Αριθμός 1732/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Τσαντίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "...-... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ" (πρώην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε."), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Στήνιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Κοινοποιούμενη: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Τ.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν η 2/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 312/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-8-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 8-8-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 47/10-8-2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 312/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 15-7-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, υπ' αριθ. 2/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε δεκτή, κατά την κύρια βάση της, η από 16-1-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 40/2015) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατ' αυτής, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας την από 16-1-2015 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 29-8-2003 σύμβασης έργου, ο Δήμος Αμαλιάδας ανέθεσε στην εναγομένη, κατόπιν διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, την εκπόνηση της μελέτης "Ύδρευση - Διυλιστήριο από Τεχνητή Λίμνη Πηνειού". Ότι ακολούθως, επειδή κρίθηκε αναγκαία η εκπόνηση συμπληρωματικών (γεωτεχνικών) μελετών, για τις οποίες η εναγομένη δεν διέθετε το απαιτούμενο μελετητικό πτυχίο, καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της τελευταίας η από 29-11-2005 σύμβαση, με την οποία η εναγομένη ανέθεσε σ' αυτόν, ως υπεργολάβο, την εκπόνηση των ανωτέρω συμπληρωματικών μελετών υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού που διέθετε το απαιτούμενο μελετητικό πτυχίο. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 8-5-2007 έως 16-5-2008, εκπόνησε και παρέδωσε στον Δήμο Αμαλιάδας τις προαναφερθείσες συμπληρωματικές μελέτες, οι οποίες εγκρίθηκαν από τα αρμόδια όργανα του τελευταίου, ενώ δεν είχε ακόμη υπογραφεί η σχετική συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ αυτού και του ανωτέρω Δήμου. Ότι τελικώς η ως άνω συμπληρωματική σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ του Δήμου Αμαλιάδας και της εναγομένης, ως αναδόχου, η οποία στο μεταξύ είχε λάβει το απαιτούμενο μελετητικό πτυχίο, παρά το γεγονός ότι με την ένδικη από 29-11-2005 σύμβαση είχε συμφωνηθεί η σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και του ως άνω Δήμου. Ότι, ακολούθως, η εναγομένη εισέπραξε από τον Δήμο Αμαλιάδας την αμοιβή για τις συμπληρωματικές μελέτες που ο ίδιος εκπόνησε, ωστόσο αρνείται να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή του για την εκτέλεση του έργου που του είχε αναθέσει με την ένδικη σύμβαση, ανερχόμενη στο ποσό των 56.489,17 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 19% και συνολικά στο ποσό των 67.222,11 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή. Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον ήθελε κριθεί ότι είναι άκυρη η από 29-11-2005 σύμβαση, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 67.222,11 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, κατά την κύρια βάση της, και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 67.222,11 ευρώ, από το οποίο ποσό 56.489,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 17-5-2008. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 15-7-2016 έφεσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 312/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της (κύρια και επικουρική). Σημειωτέον ότι, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η εναγομένη είχε τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρείας και έφερε την επωνυμία "... Ε.Ε.", ακολούθως δε, δυνάμει του υπ' αριθ. .../23-12-2016 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου … Μ. Κ., μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 67 του Κ.Ν. 2190/1920) με την επωνυμία "... - ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ", το καταστατικό της οποίας εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. .../5052/29-12-2016 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Π.Ε. Ηλείας, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με Κ.Α.Κ. ..., όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. πρωτ. 3371/29-12-2016 ανακοίνωση του Τμήματος Μητρώου του Επιμελητηρίου Ηλείας, που προσκομίζει η αναιρεσίβλητη. Ι) Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης φέρει τον χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη (άρθρο 681 ΑΚ) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (άρθρο 694 ΑΚ) ή, αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή ή η συμφωνηθείσα είναι μικρότερη της κατά νόμο ελάχιστης, να λάβει την αμοιβή που καθορίζεται από το Π.