο ενάγοντα -που ήταν ένας εκ των δύο δανειοληπτών-οφειλετών της- των ασφαλίστρων του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που θα έχει σαν συνέπεια την?ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψής του, από τον μήνα της αναγγελίας ακύρωσης της ασφαλιστικής κάλυψης (2β όρος του προσαρτήματος I της δανειακής σύμβασης) και β) να επιδιώξει την είσπραξη ολοκλήρου του άληκτου ανεξόφλητου δανείου, κηρύσσοντας αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό β1) με καταγγελία της σύμβασης, κατά τη απόλυτη κρίση της, σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους της (8ος όρος) και β2) με απλή έγγραφη δήλωσή της, κατά την ελεύθερη κρίση της, προς τους ενάγοντες-οφειλέτες της, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στον όρο 8, ως και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, είτε η αξία των κατά την δανειακή σύμβαση και το προσάρτημα αυτής ασφαλειών μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ'οιονδήποτε τρόπο (10ος όρος περ. α' και ε'). Έτσι με τον παραπάνω μηχανισμό και με δεδομένο ότι η ενεχυρίαση ονομαστικής απαίτησης για την εξασφάλιση τραπεζικών απαιτήσεων από πιστωτικές συμβάσεις έχει ως συνέπεια την εκχώρηση των ενεχυριαζόμενων απαιτήσεων (άρθ. 39 παρ. 1, 44 ν.δ. 17.7/13.8.1923)..., ο πρώτος ενάγων προέβη με την άνω, από 16-11-1999 σύμβαση ενεχυρίασης, στην εκχώρηση προς την εναγομένη της απαίτησής του κατά της προαναφερόμενης αντισυμβαλλομένης του ασφαλιστικής εταιρίας, πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, όπως άλλωστε ρητά ορίστηκε, διατηρώντας βέβαια η εναγομένη κατά των οφειλετών της-εναγόντων όλες τις απορρέουσες από την ένδικη δανειακή τους σύμβαση απαιτήσεις της, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες. Η προβλεπόμενη στην εν λόγω σύμβαση ενεχυρίασης εκχώρηση της αξίωσης καταβολής του ασφαλίσματος προς την εναγομένη δεν ολοκληρώθηκε, διότι ουδέποτε αναγγέλθηκε η εκχώρηση αυτή προς την ασφαλιστική εταιρία με οποιονδήποτε τρόπο και δη με τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 39 παρ.2 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 τύπο της αναγγελίας αυτής, με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης προς την ασφαλιστική εταιρία, όπως απαιτείται, για να επέλθουν τα αποτελέσματά της. Επομένως, επειδή η εκχώρηση δεν ολοκληρώθηκε, ο πρώτος ενάγων ουδέποτε αποξενώθηκε από την αξίωσή του εκ του υπ'αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου για την καταβολή του προβλεπόμενου σε αυτό ασφαλίσματος, ούτε η εναγομένη τράπεζα κατέστη αποκλειστική δικαιούχος αυτού. Τα ανωτέρω κρίθηκαν και με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου για το λόγο αυτό κατ' ουσία του υπό το στοιχείο α' αγωγικού αιτήματος που αφορά στην επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ως τετελεσμένη και έγκυρη, εκχώρηση του ασφαλίσματος στην εναγομένη και περαιτέρω, αφού κρίθηκε ότι η εναγομένη τράπεζα δεν απώλεσε το δικαίωμά της να στραφεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της από το επίδικο δάνειο κατά των εναγόντων-οφειλετών της με αποκλειστικά υπόχρεη προς τούτο την αναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, απορρίφθηκε κατ' ουσία και το υπό στοιχείο γ' σχετικό αίτημα της αγωγής, και τα κεφάλαια αυτά της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν προσβλήθηκαν με έφεση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στη θέση της αρχικής αντισυμβαλλομένης του πρώτου ενάγοντος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ασφαλιστικής εταιρίας "... ... ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ" υπεισήλθε, λόγω συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 145/8-1-2002) και στη συνέχεια η επωνυμία της τελευταίας τροποποιήθηκε σε "..." (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ υπ'αριθμ. 