Αριθμός 1445/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." με το διακριτικό τίτλο "E.F.G. EUROBANK ERGASIAS LEASING" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1.α) Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α."( GENERAL UNION A.E.E.G.A.), που εδρεύει στον ... και βρίσκεται υπό εκκαθάριση, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κελεμένη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και β) του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α." (GENERAL UNION A.E.E.G.A.), που εδρεύει στον ..., της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις και 2. Σ. Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Ρίσβα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-8-2004 αγωγή του 3ου ήδη αναιρεσίβλητου, την από 4-1-2005 προσεπίκληση προς αναγκαστική παρέμβαση της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 17-3-2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή και αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2766/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3939/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2009 αίτησή της και τους από 12-2-2011 πρόσθετους λόγους της. Εκδόθηκε η 486/2012 μη οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 20-8-2012 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 2ου και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1665/1986, αντικείμενο χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) μπορεί μεταξύ άλλων να αποτελέσει και το αυτοκίνητο. Στη χρηματοδοτική μίσθωση ο μισθωτής αναλαμβάνει με τη σύμβαση τον κίνδυνο τυχαίας καταστροφής, απώλειας ή βλάβης του πράγματος. Αυτό σημαίνει ότι στις περιπτώσεις αυτές είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει το μίσθιο πράγμα με άλλο ίσης αξίας ή να το επιδιορθώσει με δικά του έξοδα. Κατά συνέπεια, ενόψει της ενισχυμένης αυτής θέσεως του μισθωτή, τόσο από άποψη υποχρεώσεων, όσο και δικαιωμάτων, επιβάλλεται ο χαρακτηρισμός αυτού ως κατόχου κατά την έννοια του άρθρου 4 ν. ΓπΝ/1911, ο δε εκμισθωτής του αυτοκινήτου διατηρεί απλώς την ιδιότητα του κυρίου (ΑΠ 1661/07). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1α ν. 489/1976, η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την ασφάλιση του αυτοκινήτου τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα είναι ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ο προστηθείς στην οδήγηση ή ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Η ιδιότητα του προσώπου ως ασφαλισμένου προκύπτει από τον ίδιο το νόμο. Αν μόνο ένα πρόσωπο αναγραφεί ως ασφαλισμένο στο ασφαλιστήριο παρ' όλα αυτά την ιδιότητα του ασφαλισμένου έχουν όλα τα αναφερόμενα στο νόμο πρόσωπα. 'Ετσι ασφαλισμένος είναι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου έστω και αν η σύμβαση ασφαλίσεως συνήφθη από άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρ. 25 της Κ4/585/1978, η οποία προβλέπει τις περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, είναι μεν ανίσχυρη, ως ευρισκομένη εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 6 § 5 Ν. 489/1976, εάν, όμως, οι περιεχόμενες στην ως άνω διάταξη απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, συμπεριληφθούν, ως συμβατικοί όροι, στην ασφαλιστική σύμβαση, τότε ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται μεν από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, έχει όμως, δικαίωμα αναγωγής, κατά του ασφαλισμένου, για να ζητήσει ό,τι κατέβαλε, ως αποζημίωση, προς ικανοποίηση του τρίτου παθόντα, διότι, στην περίπτωση αυτή, οι ως άνω απαλλακτικές ρήτρες αποκτούν συμβατική ισχύ (ΜΙ 432/2004). Περαιτέρω, το περιεχόμενο των ως άνω απαλλακτικών όρων, των διαλαμβανομένων στην ως άνω υπουργική απόφαση είναι δεσμευτικό για τα συμβαλλόμενα μέρη, εφόσον αυτοί τους αποδέχθηκαν, έστω και εάν το ασφαλιστήριο δεν υπογράφηκε από τον αντισυμβαλλόμενο-ασφαλισμένο, καθόσον η εκ μέρους του αποδοχή μπορεί να εκδηλώνεται και σιωπηρά, είτε με την καταβολή των ασφαλίστρων, είτε με την παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ή με τη χρήση του ασφαλιστηρίου ή την τοποθέτηση στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, του