ΑΡΙΘΜΟΣ 570/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου A. (Ά.) F. (Φ.) του J. (Τ.), κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 8029/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1364/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 Κ.Ποιν.Δ. το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός άλλων περιπτώσεων και λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 510 παρ.1 του ιδίου Κώδικα μεταξύ των οποίων και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η υπέρβαση εξουσίας με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξ άλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως απαράδεκτο λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει, το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως (ΟλΑΠ 4/1995, 6/1994), εκτός αν με την έφεση προβάλλεται λόγος ακυρότητος της επιδόσεως ή ανωτέρας βίας από την οποία απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. για την άσκηση του ενδίκου μέσου οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά. Μεταξύ των λόγων ακυρότητος της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικώς με την έφεση είναι και η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση. Επίσης πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικώς με την έφεση και ο λόγος ανωτέρας βίας, από την οποία ο εκκαλών παρεκωλύθη στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως αγνώστου διαμονής και συνακόλουθα μη γνώσεως εκ μέρους του εκκαλούντος της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεώς του. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ.1 και 2 του Κ.Ποιν.Δ. ως αγνώστου διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για την δικαστική (Εισαγγελική) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή παρήγγειλε την επίδοση του έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους ή ακόμη και σε άλλη Εισαγγελική Αρχή ή στην Αστυνομική Αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως αγνώστου διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στην παράγραφο 1 προσώπων, προς το Δήμαρχο ή τον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος κατά το άρθρο 273 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή την έγκληση. Τέλος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 154 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. η επίδοση ή η κοινοποίηση είναι άκυρες αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις των άρθρων 155-157, 159 και 165, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το άρθρο 156 και από αυτές τις διατάξεις προκύπτει ότι αν δεν προηγηθεί από εκείνον που ενεργεί την επίδοση αναζήτηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού συζύγου ή συγγενών του προσώπου στο οποίο πρόκειται να γίνει αυτή και απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για να γίνει σε εκείνους τότε είναι άκυρη η επίδοση προς το Δήμαρχο και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.2 του άρθρου 156. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση 8029/2012 το Τριμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της, την από 16/7/2012 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 87676/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην σε φυλάκιση δέκα (10) μηνών για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου. Όπως όμως προκύπτει από το αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από 22/11/2010 αποδεικτικό επιδόσεως, ο ενεργήσας την επίδοση της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε εκδοθεί ερήμην του αναιρεσείοντος, ειδικός φρουρός του Α.Τ. Αμαρουσίου Κ. Κ. μετέβη και επέδωσε την εν λόγω απόφαση στον Δήμο Αμαρουσίου και στον υπ' αυτού εξουσιοδοτημένο υπάλληλο του Δήμου, (όπως αναφέρεται στο εν λόγω αποδεικτικό) χωρίς προηγουμένως να αναζητήσει τον προς ον η επίδοση κατηγορούμενο στην αναφερόμενη στο σκεπτικό ως τελευταία γνωστή κατοικία του δηλαδή εκείνη της επαγγελματικής διευθύνσεως του στην Ελλάδα και ειδικότερα την επί της οδού ... αριθμός 113 ... όπου είχαν την έδρα και τα γραφεία του οι εταιρείες JACOBS GBB ΕΛΛΑΣ ΑΕ και SGI TRADEMCO ΑΕ που είχαν αναλάβει ως ανεξάρτητος μηχανικός τις εργασίες ανακατασκευής της Λεωφόρου Κηφισίας στις 6/7/2004 οπότε και τραυματίσθηκε ο παθών Ε. Π. και στις οποίες εργασίες επιβλέπων μηχανικός ήταν ο κατηγορούμενος. Αντίθετα αναφέρεται στο ως άνω αποδεικτικό επιδόσεως ότι πήγε και αναζήτησε τον προς ον η επίδοση κατηγορούμενο στην οδό ... Α.Λ.