Δ. 696/1974 "περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ. Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Έργων, ως και Τοπογραφικών, Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών εργασιών και σχετικών τεχνικών προδιαγραφών μελετών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του Ν.Δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κλπ." (ΑΠ 130/2021, ΑΠ 445/2019, 82/2016, 1146/2012). Περαιτέρω, στο πλαίσιο εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με την Οδηγία ΕΚ/92/50 για τις αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, ειδικότερο είδος των οποίων αποτελούν και οι μελέτες, θεσπίσθηκε ο Ν. 3316/2005 "Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών" (ΦΕΚ Α 42/22-2-2005). Στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1, δεν υπάγονται όλες οι συμβάσεις μελετών και υπηρεσιών μηχανικού, αλλά μόνο οι δημόσιες συμβάσεις, δηλαδή οι συμβάσεις από επαχθή αιτία που ανατίθενται από τις αναθέτουσες αρχές στον κατάλληλο ανάδοχο μελετητή, κατόπιν τήρησης της προβλεπόμενης στο υπόψη νομοθέτημα διαδικασίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 του ως άνω Ν. 3316/2005, από την έναρξη ισχύος του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύσας Ν. 716/1977 και το εκδοθέν προς εκτέλεση αυτού Π.Δ. 194/1979 (άρθρο 46 παρ. 2 στοιχ. στ' Ν. 3316/2005), "Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, οι παρακάτω όροι έχουν τις αντίστοιχες έννοιες: 1. "Δημόσια σύμβαση" είναι η έγγραφη σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας, η οποία συνάπτεται μεταξύ αναθέτουσας Αρχής της παραγράφου 9 και αναδόχου της παραγράφου 19 και έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση μελέτης ή την παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού, όπως αυτή ορίζεται στις κείμενες διατάξεις, καθώς και την παροχή υπηρεσιών άλλων ελευθέριων επαγγελμάτων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2. Οι δημόσιες συμβάσεις του νόμου αυτού διακρίνονται σε συμβάσεις εκπόνησης μελετών και παροχής υπηρεσιών. 2. α) "Μελέτη" είναι το αποτέλεσμα συστηματικής και αναλυτικής επιστημονικής και τεχνικής εργασίας και έρευνας σε συγκεκριμένο απλό ή σύνθετο γνωστικό αντικείμενο, που αποβλέπει ιδίως στην παραγωγή τεχνικού έργου ή στην επέμβαση σε τεχνικό έργο ή αφορά στο σχεδιασμό και την απεικόνιση τεχνικού έργου ή παραγωγικής διαδικασίας ή σε μεθόδους ανάπτυξης και σχεδιασμού του ευρύτερου χώρου. Η μελέτη έχει την έκταση και το βάθος που απαιτείται με τη σύμβαση, απεικονίζεται δε και παραδίδεται στην αναθέτουσα Αρχή με συγκεκριμένη συμφωνημένη μορφή..... 9. "Αναθέτουσες Αρχές" είναι το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) όλων των βαθμών, οι δημοτικές, νομαρχιακές και δημόσιες επιχειρήσεις κάθε νομικής μορφής, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου και οι ενώσεις κάθε νομικής μορφής που συγκροτούνται από τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα..... 10. "Κύριος του έργου" είναι το Δημόσιο ή ένα από τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, στο οποίο ανήκει το έργο για το οποίο παρέχονται οι υπηρεσίες των συμβάσεων των παραγράφων 1 έως 4. 11. "Εργοδότης" είναι η αναθέτουσα Αρχή που καταρτίζει σύμβαση μελέτης ή παροχής υπηρεσιών με τον ανάδοχο είτε για λογαριασμό της είτε για λογαριασμό του κυρίου του έργου. 12. "Προϊσταμένη Αρχή" είναι η αρχή ή η υπηρεσία ή το όργανο: α) της αναθέτουσας Αρχής, που διενεργεί τη διαδικασία ανάθεσης των συμβάσεων των παραγράφων 1 έως 4 και β) του εργοδότη, που εποπτεύει την εκτέλεση της συναφθείσας σύμβασης, ασκώντας για λογαριασμό του αποφασιστικές αρμοδιότητες, ιδίως σε θέματα τροποποίησης των όρων της σύμβασης. 13. "Διευθύνουσα Υπηρεσία" είναι η τεχνική υπηρεσία που έχει την αρμοδιότητα διοίκησης της συναφθείσας σύμβασης, υπό την εποπτεία της Προϊσταμένης Αρχής..... 19. "Ανάδοχος" είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κοινοπραξία ή σύμπραξη, που συνάπτει με τον εργοδότη σύμβαση των παραγράφων 1 έως 4. 20. "Σύμπραξη" είναι η ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχει νομική προσωπικότητα και συμμετέχει στη διαδικασία ανάθεσης και εκτέλεσης των συμβάσεων των παραγράφων 1 έως 4. 