256/8-4-2002). Οι ενάγοντες, στους οποίους χορηγήθηκε το δάνειο κατά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης, και σε εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων κατέβαλαν στην εναγομένη περιοδικώς τις προβλεπόμενες μηνιαίες δόσεις των εκάστοτε δεδουλευμένων τόκων επί του κεφαλαίου του χορηγηθέντος δανείου, το οποίο παρέμενε άληκτο καθόλη τη διάρκεια της δανειακής σύμβασης, και παράλληλα ο πρώτος ενάγων κατέβαλε στην ασφαλιστική του εταιρία τα συμφωνημένα ασφάλιστρα από την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μέχρι τις 18-11-2009, συνολικού ποσού 17.347,91 ευρώ. Τότε κατέβαλε για τελευταία φορά ασφάλιστρα στην άνω ασφαλιστική εταιρία, ποσού 807,51 ευρώ, που αφορούσαν στο εξάμηνο χρονικό διάστημα, από 27-10-2009 έως 27-4-2010. Δύο μήνες πριν τη λήξη του εξαμήνου αυτού, στις 25-2-2010, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της άνω ασφαλιστικής εταιρίας με απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, στην υπ'αριθμ. ... συνεδρίασή του, και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Μετά τη διακοπή της λειτουργίας της, επειδή ο αντισυμβαλλόμενός της πρώτος ενάγων δεν ελάμβανε πλέον ειδοποιητήρια για τον τρόπο καταβολής και το ύψος των οφειλομένων ασφαλίστρων, οι ενάγοντες, ως οφειλέτες της εναγομένης τράπεζας-δανειολήπτες της, απευθύνθηκαν σε αυτή εγγράφως ζητώντας πληροφορίες για τον τρόπο εξακολούθησης της πληρωμής των ασφαλίστρων. Σε απάντηση η εναγομένη τους απέστειλε το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό της, υπογεγραμμένο από τους αρμοδίους υπαλλήλους της, του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών καταναλωτικής στεγαστικής πίστης, με το οποίο, αφού τους επισήμανε, ορθά, την αυτοτέλεια της δανειακής τους σύμβασης από αυτή της ασφαλιστικής σύμβασης του πρώτου τούτων με την ασφαλιστική εταιρία, τους γνωστοποιούσε ότι στις 28-7-2011 το άληκτο κεφάλαιο του επιδίκου δανείου τους, που έληγε μετά από τις 41 μήνες και τους βαρύνει, ανέρχεται στο ποσό των 29.347,03 ευρώ και ότι ήδη εκκρεμούσε η καταβολή μέρους της δόσης τόκων του μηνός Ιουλίου 2011, ποσού 200,70 ευρώ. Παράλληλα δήλωσε στους ενάγοντες ότι συμμερίζεται τη δύσκολη θέση στην οποία έχουν περιέλθει με την ασφαλιστική εταιρία και προσφέρθηκε να βρουν από κοινού μία λύση για τον τρόπο αποπληρωμής της ανωτέρω οφειλής τους προς την ίδια, από τη μεταξύ τους δανειακή σύμβαση. Οι ενάγοντες αρνήθηκαν την ύπαρξη της άνω οφειλής τους προς την εναγομένη, θεωρώντας αποκλειστικά υπόχρεη για την καταβολή της την αντισυμβαλλομένη ασφαλιστική εταιρία του πρώτου τούτων, όπως διατείνονται και στην ένδικη αγωγή τους, ζητώντας περαιτέρω -με το υπό στοιχείο β' αίτημα αυτής που ενδιαφέρει εν προκειμένω- την αναγνώριση της ανυπαρξίας της οφειλής τους, την οποία επικαλείται η εναγομένη με την άνω επιστολή της, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως απορρέουσα από τη μεταξύ του δανειακή σύμβαση. Με βάση όμως τις προαναφερόμενες τελεσίδικες κρίσεις της εκκαλουμένης αποφάσεως και τους ανωτέρω όρους της δανειακής σύμβασης (υπ'αριθμ. 10 συν.με τον υπ'αριθμ.8), αλλά και της σύμβασης ενεχυρίασης (όρος 8), σε συνδυασμό και με την μη καταβολή μέρους οφειλόμενης δόσης των δεδουλευμένων τόκων, η εναγομένη δανείστρια τράπεζα έχει κατά των εναγόντων δανειοληπτών απαίτηση εκ της μεταξύ τους δανειακής συμβάσεως για το άληκτο κεφάλαιο του χορηγηθέντος σε αυτούς δανείου και σε εκτέλεση των συμβατικών αυτών όρων, με την, ανωτέρω, κατά την ελεύθερη κρίση της, έγγραφη δήλωσή της, το αξίωσε από τους ενάγοντες, ως ήδη απαιτητό στο σύνολό του, έχοντας προς τούτο νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, προσφερόμενη να τους διευκολύνει περαιτέρω, μόνο στον τρόπο αποπληρωμής του. Η κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως από τον πρώτο ενάγοντα με την άνω ασφαλιστική εταιρία και η ενεχυρίαση στην εναγομένη της εξ αυτής απαιτήσεώς του για το ασφάλισμα κατά τη λήξη της ασφάλισης, έγινε προς εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης κατά των εναγόντων οφειλετών της από την ένδικη δανειακή σύμβαση, για απόδοση του χορηγηθέντος δανείου κατά τη συμβατική του λήξη, όπως ρητά άλλωστε αναφέρθηκε στην από 6-11-1999 σύμβαση ενεχύρου, και σε καμία περίπτωση τα ανωτέρω περιστατικά δεν επάγονται απόσβεση της αντίστοιχης υποχρέωσης των εναγόντων, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνεται από τους τελευταίους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι δεν υφίσταται οφειλή των εναγόντων δανειοληπτών προς την εναγομένη για απόδοση του άληκτου δανείου που τους χορήγησε, απορρίπτοντας τον περί αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης με επίκληση συμβατικών όρων, έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων αλλά και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, επαναφέροντας