χορηγηθέντος σ' αυτόν σήματος ή της βεβαιώσεως της ασφάλισης, ή με την υποβολή δήλωσης ατυχήματος προς τον ασφαλιστή ή όταν στηρίζει τις αξιώσεις του στο ασφαλιστήριο και επικαλείται και προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο ή όταν υπέβαλε στον ασφαλιστή δήλωση του ατυχήματος. Εφόσον, με την αποδοχή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά τον ανωτέρω τρόπο, δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου, από τους συμπεριλαμβανόμενους σ' αυτό όρους απαλλαγής του ασφαλιστή και ειδικότερα από τον συμπεριλαμβανόμενο όρο της περίπτωσης 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε που συντρέχει όταν ο υπαίτιος οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή άλλων τοξικών ουσιών, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1650/2001, 502/2002 και ΑΠ 1451/2009). Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα εάν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κάτοχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και εάν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο. Κάθε ένα από τα ως άνω πρόσωπα ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση ενός εκάστου των ως άνω υποχρέων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Οι ως άνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσης αυτού από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελούν στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται κατ' αρχήν ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος). Για να τελεσφορήσει, όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα ως άνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης παραχωρεί την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξ αιτίας προηγούμενης ανάλωσης οινοπνεύματος. Εάν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει τη μέθη του οδηγού, τότε δεν τελεσφορεί η εναντίον του ασκηθείσα αναγωγή του ασφαλιστή. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της μη οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος έχει κατά τις γενικές αρχές (336 ΑΚ) ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξη που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα περιστατικά: Την 11-9-2003 και περί ώρα 04.30 πρωινή ο Α. Α. οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (εργοστασίου κατασκευής Jaguar), ιδιοκτησίας της εναγόμενης-ενάγουσας εταιρείας EFG EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ με το διακριτικό τίτλο EFG EUROBANK ERGASIAS LEASING (με πρώην επωνυμία ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ και με διακριτικό τίτλο ERGOLEASING ΑΕ) και ασφαλισμένο για την προς τρίτους ζημία στην εναγόμενη-ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ. Με το ανωτέρω αυτοκίνητο ο ως άνω οδηγός έβαινε επί της λεωφόρου Κηφισού με κατεύθυνση προς Πειραιά και είχε συνεπιβάτη (στη θέση του συνοδηγού) τον ενάγοντα Σ. Μ.. Όταν έφτασε στο ύψος της αερογέφυρας της Λ. Κηφισού στην Ιερά Οδό, ο εν λόγω οδηγός έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, βρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος (1,51 γρ./1000κ.ε. αίματος), έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε στο μεταλλικό πλέγμα της κεντρικής διαχωριστικής νησίδας ασφαλείας, εξ αιτίας της σφοδρότητας της πρόσκρουσης πραγματοποίησε περιστροφή, ανήλθε επί της νησίδας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου τελικά ανατράπηκε και ακινητοποιήθηκε με τον ουρανό να εφάπτεται στο οδόστρωμα και με μέτωπο προς Λαμία. Από την ανωτέρω εκτροπή και ανατροπή του ΙΧΕ αυτοκινήτου, επήλθε ο θάνατος του οδηγού και ο τραυματισμός του ενάγοντος Σ. Μ.. Αποκλειστικά υπαίτιος για το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα τυγχάνει ο οδηγός του ως άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο Α. Α., ο οποίος ευρισκόμενος υπό την επήρεια μεγάλου ποσοστού οινοπνεύματος ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα, ανωτέρα των 130 χιλ/ώρα, έτσι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εξετράπη κατά τα ανωτέρω (άρθρα 12, 13, 19, 42 ΚΟΚ). Συνυπαίτιος όμως στον τραυματισμό του τυγχάνει και ο ενάγων (συνοδηγός) κατά ποσοστό 