21. "Εκπρόσωπος της σύμπραξης" είναι το φυσικό πρόσωπο που ορίζεται με κοινή δήλωση των μελών της και έχει την ευθύνη της εκπροσώπησης και του διοικητικού και τεχνικού συντονισμού των μελών για την παραγωγή σύνθετης μελέτης ή υπηρεσίας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, "1. Αν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της σύμβασης προκύψει ανάγκη εκπόνησης συμπληρωματικών μελετών ή παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών, που κατά το είδος ή το μέγεθος (ποσότητα) δεν περιλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση, καταρτίζεται συγκριτικός πίνακας κατά την παράγραφο 5 και συμπληρωματική σύμβαση με τον ανάδοχο της αρχικής σύμβασης, μετά από γνώμη του αρμόδιου τεχνικού συμβουλίου. Προϋποθέσεις για την έγκυρη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης είναι: α) να είναι αναγκαίες οι Συμπληρωματικές μελέτες ή υπηρεσίες για την ολοκλήρωση της αρχικής σύμβασης, β) να συντρέχει περίσταση που δεν μπορούσε να προβλεφθεί κατά τη σύναψή της, γ) να μη μπορούν οι συμπληρωματικές υπηρεσίες, από τεχνική ή οικονομική άποψη, να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση χωρίς να δημιουργηθούν μείζονα προβλήματα για τον εργοδότη ή να κρίνονται απολύτως αναγκαίες για την ολοκλήρωσή της έστω και αν μπορούν να διαχωριστούν από αυτήν. Η συνολική αμοιβή των συμπληρωματικών συμβάσεων δεν μπορεί να υπερβεί αθροιστικά το πενήντα τοις εκατό (50%) της αρχικής συμβατικής αμοιβής. 2. Αν ο ανάδοχος δεν καλύπτει τις κατηγορίες των συμπληρωματικών μελετών ή υπηρεσιών, υποχρεώνεται να συμπράξει με άλλον ή άλλους μελετητές ή παρόχους υπηρεσιών που εγκρίνονται από τον εργοδότη και η συμπληρωματική σύμβαση υπογράφεται με τη σύμπραξη". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, εάν κατά τη διάρκεια εκτέλεσης δημόσιας σύμβασης, με την οποία ανατέθηκε στον ανάδοχο η εκπόνηση μελέτης, ανακύψει ανάγκη εκπόνησης συμπληρωματικών μελετών, καταρτίζεται γι' αυτές συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ του εργοδότη και του αναδόχου της αρχικής σύμβασης, εάν όμως ο τελευταίος δεν καλύπτει την κατηγορία των συμπληρωματικών μελετών, υποχρεώνεται να συμπράξει με άλλον ή άλλους μελετητές που να πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, στην περίπτωση δε αυτή καταρτίζεται συμπληρωματική σύμβαση μεταξύ αφενός του εργοδότη και αφετέρου της σύμπραξης του αναδόχου της κύριας σύμβασης με τον ανάδοχο ή τους αναδόχους των συμπληρωματικών μελετών. ΙΙ) Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βούλησης των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων, και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή, καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τον δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών, καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1360/ 2017, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βούλησης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βούλησης ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη προς τούτο κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 13/2022). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από τον σκοπό της (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχάς παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 832/2009, 715/2010). ΙΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). IV) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, 103 του Π.Δ. 696/1974 και 29 του Ν. 3316/2005. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 29-8-2003 σύμβασης έργου ο κύριος του έργου Δήμος Αμαλιάδας, νόμιμα εκπροσωπούμενος από τον Δήμαρχο αυτού Ιωάννη Λυμπέρη, ανέθεσε στη σύμπραξη των γραφείων μελετών α) ... Σύμβουλοι Μηχανικοί ΑΕ, β) ... ΕΕ-... Σύμβουλοι Μηχανικοί, γ) ... Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία Μελετών, δ) Γ. Ρ. και ε) Κ. Τ., ως αναδόχου, την εκπόνηση μελέτης "Ύδρευσης-Διυλιστήριο από Τεχνητή Λίμνη Πηνειού", που αφορούσε το σύστημα ύδρευσης του Συνδέσμου Ύδρευσης "Πηνειός", ο οποίος αποτελείτο από τους Δήμους Αμαλιάδας, Πηνειού, Ανδραβίδας, Γαστούνης, Βαρθολομιού, Λεχαινών, Βουπρασίας και Κάστρου-Κυλλήνης. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε η εκπόνηση των ακόλουθων μελετών..... Διευθύνουσα και επιβλέπουσα Υπηρεσία ορίστηκε η Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Αμαλιάδος, ως Προϊστάμενη Αρχή το Δημοτικό Συμβούλιο του ίδιου Δήμου, ενώ νόμιμος εκπρόσωπος του αναδόχου έναντι του κυρίου του έργου, ορίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας Σ. Λ.. Κατά την εκπόνηση της μελέτης διαπιστώθηκε η ανάγκη διενέργειας γεωτεχνικής μελέτης, που δεν είχε προβλεφθεί με την αρχική σύμβαση, η οποία ως προς τις συμπληρωματικές μελέτες όριζε, με το άρθρο 14 αυτής, ότι "κατά την υποβολή κάθε σταδίου της μελέτης θα πρέπει να υποβληθεί και αναλυτική εισηγητική έκθεση όπου θα αναφέρονται και θα δικαιολογούνται οι τυχόν απαιτούμενες συμπληρωματικές μελέτες, εργασίες, ειδικές έρευνες, εργαστηριακές δοκιμές ή κάθε άλλη εργασία, απαραίτητη για την άρτια εκπόνηση του επόμενου σταδίου της μελέτης. Στην ανωτέρω εισηγητική έκθεση θα προγραμματίζεται η εκτέλεση των ως άνω εργασιών ή ερευνών κατά το στάδιο σύνταξης της μελέτης. Η εκτέλεση και η έκταση των συμπληρωματικών αυτών μελετών ή ερευνών θα ορίζεται στη σχετική εγκριτική απόφαση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας και θα πραγματοποιείται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 16, 17 και 18 του Ν. 716/77 και των άρθρων 9 και 10 του Π.