τον ίδιο ισχυρισμό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής των αναιρεσειόντων ως προς το υπό στοιχ. β' αίτημά της, απέρριψε αυτό, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 806 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, και, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 460, 461 και 462 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Και τούτο γιατί, υπό τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, α) ότι με τον όρο 8 της σύμβασης "ενεχυρίασης και εκχώρησης ασφαλιστήριου συμβολαίου σε ασφάλεια στεγαστικού δανείου", συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν κωλύεται από το ενέχυρο που συνιστάται επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, να ασκήσει σε κάθε χρόνο όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα κατά των έναντι αυτής υποχρέων για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεών της από την ένδικη σύμβαση δανείου, που ασφαλίζονται με την σύμβαση ενεχυρίασης, β) ότι με τους όρους 8 και 10 της εν λόγω σύμβασης δανείου συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα δικαιούται, κατά την ελεύθερη κρίση της, να επιδιώξει άμεσα από τους αναιρεσείοντες-οφειλέτες της, την είσπραξη ολόκληρου του άληκτου ανεξόφλητου δανείου, κηρύσσοντάς το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, με απλή έγγραφη δήλωσή της προς αυτούς, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης από τους τελευταίους οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής, καθώς και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία είτε η αξία των κατά την δανειακή σύμβαση και το προσάρτημα αυτής ασφαλειών, μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο, γ) ότι τον Φεβρουάριο του έτους 2010 ανακλήθηκε η άδεια της αναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης με συνέπεια έκτοτε την μη καταβολή ασφαλίστρων (βάσει του .../…. ασφαλιστήριο συμβολαίου) εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος και δ) ότι δεν έχει καταβληθεί από τους αναιρεσείοντες μέρος οφειλόμενης δόσης δεδουλευμένων τόκων (μηνός Ιουλίου 2011), σε συνδυασμό και με την τελεσίδικη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης, ότι η προβλεπόμενη στην ως άνω σύμβαση ενεχυρίασης, εκχώρηση της απαίτησης καταβολής του ασφαλίσματος προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν ολοκληρώθηκε, γιατί ουδέποτε αναγγέλθηκε η εκχώρηση αυτή προς την ασφαλιστική εταιρία με τον προβλεπόμενο κατά νόμο τύπο της αναγγελίας (άρθρο 39 παρ. 2 ν.δ. 17.7/13.8.1923), ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω σχετικών με την ενεχύραση και την εκχώρηση απαιτήσεων, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να θεμελιώνεται δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να αξιώσει, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, την καταβολή του ήδη απαιτητού, στο σύνολό του, άληκτου κεφαλαίου του δανείου και να δικαιολογείται έτσι η απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του ένδικου (υπό στοιχ. β') αιτήματος της αγωγής, δηλαδή περί ανυπαρξίας της από τη δανειακή σύμβαση οφειλής των αναιρεσειόντων έναντι της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας για το άληκτο κεφάλαιο του δανείου (των 29.347,03 ευρώ). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του ότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, η εκχώρηση της απαίτησης του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στην αναιρεσίβλητη, δεν ολοκληρώθηκε ως ουδέποτε αναγγελθείσα στην ασφαλιστική εταιρία, δεν γίνεται ταυτόχρονα δεκτό με αυτήν (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ότι η ως άνω εκχώρηση έγινε αντί καταβολής, ώστε να επέλθει απόσβεση του χρέους (αντιθέτως, μάλιστα, με αυτήν γίνεται δεκτό ότι η κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης από τον πρώτο αναιρεσείοντα και της σύμβασης ενεχυρίασης-εκχώρησης της απαίτησής του για το ασφάλισμα στην αναιρεσίβλητη, έγινε, όπως ρητώς αναφέρεται και στην σύμβαση ενεχυρίασης, προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας κατά των αναιρεσειόντων οφειλετών της από την ένδικη δανειακή σύμβαση, χωρίς τα περιστατικά αυτά να επιφέρουν απόσβεση της αντίστοιχης, από τη σύμβαση δανείου, υποχρέωσής τους), δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην όμως απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται, αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης (βλ. ΑΠ 632/2023). Επομένως, ο πρώτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο (κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του) οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς την περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι ίδιοι επέλεξαν και αποφάσισαν να συνάψουν με την αναιρεσίβλητη σύμβαση έντοκου δανείου, τύπου "balloon" (ήτοι με συνδυαστική σύναψη δανειακής σύμβασης, ασφαλιστικής σύμβασης ζωής και σύμβασης ενεχυρίασης και εκχώρησης), ενώ, όπως ισχυρίζονται, αποδείχθηκε ότι τον τύπο αυτό δανείου τον συνέστησε σ' αυτούς η αναιρεσίβλητη, δια των υπαλλήλων της και οι ίδιοι πείσθηκαν στις συστάσεις και υποδείξεις της τελευταίας, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, όπως εκτέθηκε και στην ίδια ως άνω νομική σκέψη. Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς την περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο έσφαλε, μη δεχόμενο ότι είναι έγκυρη και ισχυρή η από 16.11.2019, καταρτισθείσα μεταξύ του πρώτου αυτών και της αναιρεσίβλητης, σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης του ασφαλιστήριου συμβολαίου, καθόσον η εκχώρηση αυτή ολοκληρώθηκε, με την αναγγελία της στην ασφαλιστική εταιρία, είναι πρωτίστως απαράδεκτος κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια ως άνω νομική σκέψη, γιατί η αιτίαση αυτή, που το περιεχόμενό της συνιστά το απορριφθέν, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπό στοιχ. α' αίτημα της αγωγής, προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να έχει προσβληθεί με έφεση και να έχει αχθεί προς κρίση και έρευνα ενώπιον του Εφετείου, το οποίο, μάλιστα, έκανε ειδική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφασή του περί του μη μεταβιβαζόμενου σ' αυτό ως άνω αγωγικού αιτήματος. ΙΙΙ. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι (ερμηνευτικοί κανόνες) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς τούτο κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, αν και ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 842/2021, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1047/2019). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 37/2021, ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1059/2018). Προσφυγή, πάντως, στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 842/2021, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 1047/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δανείου, παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε και δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των ανωτέρω άρθρων για να κατανοήσει το πραγματικό περιεχόμενο της μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης δανειακής σύμβασης και ιδίως του όρου 2α του Προσαρτήματος αυτής, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη δικαιούται να λάβει το ποσό του κεφαλαίου του δανείου μόνο από την ασφαλιστική εταιρία, μέσω της είσπραξης του ασφαλίσματος από το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο (ασφάλισμα) της έχει ήδη εκχωρηθεί με την αναφερόμενη σύμβαση ενεχυρίασης-εκχώρησης, και όχι από αυτούς (αναιρεσείοντες). Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στην ένδικη δανειακή σύμβαση αναφορικά με το ζήτημα κατά ποίων πρέπει να στραφεί η αναιρεσίβλητη για να αξιώσει την από την ανωτέρω σύμβαση απαίτησή της για το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου, αλλά αντιθέτως έκρινε ανελέγκτως ότι η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία "δυνάμει ρητών, και όλων ουσιωδών, όρων της ένδικης δανειακής σύμβασης, είχε κατά των εναγόντων οφειλετών της (αναιρεσειόντων), μεταξύ άλλων, απαίτηση α) για καταβολή του ανεξόφλητου ποσού του δανείου σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις στην περίπτωση μη αποπληρωμής από τον πρώτο ενάγοντα -που ήταν ένας εκ των δύο δανειοληπτών-οφειλετών της- των ασφαλίστρων του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου... (2β όρος του προσαρτήματος I της δανειακής σύμβασης) και β) να επιδιώξει την είσπραξη ολοκλήρου του άληκτου ανεξόφλητου δανείου, κηρύσσοντας αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό β1) με καταγγελία της σύμβασης, κατά τη απόλυτη κρίση της, σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσεως ή μέρους της (8ος όρος) και β2) με απλή έγγραφη δήλωσή της, κατά την ελεύθερη κρίση της, προς τους ενάγοντες-οφειλέτες της, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση καθυστέρησης οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στον όρο 8, ως και σε κάθε περίπτωση κατά την οποία, είτε η αξία των κατά την δανειακή σύμβαση και το προσάρτημα αυτής ασφαλειών μειωθεί ή καταστεί αμφίβολη είτε καταστεί αδύνατη ή αμφίβολη η ρευστοποίησή τους καθ' οιονδήποτε τρόπο (10ος όρος περ. α' και ε')". Κατ' ακολουθίαν αυτών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης περί ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, των προαναφερόμενων ερμηνευτικών κανόνων, είναι αβάσιμος. ΙV. Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 752/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας: α) με το να δεχθεί, ερμηνεύοντας τις ανωτέρω συμβάσεις δανείου, ασφάλισης και ενεχυρίασης-εκχώρησης, ότι οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν τον κίνδυνο να χαρακτηρισθούν υπερήμεροι οφειλέτες σε περίπτωση κατάρρευσης της ασφαλιστικής εταιρίας και β) με το να μη δεχθεί ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) δεν είχαν στοιχειώδεις γνώσεις και εμπειρία περί των τραπεζικών και χρηματοοικονομικών θεμάτων. Όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν ούτε και οι κανόνες δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίων δεν χρησιμοποιήθηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβίασης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (που ούτε και αυτές προσδιορίζονται) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται με αυτόν, στην πραγματικότητα, η εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, η επικαλούμενη παραβίαση δεν έχει σχέση με ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. V. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 1827/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά είναι τα "πράγματα" (υπό την έννοια των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών που συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου - ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015) που το δικαστήριο έλαβε υπόψη, αν και δεν είχαν προταθεί, ή που δεν έλαβε υπόψη, αν και είχαν προταθεί, καθώς και ποιά επίδραση αυτά άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 841/2014). Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται τα φερόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους (ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1277/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με το υπόλοιπο περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι συλλήβδην αναιρετικές πλημμέλειες (χωρίς μάλιστα να αναφέρουν τους αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στους οποίους στηρίζουν τις πλημμέλειες αυτές) μέμφονται το Εφετείο ότι: α) "περιέλαβε στην απόφαση αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", β) "έλαβε υπ' όψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα που προτάθηκαν που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" και γ) "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν". Οι ανωτέρω, όμως, λόγοι, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι στηρίζουν τις από τους αριθ. 19, 8 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχες πλημμέλειες, είναι απαράδεκτοι προεχόντως λόγω αοριστίας, καθόσον οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, χωρίς αναφορά περιστατικών, που στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες, δηλαδή περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή των ως άνω αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα χωρίς να εκθέτουν συγκεκριμένη αντίφαση ή ανεπάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αναφέρουν ποιοί αυτοτελείς ισχυρισμοί (υπό την έννοια των "πραγμάτων") λήφθηκαν υπόψη, αν και δεν είχαν προταθεί, ή ποιοί δεν λήφθηκαν υπόψη, αν και είχαν προταθεί, και, τέλος, χωρίς να προσδιορίζουν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα. VΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση αυτής, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.7.2020 αίτηση των Ζ. Τ. και Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4909/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