Σ. (αγνώστων λοιπών στοιχείων) ως τελευταία γνωστή κατοικία του και αφού δεν βρήκε αυτόν ο οποίος είναι απών από τον τόπο της πιο πάνω κατοικίας του και ήδη αγνώστου διαμονής και από την έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει στην κατοικία του ή αλλού πρόσωπο σχετικό από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. για να επιδώσει την απόφαση, παρέδωσε αυτή στο Δήμαρχο Αμαρουσίου ή στον ορισμένο από αυτόν υπάλληλο ήτοι τον υπογράψαντα ότι την παρέλαβε προϊστάμενο του τμήματος Διοίκησης Μ. Κ.. Έτσι, όμως, δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 156 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. για επίδοση σε πρόσωπα αγνώστου διαμονής, αλλά για να είναι νόμιμη η επίδοση και δοθέντος ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί κάποιος ως άγνωστης διαμονής αν δεν αναζητηθεί στην μόνη γνωστή διεύθυνση επαγγελματικής εγκατάστασής του, έπρεπε, πριν γίνει η επίδοση στο Δήμο Αμαρουσίου με παράδοση στον υπάλληλο που είχε ορισθεί ως εντεταλμένος για την παραλαβή του επιδοτέου εγγράφου, να προηγηθεί αναζήτηση του κατηγορουμένου που αφορούσε η επίδοση της ως άνω ερήμην του εκδοθείσης καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στην από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουσα ως γνωστή, διεύθυνση τελευταίας επαγγελματικής κατοικίας του στην οδό ... 113 ενώ από την επισκόπηση επιτρεπτώς, στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου πέραν του αποδεικτικού επιδόσεως και της συνημμένης από 19/10/2010 βεβαιώσεως του ενεργήσαντος την επίδοση ανωτέρω ειδικού φρουρού ότι ο κατηγορούμενος κάτοικος ... Α.Λ.Σ. είναι πρόσωπο άγνωστο και κανείς δεν γνωρίζει γι' αυτόν δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό. Συνεπώς η γενόμενη επίδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως είναι άκυρη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 154 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. με αποτέλεσμα να μην έχει αρχίσει η προθεσμία της εφέσεως η οποία ως εκ τούτου είναι εμπρόθεσμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη και για το λόγο αυτό αρνήθηκε να ερευνήσει την υπόθεση στην ουσία της υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας και πρέπει, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί, κατά παραδοχή του βασίμου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. 14 Κ.Ποιν.Δ. λόγου της αιτήσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω η χαρακτηριζόμενη στο νόμο ως πλημμέλημα πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου (άρθρα 12, 18 και 314 παρ.1α Π.Κ.) φέρεται ότι τελέσθηκε την 6/7/2004, από τότε δε μέχρι τη δημοσίευση της στις 8/10/2012 της υπ' αριθμό 8029/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου κατά της πρωτοδίκου καταδικαστικής αποφάσεως, αλλά και μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την 20/3/2013, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα της διασκέψεως (8.4.2013) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία και έτσι το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ.1 και 3, 112, 113 παρ.1,2,3,Π.Κ.). Δεδομένου δε ότι ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή αν κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος (αρθρ. 511 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ.), πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β' του ιδίου Κώδικα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 8029/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων) και Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος A. (Ά.) F. (Φ.) του J. (Τ.), κατοίκου ..., για σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υποχρέου, που φέρεται ότι τέλεσε στο ... στις 6.7.2004 και ειδικότερα του ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο όντας υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως εκ της παρακάτω αναφερόμενης ιδιότητάς του, προκάλεσε σε άλλον χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, που παράχθηκε από την παρακάτω παράλειψή του. Συγκεκριμένα τυγχάνοντας επιβλέπων μηχανικός των εταιρειών που αποτελούσαν τον ανεξάρτητο μηχανικό (JACOBS GIBB ΕΛΛΑΣ και SGI TRADEMCO AE, που εδρεύουν στο ...) των εργασιών ανακατασκευής της Λεωφόρου Κηφισίας, που εκτέλεσε στα πλαίσια της διαμόρφωσης του κόμβου της εν λόγω λεωφόρου με την Αττική Οδό η Κοινοπραξία, με την επωνυμία "Κοινοπραξία Αττική Οδός - Κατασκευή Ελεύθερης Λεωφόρου Ελευσίνας - Σταυρού - Σπάτων και Δυτικής Περιφερειακής Λεωφόρου Υμηττού" στο ύψος του κτιρίου του Ο.Τ.Ε., δε φρόντισε, όπως όφειλε και μπορούσε, να καλύψει, με άσφαλτο, τις λακκούβες, που υπήρχαν στο σημείο εκείνο και οι οποίες εμπόδιζαν την ασφαλή διέλευση των χρηστών της οδού. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς ήταν περί ώρα 19.35' της προαναφερομένης ημερομηνίας ένα ποδήλατο, που οδηγούσε ο Π. Ε. του Ι., κάτοικος ..., με κατεύθυνση από Κηφισιά προς Αθήνα, στη δεξιά άκρη του οδοστρώματος και σε απόσταση σαράντα (40) εκατοστών του μέτρου από το πεζοδρόμιο, να πέσει μέσα σε μια λακκούβα, να ανατραπεί και να τραυματισθεί ο οδηγός του, ο οποίος υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, θλαστικό τραύμα και έγκαυμα τριβής αριστερού ζυγωματικού, πολλαπλές εκδορές του προσώπου, τραυματισμό και έγκαυμα εκ τριβής της αριστερής κροταφικής χώρας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Απριλίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