Δ. 194/79. Για τον προγραμματισμό, εποπτεία και αξιολόγηση των τυχόν συμπληρωματικών εργασιών, ο ανάδοχος των υδραυλικών έργων (κύρια καλούμενη κατηγορία) δικαιούται της αμοιβής που προβλέπεται στο άρθρο 101 του Π.Δ.". Επειδή η σύμπραξη των μελετητικών γραφείων δεν διέθετε πτυχίο κατηγορίας 21, το οποίο απαιτούνταν για τη διενέργεια της σχετικής γεωτεχνικής μελέτης, συμφωνήθηκε τη μελέτη αυτή να αναλάβει ο εφεσίβλητος. Την 29-11-2005 καταρτίστηκε μεταξύ της εκκαλούσας, εκπροσωπούμενης από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Σ. Λ., και του εφεσίβλητου, ιδιωτικό συμφωνητικό, για την εκπόνηση της γεωτεχνικής μελέτης "Ύδρευση-Διυλιστήριο από Τεχνητή Λίμνη Πηνειού", με το οποίο συμφωνήθηκαν και έγιναν αμοιβαία αποδεκτά στο άρθρο 1, που φέρει επικεφαλίδα "Ανάθεση-αντικείμενο σύμβασης", ότι η εταιρεία "... ΕΕ", κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, ανέλαβε από τον Δήμο Αμαλιάδας, την εκπόνηση της μελέτης "Ύδρευση-Διυλιστήριο από Τεχνητή Λίμνη Πηνειού" με φορέα ανάθεσης και κύριο της μελέτης τον Δήμο Αμαλιάδας και επιβλέπουσα υπηρεσία την τεχνική υπηρεσία του ίδιου Δήμου. Ότι λόγω ανάγκης εκπόνησης συμπληρωματικής μελέτης στην κατηγορία 21 (γεωτεχνικές μελέτες και έρευνες), η εταιρεία "... ΕΕ" αναθέτει στον ανάδοχο την εκπόνηση αυτής. Ότι η διαδικασία ανάθεσης της γεωτεχνικής μελέτης από τον κύριο του έργου στον ανάδοχο θα γίνει με σύνταξη και υποβολή συγκριτικού πίνακα από την εταιρεία ... ΕΕ και υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης με τον ανάδοχο και το αντικείμενο του αναδόχου θα εκπονηθεί και θα παραδοθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Π.Δ. 696/74, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 515/1989 και όλη την ισχύουσα, κατά τον χρόνο σύνταξης της μελέτης, νομοθεσία και τα διατάγματα, εγκυκλίους, υπουργικές αποφάσεις, κανονισμούς, προδιαγραφές, πρότυπα κλπ., που θα αφορούν γεωτεχνικές έρευνες παρόμοιων έργων. Στο άρθρο 2 του ίδιου συμφωνητικού αναγράφηκε ότι η πλήρης παράδοση της γεωτεχνικής μελέτης, που αναλαμβάνει ο ανάδοχος, θα γίνει εντός πενήντα πέντε ημερών από την υπογραφή του συμφωνητικού, καθώς παράλληλα με την υπογραφή ο ανάδοχος εφοδιάστηκε με όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες από τους επιβλέποντες μηχανικούς της εταιρίας ... ΕΕ, για την άρτια εκπόνηση του συμβατικού του αντικειμένου. Στο άρθρο 3, το οποίο επιγράφεται ως κατανομή αμοιβής μελέτης, συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ως άνω αντικειμένου της μελέτης, όπως αυτή θα διαμορφωθεί τελικώς, θα εγκριθεί και θα καταβληθεί από τον Δήμο Αμαλιάδας, και θα κατανεμηθεί έτσι ώστε η εταιρεία ... ΕΕ να λάβει ποσοστό 40% της αμοιβής της γεωτεχνικής μελέτης και ο ανάδοχος το 60% της αμοιβής της γεωτεχνικής μελέτης. Ότι η ως άνω κατανομή της αμοιβής θα υπολογίζεται σε κάθε λογαριασμό και πιστοποίηση της μελέτης, που θα υποβάλλεται στον Δήμο Αμαλιάδας προς πληρωμή, και θα αναγράφεται στο σχετικό πινάκιο κατανομής της αμοιβής, που θα συνοδεύει τον εκάστοτε λογαριασμό, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, έτσι ώστε κάθε συμβαλλόμενος να λαμβάνει την αμοιβή του, όπως αυτή προκύπτει από τους όρους του παρόντος, εκδίδοντας τα αντίστοιχα παραστατικά απευθείας στο Δήμο Αμαλιάδας. Ότι στην περίπτωση που ο Δήμος Αμαλιάδας απαιτήσει την έκδοση ΤΠΥ για το σύνολο της αμοιβής της γεωτεχνικής μελέτης, που έχει αναλάβει ο ανάδοχος, τότε η ... EE θα εισπράξει το ως άνω ποσοστό αμοιβής της από τον ανάδοχο και ότι σε κάθε περίπτωση το ποσοστό της αμοιβής του κάθε συμβαλλομένου θα προκύπτει, αφού αφαιρεθούν οι απαραίτητες νόμιμες κρατήσεις για την είσπραξη του λογαριασμού. Τέλος, στο άρθρο 4 του συμφωνητικού, όπου περιγράφηκαν η επίλυση διαφορών και η λύση της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι το συμφωνητικό αυτό ισχύει από την υπογραφή του και μέχρι την περαίωση, έγκριση, οριστική παραλαβή του πλήρους αντικειμένου της σύμβασης και την αποπληρωμή της νόμιμης αμοιβής. Ότι οι συμβαλλόμενοι αναγνωρίζουν ότι δεν είναι πραγματικά εφικτό να προβλεφθούν και να περιληφθούν στη σύμβαση όλες οι πιθανές περιπτώσεις που είναι δυνατό να προκύψουν κατά την διάρκεια ισχύος της και ότι συνεπώς είναι αναγκαίο, τόσο ο εργοδότης όσο και ο ανάδοχος, να αποδεχθούν από κοινού τη βασική αρχή ότι η σύμβαση θα λειτουργήσει μεταξύ τους σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και, πάντως, χωρίς πρόθεση βλάβης των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, καθώς και ότι σε περίπτωση που, κατά την εκτέλεση της σύμβασης, παρατηρηθεί παρέκκλιση από τη βασική αυτή αρχή, οι αντισυμβαλλόμενοι θα ενημερώσουν εγκαίρως ο ένας τον άλλο και αμφότεροι, με καλή πίστη, θα προσπαθήσουν να συμφωνήσουν επί των ενεργειών που απαιτούνται, προκειμένου να εξαφανίσουν τις αιτίες που δημιουργούν τέτοιες παρεκκλίσεις. Την 14-4-2006 συντάχθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό Ι. Ν., που είχε ορισθεί από τη διευθύνουσα υπηρεσία του έργου, ο πρώτος συγκριτικός πίνακας συνοδευόμενος από πινάκιο υπολογισμού αμοιβών. Στην αιτιολογική έκθεση του συγκριτικού πίνακα αναφέρθηκε από τον συντάκτη αυτής Ι. Ν., ότι για τη συνέχιση της μελέτης, πρέπει να υπογραφεί συμπληρωματική σύμβαση, με την οποία θα επεκτείνεται το φυσικό και οικονομικό αντικείμενο της μελέτης, μέσω σύμπραξης με γραφείο μελετών που διαθέτει μελετητικό πτυχίο στην κατηγορία αυτή, ενώ στο πινάκιο υπολογισμού αμοιβών σημειώθηκε ότι απαιτείται, για την εκπόνηση της μελέτης αυτής, κατοχή μελετητικού πτυχίου τουλάχιστον Β' τάξης, στην κατηγορία 21 των γεωτεχνικών μελετών και ότι σύμφωνα με σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις, που είχαν υποβληθεί, η ανάδοχος σύμπραξη θα συμπράξει με μελετητή που κατείχε πτυχίο Β' τάξης στην κατηγορία 21 και δη τον εφεσίβλητο, ενώ στον πίνακα ελέγχου απαιτούμενης τάξης πτυχίου ανά κατηγορία μελέτης καταχωρίστηκε ως αμοιβή του τελικού σταδίου μελέτης το ποσό των 63.134,71 ευρώ και ως γραφείο που θα συμπράξει στην κατηγορία των γεωτεχνικών μελετών αυτό του εφεσίβλητου. Τόσο η αιτιολογική έκθεση του πρώτου συγκριτικού πίνακα, όσο και ο συγκριτικός πίνακας και το συνοδεύον αυτόν πινάκιο υπολογισμού αμοιβών έγιναν ανεπιφύλακτα αποδεκτά από την εκκαλούσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της Σ. Λ., την 12-4-2006, ελέγχθηκαν και θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Αμαλιάδας, αρχιτέκτονα μηχανικό Σ. Ρ., την 14-4-2006. Εν τέλει με την με αριθμό 137/2007 απόφασή του, η οποία συμπληρώθηκε με την με αριθμό 234/2007 απόφαση του ιδίου οργάνου, το Δημοτικό Συμβούλιο Αμαλιάδας, ενέκρινε τη συμπληρωματική μελέτη έναντι αμοιβής ποσού 63.134,71 ευρώ. Επομένως, όταν συντάχθηκε και θεωρήθηκε την 14-4-2006 ο πρώτος συγκριτικός πίνακας, η αιτιολογική έκθεση αυτού και το πινάκιο υπολογισμού αμοιβών, ήταν εφαρμοστέος, σε σχέση με τη διενέργεια συμπληρωματικών μελετών, ο Ν. 3316/2005, αφού η πρόσκληση προς διαπραγμάτευση από τον κύριο του έργου, Δήμο Αμαλιάδας, ήτοι η αιτιολογική έκθεση του πρώτου συγκριτικού πίνακα απεστάλη στην ανάδοχο σύμπραξη μετά την έναρξη ισχύος του, την 22-2-2005. Περαιτέρω, συνέτρεχαν όλες οι απαιτούμενες, κατ' άρθρο 29 Ν. 3316/2005, προϋποθέσεις για την κατάρτιση της συμπληρωματικής σύμβασης για τη γεωτεχνική μελέτη, καθώς η ανάδοχος αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα τον πρώτο συγκριτικό πίνακα και την αιτιολογική έκθεση αυτού, ενώ η προϊσταμένη αρχή ενέκρινε τους ίδιους πίνακες με την προαναφερθείσα απόφασή της, ομοίως δε είχε εγκριθεί και ο εφεσίβλητος, προκειμένου να συμπράξει για τη διενέργεια της μελέτης. Η συμπληρωματική σύμβαση όμως δεν καταρτίστηκε, επειδή δεν εγκρίθηκε από την οικονομική επιτροπή του Δήμου Αμαλιάδας, πλην όμως ο εφεσίβλητος εκπόνησε τη γεωτεχνική μελέτη την οποία απέστειλε στον Δήμο Αμαλιάδας, σε τρεις φάσεις, την 8-5-2007, 23-7-2007 και 16-5-2008, χωρίς να λάβει την αμοιβή του. Η συμπληρωματική αυτή σύμβαση, κατά τις επιταγές της παραγράφου 2 του άρθρου 29 Ν. 3316/2005, έπρεπε να υπογραφεί μεταξύ του κυρίου του έργου, ήτοι του Δήμου Αμαλιάδας, και της σύμπραξης του αρχικού αναδόχου με τον εφεσίβλητο, καθώς ο αρχικός ανάδοχος δεν διέθετε μελετητικό πτυχίο στην κατηγορία που αφορούσε η συμπληρωματική μελέτη, και όχι μεταξύ του κυρίου του έργου και του αρχικού αναδόχου, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη και ισχύει για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αρχικός ανάδοχος έχει τα απαιτούμενα κατά νόμο προσόντα, για να καλύψει και τη συμπληρωματική μελέτη. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης της εκκαλούσας, χωρίς όμως να εξαφανιστεί εκ του λόγου αυτού η εκκαλουμένη απόφαση, καθώς παρά την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, δύναται το διατακτικό της να είναι ορθό. Περαιτέρω, η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε, με εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ότι το υπογραφέν μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικό συμφωνητικό της 29.11.2005 συνιστά σύμβαση υπεργολαβίας, δυνάμει της οποίας η εκκαλούσα ανέθεσε τη διενέργεια της γεωτεχνικής μελέτης στον εφεσίβλητο, ευθυνόμενη έναντι αυτού για την καταβολή της αμοιβής του ως εργολάβος. Από το ως άνω συμφωνητικό, το περιεχόμενο του οποίου ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών, ερμηνευομένων αυτών κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήταν η έγγραφη διαβεβαίωση της αναδόχου της κύριας μελέτης προς τον εφεσίβλητο για την επιλογή του ως μελετητή της συμπληρωματικής γεωτεχνικής μελέτης και η κατανομή της αμοιβής που θα λάμβανε η νέα σύμπραξη (αρχική ανάδοχος και εφεσίβλητος) από τον κύριο του έργου για την εκπόνηση της συμπληρωματικής μελέτης και όχι η κατάρτιση σύμβασης υπεργολαβίας. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα εκθέτει εξαρχής ότι ανέλαβε από το Δήμο Αμαλιάδας, μετά από διαγωνισμό, την εκπόνηση της μελέτης "Ύδρευση-Διυλιστήριο από Τεχνητή Λίμνη Πηνειού", με φορέα ανάθεσης και κύριο της μελέτης το Δήμο Αμαλιάδας και επιβλέπουσα υπηρεσία την τεχνική υπηρεσία του Δήμου Αμαλιάδας. Η καταγραφή στο συμφωνητικό ότι, λόγω ανάγκης εκπόνησης συμπληρωματικής μελέτης, η εταιρεία αναθέτει στον ανάδοχο την εκπόνηση αυτής, έχει την έννοια της δέσμευσής της ως προς την επιλογή του, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο ερμηνεύοντας το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό κατά την πραγματική βούληση των διαδίκων, από το γεγονός ότι αμέσως μετά περιγράφεται αναλυτικά η προβλεπόμενη και κατά το νόμο διαδικασία, με την οποία επρόκειτο να γίνει η ανάθεση της γεωτεχνικής μελέτης από τον κύριο του έργου στη σύμπραξη της αρχικής αναδόχου και του εφεσίβλητου, η οποία δεν θα είχε κάποιο λόγο τόσο αναλυτικής καταγραφής στην επικαλούμενη από τον εφεσίβλητο σύμβαση υπεργολαβίας. Στη συνέχεια του συμφωνητικού αναφέρεται ρητά ότι η αμοιβή του αντικειμένου της μελέτης, όπως αυτή θα διαμορφωθεί τελικώς, θα εγκριθεί και θα καταβληθεί από το Δήμο Αμαλιάδας και ότι η κατανομή της αμοιβής των συμβαλλομένων θα υπολογίζεται σε κάθε λογαριασμό και πιστοποίηση της μελέτης, που θα υποβάλλεται στο Δήμο Αμαλιάδας προς πληρωμή και θα αναγράφεται στο σχετικό πινάκιο κατανομής της αμοιβής, που θα συνοδεύει τον εκάστοτε λογαριασμό, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ενώ ο κάθε συμβαλλόμενος θα εκδίδει τα αντίστοιχα παραστατικά απευθείας στο Δήμο Αμαλιάδας. Από την περιγραφή αυτή, συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνώριζαν και συναποδέχθηκαν ότι ο Δήμος Αμαλιάδας, κύριος του έργου, είναι υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής τους, κατά τις διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο που διέπει τις συμβάσεις δημοσίων έργων, ενώ ουδόλως αναφέρονται σε εναλλακτική περίπτωση, κατά την οποία η εκκαλούσα θα καθίστατο υπόχρεη σε καταβολή της αμοιβής του εφεσίβλητου, αναφορά η οποία, επίσης, θα ήταν αναμενόμενη κατά τα συναλλακτικά ήθη, σε συμφωνητικό όπου η διαδικασία καταβολής της αμοιβής περιγράφεται διεξοδικά και όπου κάθε συμβαλλόμενος επιθυμεί να γνωρίζει τα όρια της ευθύνης του εκ των προτέρων. Περαιτέρω, ορίστηκε ότι στην περίπτωση που ο Δήμος Αμαλιάδας απαιτήσει την έκδοση ΤΠΥ για το σύνολο της αμοιβής της γεωτεχνικής μελέτης, που έχει αναλάβει ο ανάδοχος, τότε η ... EE θα εισπράξει το ως άνω ποσοστό αμοιβής της από τον ανάδοχο. Η παραπάνω πρόβλεψη του συμφωνητικού, ερμηνευόμενη κατά τα συναλλακτικά ήθη, καταδεικνύει ότι πρόθεση των μερών δεν ήταν η σύναψη υπεργολαβίας, καθώς στην τελευταία ο υπεργολάβος ουδέποτε εισπράττει την αμοιβή του από τον κύριο του έργου, αλλά από τον εργολάβο, ρύθμιση η οποία είναι εντελώς αντίθετη με την προβλεπόμενη στο επίδικο συμφωνητικό, όπου φέρεται ο εφεσίβλητος να έχει τη δυνατότητα είσπραξης του συνόλου της αμοιβής του απευθείας από τον κύριο του έργου και μάλιστα όχι μόνο για το ποσοστό που του αναλογεί, αλλά και για το σύνολο αυτής, και απόδοσης του ποσοστού που αναλογεί στην εκκαλούσα. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβαση υπεργολαβίας, καθώς με την τελευταία ο υπεργολάβος αναλαμβάνει τμήμα των υποχρεώσεων του εργολάβου, ενώ στο επίδικο συμφωνητικό ο εφεσίβλητος αναλαμβάνει την εκπόνηση μιας συμπληρωματικής, πλην όμως νέας, μελέτης, η οποία μέχρι τότε δεν συνιστούσε τμήμα της υποχρέωσης της εκκαλούσας. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση υπεργολαβίας, όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος στην αγωγή του, αλλά τα μέρη κατάρτισαν μεταξύ τους σύμβαση (361 ΑΚ), με την οποία η εκκαλούσα επέλεξε τον εφεσίβλητο, προκειμένου να συμπράξουν στην εκπόνηση συμπληρωματικής μελέτης με κύριο του έργου το Δήμο Αμαλιάδας και να κατανείμουν μεταξύ τους το ποσοστό της αμοιβής, που θα λάμβαναν από τον κύριο του έργου. Από κανένα σημείο του συμφωνητικού δεν προέκυψε ότι η εκκαλούσα ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του εφεσίβλητου, είτε ευθέως είτε σε περίπτωση μη καταβολής αυτής από τον κύριο του έργου. Η αναφορά δε ότι το συμφωνητικό αυτό ισχύει από την υπογραφή του και μέχρι την περαίωση, έγκριση, οριστική παραλαβή του πλήρους αντικειμένου της σύμβασης και την αποπληρωμή της νόμιμης αμοιβής, δεν εισάγει ανάληψη υποχρέωσης από την εκκαλούσα της καταβολής τουλάχιστον της νόμιμης αμοιβής του εφεσίβλητου, καθώς, κατά τα συναλλακτικά ήθη, θα έπρεπε να έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εκκαλούσα θα αναλάμβανε την υποχρέωση αυτή, αντίθετα η μνεία περί νόμιμης αμοιβής τέθηκε λόγω του γεγονότος ότι, κατά τον χρόνο σύναψης του επίδικου συμφωνητικού, το ακριβές ποσό της αμοιβής των διαδίκων ήταν άγνωστο, πάντως σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κατώτερο του νόμιμα προβλεπόμενου. Περαιτέρω, και εκτός της ερμηνείας του επίδικου συμφωνητικού, ο ενάγων στην ανωμοτί κατάθεσή του, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του Δικαστηρίου, συνομολογεί ότι ο Δήμος έπρεπε να συμβληθεί με τον ίδιο και να προσκληθούν ο ανάδοχος και ο ίδιος για να υπογράψουν τη σύμβαση, διαδικασία που δεν ήταν απαραίτητη, εάν μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση υπεργολαβίας. Σε προηγούμενη δε ανωμοτί εξέτασή του, που περιλαμβάνεται στα με αριθμό 292/2013 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ο ενάγων αναφέρει ότι θα πληρωνόταν από το Δήμο Αμαλιάδας, άλλως από τον ανάδοχο της μελέτης, ισχυρισμός που δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή του, με την οποία φέρεται αβασίμως η εναγομένη ως εξαρχής υπόχρεη της αμοιβής του, δυνάμει σύμβασης υπεργολαβίας. Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε τα αντίθετα και δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση υπεργολαβίας και επομένως η εκκαλούσα υποχρεούται στην καταβολή της αμοιβής του εφεσίβλητου, κάνοντας δεκτή την αγωγή, έσφαλε και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της.... Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί δε η αγωγή από το Δικαστήριο αυτό και, αφού εξεταστεί κατά την ουσία της, να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς την κύρια βάση της, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση υπεργολαβίας". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, 103 του Π.Δ. 696/1974 και 29 του Ν. 3316/2005. Ειδικότερα, ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, καθόσον έκρινε ότι η ένδικη από 29-11-2005 σύμβαση χρήζει ερμηνείας, έστω και αν τούτο δεν αναφέρεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει όμως έμμεσα από αυτήν, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι αντιμετώπισε ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην ερμηνεία τους, προβαίνοντας στον συσχετισμό των όρων της σύμβασης και στην άντληση επιχειρημάτων από τον σκοπό της. Το δε αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, δεν αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Επίσης, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις του άρθρου 29 Ν. 3316/2006, κρίνοντας ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίστηκε σύμβαση υπεργολαβίας, από την οποία να προκύπτει υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς καταβολή εργολαβικής αμοιβής στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα. Όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 103 του Π.Δ. 696/1974, που αναφέρονται στην καταβολή επιπρόσθετης αμοιβής στον αρχικό ανάδοχο μελετητή, εφόσον κατά την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης προκύψει ανάγκη εκπόνησης συμπληρωματικών μελετών, ορθώς δεν εφαρμόστηκε από το Εφετείο, εφόσον κρίθηκε ότι εφαρμοστέες τυγχάνουν εν προκειμένω οι διατάξεις του άρθρου 29 του νόμου 3316/2006, ο οποίος ρυθμίζει τα θέματα της ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών, κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση η αμοιβή του αναδόχου μηχανικού ρυθμίζεται όχι από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Π.Δ. 696/1974, αλλά από την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 7 του Ν. 3316/2005 υπ' αριθ. ΔΜΕΟ/α/ο/1257/9-8-2005 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. περί έγκρισης του Κανονισμού Προεκτιμωμένων Αμοιβών Μελετών και Υπηρεσιών, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης της ένδικης από 29-11-2005 σύμβασης. Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, 103 του Π.Δ. 696/1974 και 29 του Ν. 3316/2005, καθόσον, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους προαναφερθέντες κανόνες δικαίου. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς αμφότερα τα σκέλη του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017, ΑΠ 798/2010). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, ΑΠ 1350/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία ο (τότε) εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του ως σχετικά υπ' αριθ. 14 και 15, ήτοι α) την από 21-2-2011 βεβαίωση της αντιδίκου εταιρείας περί απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου (σχετικό 14) και β) το από 1-4-2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αντιδίκου προς αυτόν, με το οποίο η τελευταία του ζητούσε να ελέγξει την ως άνω βεβαίωση (σχετικό 15), τα οποία (έγγραφα) επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων με τις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις του. Επί των ανωτέρω αιτιάσεων, εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λεκτέα τα εξής: Από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι επανεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο "η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσας και η ανωμοτί εξέταση του εφεσιβλήτου, που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι υπ' αριθ. 8776/2013, 2326/2013 και 6302/2013 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι και λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενες μεταξύ τους δίκες, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία είναι πρόσφορα είτε για πλήρη απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε και τα διδάγματα της κοινής πείρας", καθώς και από την αναφορά στη σελίδα 11 της απόφασης ότι "..... ο ενάγων αφηγηματικά αναφέρει ότι εξέδωσε απόδειξη παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη, η οποία την 21-2-2011 του χορήγησε βεβαίωση ότι αποδόθηκε παρακρατούμενος φόρος για τις υπηρεσίες που της παρείχε από την nεκπόνηση της μελέτης", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα έγγραφα. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 79/2023). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ αντιθέτως έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα, τα οποία επίσης έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ότι α) δεν έλαβε υπόψη του τον περιεχόμενο στην ένδικη αγωγή ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτίστηκε σύμβαση αναγνώρισης χρέους και ειδικότερα, ότι η τελευταία με την από 21-2-2011 βεβαίωσή της περί απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου επί της οφειλομένης αμοιβής του ενάγοντος για την εκπόνηση των συμπληρωματικών μελετών που του ανέθεσε, αναγνώρισε την οφειλή της προς αυτόν από τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση υπεργολαβίας και β) έλαβε υπόψη του μη προταθέντα από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ισχυρισμό ότι η συμπληρωματική σύμβαση δεν καταρτίστηκε, επειδή δεν εγκρίθηκε από την Οικονομική Επιτροπή του Δήμου Αμαλιάδας. Επί των ανωτέρω αιτιάσεων, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λεκτέα τα εξής: Από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "με την ένδικη αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, δεν εισάγεται ιστορική βάση αυτής που να βασίζεται στις διατάξεις της αναγνώρισης χρέους, καθώς ο ενάγων αφηγηματικά αναφέρει ότι εξέδωσε απόδειξη παροχής υπηρεσιών προς την εναγομένη, η οποία την 21-2-2011 του χορήγησε βεβαίωση ότι αποδόθηκε παρακρατούμενος φόρος για τις υπηρεσίες που της παρείχε από την εκπόνηση της μελέτης, χωρίς να περιλαμβάνει, όμως, ισχυρισμό περί αναγνώρισης του χρέους από την εναγομένη μέσω της χορηγηθείσας βεβαίωσης", προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω υπό στοιχ. α' αγωγικό ισχυρισμό και έκρινε ότι με αυτόν δεν εισάγεται (μη ερευνηθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) βάση της αγωγής θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αναγνώρισης χρέους. Εξάλλου, από το προεκτεθέν περιεχόμενο της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή ερείδεται, κατά την κύρια βάση της, στις διατάξεις για τη σύμβαση έργου (άρθρα 681 επ. ΑΚ) και, κατά την επικουρική βάση της, στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904 επ. ΑΚ), ενώ διηγηματικά, προς ενίσχυση της κύριας βάσης της αγωγής, αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ότι η εναγομένη χορήγησε στον ενάγοντα την από 21-2-2011 βεβαίωση απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ανερχόμενου σε ποσοστό 20% επί της οφειλομένης αμοιβής του, ήτοι ποσού (56.489,17 ευρώ Χ 20% =) 11.297,83 ευρώ, χωρίς όμως, με την εν λόγω αναφορά, να εισάγεται βάση της αγωγής από τις διατάξεις περί αναγνώρισης χρέους (άρθρα 873 επ. ΑΚ). Περαιτέρω, με το υπό στοιχ. β' σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης και υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς το υπό στοιχ. α' σκέλος του και απαράδεκτος ως προς το υπό στοιχ. β' σκέλος αυτού, μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 312/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