20% διότι εμπιστεύτηκε την μεταφορά του από αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου είχε μειωμένη ικανότητα οδήγησης εξαιτίας των ανωτέρω υψηλών ποσοστών οινοπνεύματος στο αίμα του. Την μειωμένη αυτή ικανότητα ο ενάγων την γνώριζε καθόσον μετά του ως άνω οδηγού βρέθηκαν και έφαγαν (σάντουιτς) περίπου επί τρία τέταρτα της ώρας πριν ξεκινήσουν για διασκέδαση στην παραλιακή. Έτσι ο ενάγων εκ της συνομιλίας που είχε μετ' αυτού, είχε τη δυνατότητα, ως κάθε μέσος άνθρωπος, να αντιληφθεί την κατάστασή του, η οποία ως εκ της ανωτέρω ποσότητος οινοπνεύματος στο αίμα του πρόδιδε άτομο που απέπνεε έντονα αλκοόλ, βρισκόταν τουλάχιστον σε κατάσταση ευφορίας, κάμψης των αναστολών και επαγρύπνησης. Και ο ίδιος ο ενάγων βρέθηκε κατά το ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος (0,90γρ./1000κε αίματος). Όμως στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος συνετέλεσε η μεγάλη μέθη του οδηγού, ο οποίος ευρισκόμενος εκ του λόγου αυτού σε ευφορία και υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα κατά πολύ μεγαλυτέρα του επιτρεπομένου ορίου στη Λ. Κηφισού, με τα ανωτέρω τραγικά αποτελέσματα. Με βάση τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η σχετική ένσταση (άρθρο 300 ΑΚ) της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-παθόντος κατά ποσοστό 20%. Η ίδια ένσταση όμως προβαλλόμενη από την ως άνω ιδιοκτήτρια του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το πρώτον στον δεύτερο βαθμό διαδικασίας είναι απαράδεκτη, του απαραδέκτου λαμβανομένου υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Ειδικότερα, η εναγόμενη ιδιοκτήτρια του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, προβάλλει το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη την ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας, η οποία κατατείνει στην ανατροπή της κύριας αγωγής και θα έπρεπε κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 527 και 269 Κ.Πολ.Δικ., να προταθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός της ενιστάμενης ότι ενημερώθηκε για την ύπαρξη της μέθης του υπαίτιου οδηγού για πρώτη φορά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απορριπτέος κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος καθόσον στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας συνεκδικάσθηκε με την κύρια αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία η τελευταία της ζητούσε να καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεούταν να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού. Επίσης, η ίδια ενιστάμενη προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής αντίγραφο της ποινική δικογραφίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, ήτοι γεγονότα τα οποία συνηγορούν στο απαράδεκτό της προβολής στην παρούσα διαδικασία της ως άνω ενστάσεως και δεν ανατρέπονται από άλλα στοιχεία της δικογραφίας". Στη συνέχεια δέχτηκε τα εξής: "Η εναγομένη ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος ισχυρίζεται ότι δεν έχει συμβληθεί για την ασφάλισή του με αντίστοιχη δέσμευση. Από τα αυτά όμως αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι : δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2001 συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης, η εταιρεία "PANMAR Διεθνείς και Εθνικές Μεταφορές ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο θανών Α. Α., μίσθωσε από 23-1-2001, από την ως άνω χρηματοδοτική εταιρεία το αποκλειστικής της κυριότητας υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ήτοι το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 18 της ως άνω σύμβασης περί ασφάλισης εξοπλισμού, ορίσθηκε μεταξύ άλλων ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ασφαλίσει για λογαριασμό του εκμισθωτή (ασφαλισμένου) με έξοδά του για όλη τη διάρκεια της μίσθωσης και σε ασφαλιστική εταιρεία της απολύτου επιλογής του εκμισθωτή τον εξοπλισμό (ήτοι το μίσθιο-αυτοκίνητο) από τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης απέναντι στους τρίτους από οποιαδήποτε αιτία και ότι ο μισθωτής υποχρεούται να ενημερώνει τους ασφαλιστές ότι ο εξοπλισμός ανήκει στην κυριότητα του εκμισθωτή και ότι όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα φέρουν ως δικαιούχο του ασφαλίσματος τον εκμισθωτή στον οποίο σε κάθε περίπτωση οι ασφαλιστές θα καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό ... και να κοινοποιεί αμέσως κυρωμένο αντίγραφο του ασφαλιστηρίου στον εκμισθωτή. Σε περίπτωση μη αμέσου αποστολής των ασφαλίστρων είναι λόγος καταγγελίας της χρηματοδοτικής μίσθωσης. Επίσης, στο άρθρο 19 της ίδιας σύμβασης ορίζεται ότι αν από τη λειτουργία του μισθίου προκληθεί φθορά ξένης περιουσίας, σωματική βλάβη ή θάνατος προσώπων για την οποία ευθύνεται ο κύριος του μισθίου, ο μισθωτής είναι υπόχρεος με αποκλειστικά δική του φροντίδα και δαπάνη να υπερασπίζεται τον εκμισθωτή σε κάθε αστική ή ποινική δίκη που μπορεί να προκύψει, αν προκύψει θετική ή αποθετική ζημία του εκμισθωτή, αποκλειστικά υπεύθυνος σε αποκατάσταση είναι ο μισθωτής. Στην ως άνω σύμβαση ο Α. Α. συμβλήθηκε ως εγγυητής παραιτήθηκε των ενστάσεων διζήσεως και εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως, η μισθώτρια εταιρεία, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της κυρίας του μισθίου (αυτοκινήτου) προέβη σε ασφάλιση της αστικής ευθύνης του εν λόγω οχήματος στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Στο εν λόγω συμβόλαιο και ειδικότερα στο άρθρο 2 αυτού, υπό τον τίτλο εξαιρέσεις, στην περίπτωση β' ορίζεται, ότι δεν καλύπτονται τα ατυχήματα και οι άμεσες ή έμμεσες συνέπειες τους που οφείλονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήση ναρκωτικών ή τοξικών ουσιών ή άλλων φαρμάκων ή χρήση οινοπνευματωδών ή επιδράσεις ραδιενεργού ακτινοβολίας. Με βάση την ανωτέρω η σύναψη της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης έγινε από την μισθώτρια εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Α. Α. κατ' εντολή και για λογαριασμό της εκμισθώτριας, ιδιοκτήτριας του ως άνω μισθίου (αυτοκινήτου) σε εκτέλεση της υποχρεώσεως που είχε αναλάβει η τελευταία από την ως άνω σύμβαση μισθώσεως. Συνεπώς ο ισχυρισμός της εναγόμενης ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ότι η ίδια δεν συμβλήθηκε με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από τους όρους της, στερείται ουσιαστικής θεμελίωσης και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Η οποιαδήποτε διαφορά της εναγόμενης - ιδιοκτήτριας του οχήματος με την μισθώτρια τούτου σχετικά με την έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης, το είδος ασφαλιστικής κάλυψης, την ασφαλιστική εταιρεία, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα εκ της ασφαλίσεως, την γνωστοποίηση σε αυτήν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αποτελεί ενδοσυμβατική διαφορά στα πλαίσια της χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη δεν υπερισχύει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δη των εξαιρέσεων της ως άνω Υπουργικής απόφασης (Κ4/585/1978 ΑΥΕ). Αντιθέτως, παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να αναζητήσει από τον ασφαλισμένο (εν προκειμένω την εναγόμενη ιδιοκτήτρια του οχήματος) αναγωγικώς ό,τι υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο εξαιτίας της ασφαλιστικής καλύψεως, έστω και αν λείπει τυπικά η υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου στο ασφαλιστήριο. Το περιεχόμενο της συμβάσεως της υποχρεωτικής ασφάλισης, οποιασδήποτε ασφαλιστικής εταιρείας δεν διαμορφώνεται ελεύθερα, αλλά καθορίζεται από το ν.489/76 και τους γενικούς όρους ασφάλισης που περιέχονται στην ανωτέρω Υπουργική απόφαση. Ως εκ τούτου ο αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου στην περίπτωση μέθης του οδηγού δεν αποτελεί μόνον συμβατικό όρο του ασφαλιστηρίου (όπως αυτός έχει περιληφθεί εν προκειμένω και στο ως άνω υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο), αλλά και διάταξη κοινής υπουργικής απόφασης η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση και δεν δύναται να αντικατασταθεί ή τροποποιηθεί δια των όρων της συμβάσεως της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ούτε αποκλείεται από άλλη διάταξη του νόμου, υπουργική απόφαση ή νομοθετική ρύθμιση". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις που εφάρμοσε ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη ευθύνης της από την ασφαλιστική σύμβαση, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το σκέλος του που αναφέρεται στην απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της σχετικά με τη μέθη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πρόκειται περί ενστάσεως που δεν προβλήθηκε στο Πρωτοδικείο (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης αυτού (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ). 2. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ενώ δεν συνιστά το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις, παρότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1111/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχτηκε α) ότι η ασφαλιστική σύμβαση έγινε από τον Α. Α., ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας ΠΑΝΜΑΡ Διεθνείς και Εθνικές Μεταφορές ΕΠΕ και β) η τελευταία ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της ιδίας της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν αποτελούν πράγμα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά δυνάμενα να βεβαιωθούν από τις αποδείξεις. 3. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. ΓπΝ/1911 "κάτοχος αυτοκινήτου θεωρείται πας ο κατά τον χρόνον του ατυχήματος κατέχων το αυτοκίνητον είτε κατά κυριότητα είτε εκ συμβάσεως, εκμεταλλευόμενος δ' αυτό εν ιδίω ονόματι, ως και ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος της κατοχής αυτοκινήτου και χρησιμοποιών τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ως κάτοχος του αυτοκινήτου θεωρείται εκείνος, ο οποίος όχι μόνο ασκεί τη φυσική εξουσία επ' αυτού (αρθρ. 974 ΑΚ), αλλά και εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο ως ιδιοκτήτης ή δικαιούχος σε εκμετάλλευση δυνάμει συμβάσεως με τον ιδιοκτήτη. Εισάγεται, δηλαδή, για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου, το στοιχείο της εκμεταλλεύσεως, η οποία περιλαμβάνει την άντληση από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, αμέσως ή εμμέσως, οικονομικού ή επαγγελματικού οφέλους με τη μορφή κέρδους, αλλά και την εξυπηρέτηση διαφόρων αναγκών του κατόχου, όπως είναι η ψυχαγωγία και η άνετη μετακίνηση του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη ταυ άρθρου 4 του αυτού ως άνω ν. ΓπΝ/1911 "διά πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης εν η περιπτώσει είναι τοιούτος άλλος ή ο κάτοχος ενέχεται μόνον μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, το οποίον, παραχωρών εις το ζημιωθέν πρόσωπον, δύναται κατά την κρίσιν του δικαστηρίου να απαλλαγεί κατά πάσης άλλης αποζημιώσεως... ". Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. ΓπΝ/1911 προκύπτει, ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη σε βάρος, εκτός άλλων, και του κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του νόμου αυτού, ο οποίος ενέχεται έναντι του παθόντος προς αποκατάσταση της ζημίας του. Ιδία αντικειμενική ευθύνη καθιερώνεται και σε βάρος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, ανεξαρτήτως του αν αυτός κατά το χρόνο του ατυχήματος είναι κάτοχος αυτού. Σε περίπτωση, όμως, που ο ιδιοκτήτης δεν είναι και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, η ευθύνη του περιορίζεται μέχρι την αξία αυτού κατά τον αμέσως πριν από το ατύχημα χρόνο, παρέχεται δε σ' αυτόν και η διαζευκτική ευχέρεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη παραχωρώντας στο ζημιωθέν πρόσωπο αυτό τούτο το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Ο περιορισμός αυτός της ευθύνης του ιδιοκτήτη γίνεται με προβολή ενστάσεως εκ μέρους αυτού, όταν η ζητούμενη με την αγωγή αποζημίωση υπερβαίνει την αγοραία αξία του αυτοκινήτου πριν από το ατύχημα. Περαιτέρω, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα έννοιας διαφορετικής από την αληθινή, ή μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με τη μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοστεί ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του (ΑΠ 1532/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Σ. Μ., καταλογίζει στην πληττομένη απόφαση την αιτίαση ότι της απέρριψε την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της από το άρθρο 4 του ν. ΓπΝ/1911, ερμηνεύοντας ψευδώς την εν λόγω διάταξη με το να δεχθεί ότι ως αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου της θεωρείται εκείνη πριν από το ατύχημα, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 50.000 ευρώ και όχι εκείνη μετά το ατύχημα ύψους 1.649,91 ευρώ, ως αξία μάζας σιδερικών. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας δέχτηκε ανελέκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η εναγόμενη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου πρότεινε την ένσταση περιορισμού της ευθύνης της μέχρι την αξία του αυτοκινήτου, ήτοι 1.649,91 ευρώ, όσο δηλαδή και η αξία της πωλήσεώς του ως μάζα σιδερικών. Όμως κατ' άρθρο 4 του ν. ΓΠΝ/1911, ως αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου θεωρείται η αξία του αυτοκινήτου κατά το χρόνο αμέσως πριν το ατύχημα. Εν προκειμένω, η αξία του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου (Jaguar s, 3.000 cc) ανήρχετο κατά το χρόνο της πρώτης κυκλοφορίας του (26-1-2001) σε 70.036 ευρώ (23.865.000 δρχ, υπ' αριθμ. 172/26-1-2001 τιμολόγιο εταιρείας ΤΖΑΓΚΟΥΑΡ ΕΛΛΑΣ ΑΕ) και κατά το χρόνο του ατυχήματος σε 50.000 ευρώ, όσο και η αντίστοιχη ευθύνη της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Συνεπώς, εφόσον το ποσό της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι μεγαλύτερο των επιδικαζομένων στον ενάγοντα ποσών, η σχετική ένσταση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. ΓπΝ/1911 και συνεπώς ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 4. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Για τη θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και να εκτίθενται στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένως και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο αποψιλωμένος (οικονομικός) κύριος στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη λειτουργία και εκμετάλλευση του αυτοκινήτου. Τούτο όμως δεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας, ούτε αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, κατά παραπάνω έννοια, και ο σχετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο της αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, όχι δε και όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς το περιεχόμενο του εγγράφου, ακριβώς όπως έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το να δεχθεί ότι συμβλήθηκε και αυτή με την αντίδικο ασφαλιστική εταιρεία. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την πληττομένη απόφαση και το επίμαχο ασφαλιστήριο έγγραφο, το Εφετείο δέχθηκε ότι δυνάμει του συμβολαίου χρηματοδοτικής μίσθωσης και κατά τους όρους αυτού η μισθώτρια εταιρεία όφειλε να ασφαλίσει το εκμισθωμένο όχημα για λογαριασμό και της εκμισθώτριας εταιρείας (αναρεσείουσας) και στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη και το ανωτέρω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ορθά ανέγνωσε, αφού μνημονεύεται σ' αυτό και ο πρώην διακριτικός τίτλος της αναιρεσείουσας "ERGOLEASING", κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μισθώτρια εταιρεία ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό της κυρίας του μισθίου αυτοκινήτου προέβη στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης του εν λόγω οχήματος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία εξέδωσε το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο προέβη στην εκτίμηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η οποία είναι ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" και Σ. Μ., που παραστάθηκαν χωριστά και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", διότι στη θέση υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος, κατ' άρθρ. 25 παρ. 4 Π.Δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο και τα σχετικά έξοδά της στην παρούσα δίκη προκλήθηκαν από υπερβολική πρόνοια (άρθρ. 189 παρ. 2 β του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-12-2009 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ Α.Ε." για αναίρεση της 3939/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" και Σ. Μ., τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