Αριθμός 686/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Π., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά της αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π." και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2013 ανακοπή και τους από 23-10-2013 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8166/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 13172/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2020 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με όσα αναφέρει στην από 15-7-2022 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις. διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη, και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί(ΑΠ 1182/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζομένη από την αναιρεσείουσα υπ. αριθ. 5162/8-4-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπάκαβου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 25/9/2020 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της απόφασης (26/9/2022) και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη. Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 13172/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 8166/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακολούθως δέχθηκε την από 27/2/2013 ανακοπή και τους από 23/10/2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και ακύρωσε την υπ. αριθ. 1312/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και την από 1/2/2013 επιταγή εκτελέσεως αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 10/9/2018 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 8/10/2020, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13/3//2020 - 31/5/2020), λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της πανδημίας του κορονοϊού κόβιντ 19, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, ειδικότερα δε οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους (ΑΠ 40/2022), ενώ στο άρθρο 49 παρ.1 Ν.4963/2022 ορίστηκε ότι κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 ...ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020..., νοούνται και οι προθεσμίες της ...παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και επομένως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών για την άσκηση της αναίρεσης δεν είχε λήξει, όταν ασκήθηκε αυτή. Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες ,που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών. Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε έτσι η, υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο, αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (ΑΠ 267/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης ... έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, η εδρεύουσα στο ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και Π.", με το από 15/7/2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20/7/2022, και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στην αναιρεσίβλητη (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα υπ` αριθ. 7212/21-7-2022 και 7213/21-7-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπάκαβου αντιστοίχως), ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "E. R. D.", που εδρεύει στο ..., ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 220/1//13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης τους, δυνάμει της από 13/7/2020 συμβάσεως πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου 271/14-7-2020 και 292/21-7-2020, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην ανωτέρω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία " E. R. D.", που εδρεύει στο ..., με αριθμό μητρώου ..., η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 13/7/2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ` αριθ. πρωτοκόλλου 272/14-7-2020. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ` αριθ. ... σύμβαση δανείου, την οποία αυτή, ως δανείστρια, κατήρτισε με την αναιρεσίβλητη, κατά της οποίας, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 1312/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή της αναιρεσίβλητης. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το Ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (ΟλΑΠ 15/2007, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών, που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019). Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2, παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο ως καταχρηστικών (ΑΠ 1138/2020 ΑΠ 368/2019, 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ,που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους. Έτσι, υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ιδίου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε. Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου και με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το αρ. 6 (όχι και από τον αρ. 1) του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 α' και 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη έχει την ιδιότητα του καταναλωτή και συνεπώς ότι έχει εφαρμογή στην επίδικη σύμβαση δανείου ο Ν. 2251/1994. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφάρμοσε, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού στην απόφαση διαλαμβάνεται ότι με την ανακοπτόμενη υπ' αρ. 1312/2013 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 13.544,44 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ως ανεξόφλητο υπόλοιπο της μεταξύ τους καταρτισθείσας υπ' αριθ. ... σύμβασης δανείου ποσού 38.000 ευρώ, που χορήγησε η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη ως κεφάλαιο κίνησης για τη λειτουργία της ατομικής επιχείρησής της, οι παραδοχές δε αυτές δικαιολογούν, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά τον Ν. 2251/1994, αφού είναι ο τελικός αποδέκτης του δανείου, που έλαβε για την ικανοποίηση των επαγγελματικών αναγκών της. Επομένως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσης της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 623, 624 ΚΠολΔ και 806, 807 και 361 ΑΚ, προκύπτει ότι διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί εις βάρος του οφειλέτη και για το υπόλοιπο δανείου, που καταγγέλθηκε από το δανειστή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση δανείου, η κίνηση του, η καταγγελία της σύμβασης και το κατάλοιπο αυτού, στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται ο δανεισθείς οφειλέτης. Η περιλαμβανομένη στη σύμβαση δανείου ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανεισθέντος οφειλέτη προς την δανείστρια τράπεζα, που θα προκύψει από την καταγγελία της σύμβασης δανείου, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας, είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση, διότι δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την δανείστρια Τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επί μέρους κονδύλια του λογαριασμού (βλ. για το ίδιο ζήτημα επί σύμβασης πίστωσης με ανοικτό- αλληλόχρεο λογαριασμό ΑΠ 313/2021, ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 370/2012). Εάν όμως η ανωτέρω συμφωνία συνοδεύεται και από τον επιπρόσθετο όρο ότι ο δανεισθείς δεν δικαιούται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο του αποσπάσματος των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, το σκέλος αυτό της συμφωνίας είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρο. Αν μεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγματεύσεως των μερών, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 372 ΑΚ, διότι ενέχει υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως και, συνεπώς, προσκρούει στη δημόσια τάξη, αν δε είναι προδιατυπωμένος ως γενικός όρος συναλλαγών είναι άκυρος, ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 παρ. 2 περ. κζ` του Ν. 2251/1994, διότι περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα του καταναλωτή δανειολήπτη(ΑΠ 313/2021, ΑΠ 387/2020). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το υπόλοιπο καταγγελθείσας σύμβασης δανείου, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του δανειολήπτη προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της, ο δανειολήπτης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 313/2021, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 368/2019). Τέλος σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ανακοπής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή την ανακοπή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ειδικότερα, οι λόγοι ανακοπής, καθένας των οποίων στηρίζει το αίτημα της ανακοπής για ακύρωση της διαταγής, οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας, ο δε καθού η ανακοπή μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς είτε προβάλλοντας αντενστάσεις (Ολ.ΑΠ 10/1997), αν δε το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη νόμιμο, αόριστο ή απαραδέκτως προταθέντα λόγο ανακοπής, και ακυρώνει για το λόγο αυτό τη διαταγή πληρωμής, υποπίπτει στην από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5α (559 αρ. 8 περ. α') ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι, απαράδεκτοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται ως μη προταθέντες και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1395/2021). Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής της η αναιρεσίβλητη ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, προβάλλοντας ότι αυτή εκδόθηκε με βάση αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας, κατά τον περιεχόμενο στο άρθρο 6 της επίδικης σύμβασης δανείου ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα εκδίδει και αποστέλλει στην αναιρεσίβλητη κάθε τρίμηνο αντίγραφο του λογαριασμού, που εξάγεται από τα εμπορικά της βιβλία, που εμφανίζει και αποδεικνύει, επιτρεπομένης ανταποδείξεως, την κίνηση του λογαριασμού κατά την αντίστοιχη περίοδο και ότι ο ΓΟΣ αυτός είναι άκυρος ως καταχρηστικός, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 περ. κζ' του Ν. 2251/1994, γιατί περιορίζει υπέρμετρα τα αποδεικτικά μέσα, αντιστρέφοντας το βάρος της απόδειξης και καθιστώντας ουσιαστικά ανέφικτη την ανταπόδειξη στην προβλεπόμενη στον ίδιο ΓΟΣ σύντομη προθεσμία των 30 ημερών, ενόψει και του ότι από τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσείουσας δεν εξειδικεύονται το επιτόκιο, που ίσχυσε κατά τη διάρκεια της σύμβασης, η εισφορά του Ν. 128/1975 και οι προμήθειες και τα έξοδα, με τα οποία επιβαρύνθηκε ο λογαριασμός της σύμβασης του δανείου. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, γιατί ο επίδικος ΓΟΣ σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, αφού δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), κατά την έννοια του άρθρου 2 ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, όπως ο νόμος αυτός ισχύει, καθόσον δεν επηρεάζει το βάρος αποδείξεως, ούτε αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του δανειολήπτη καταναλωτή να αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής τα επί μέρους κονδύλια. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτό ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ως άνω λόγο ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, καίτοι αυτός ως μη νόμιμος θεωρείται ως μη προταθείς, υπέπεσε στην από τον αρ. 5α του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως. Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση. Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου. Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 368/2019). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας. Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις. Γι' αυτό το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017). Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005). Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ. αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ιδίου κώδικα, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με το πέμπτο σκέλος του τέταρτου λόγου ανακοπής η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι είναι άκυρος ο περιεχόμενος στο άρθρο 4 της σύμβασης δανείου ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο η εισφορά του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/75, όπως εκάστοτε ισχύει, ανερχόμενη κατά την κατάρτιση της σύμβασης σε ποσοστό 0,60%, αποτελεί μέρος του συμφωνηθέντος επιτοκίου, γιατί έτσι η εισφορά αυτή μετακυλίεται παρανόμως στην ίδια, ενώ η από την αιτία αυτή επιβάρυνσή της επηρεάζει το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών και αποκλείει έτσι την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, είναι νόμιμη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον δανειολήπτη καταναλωτή, ενώ και με τη ρητή αναφορά του όρου αυτού στη σύμβαση ικανοποιείται και η επιβαλλόμενη από τον Ν. 2251/1994 αρχή της διαφάνειας. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν ήταν νόμιμος, ο ως άνω λόγος είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, δεδομένου ότι η μη αναφορά των μη νομίμων επιβαρύνσεων της αναιρεσίβλητης στη διαταγή πληρωμής δεν καθιστά αυτήν μη εκκαθαρισμένη και ακυρωτέα, αφού το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως των επιβαρύνσεων αυτών το έχει η ανακόπτουσα - αναιρεσίβλητη, στο οποίο όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε, αφού δεν προσδιορίζει τις επιβαρύνσεις αυτές στο σχετικό λόγο ανακοπής. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι ο παραπάνω λόγος ανακοπής είναι ορισμένος και νόμιμος και ακολούθως τον έκανε δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο, δεχόμενο ότι είναι απαγορευμένη και συνεπώς άκυρη η συμφωνία μετακύλισης της εισφοράς της παρ. 3 του άρθρου 1 Ν. 128/1975 στην αναιρεσίβλητη και ότι λόγω της επιβάρυνσης από τη μετακύλιση αυτή καθίσταται μη εκκαθαρισμένη η απαίτηση της αναιρεσείουσας και πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, αφ' ενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 128/1975 και 22 Ν. 2515/1997, οι οποίες, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν απαγορεύουν τη συμφωνία μετακύλισης, αφ' ετέρου δε έλαβε υπόψη "πράγμα" μη προταθέν, ήτοι τον ανωτέρω λόγο ανακοπής που δεν ήταν νόμιμος και σε κάθε περίπτωση παραδεκτός, και συνεπώς οι πρώτος, κατά το οικείο μέρος, και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αντίστοιχες πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 της 1969/8-8-1991 ΠΔΤΕ, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του ν. 1266/1982 (ΦΕΚ 131 Α`/29-8-1991), "απαγορεύεται η είσπραξη προμήθειας στα δάνεια, των οποίων το επιτόκιο ορίζεται ελεύθερα από τα πιστωτικά ιδρύματα", ενώ κατά το κεφάλαιο ΣΤ εδ.α της 2501/31-10-2001 ΠΔΤΕ, που αντικατέστησε την ανωτέρω ΠΔΤΕ 1969/1991, δεν επιτρέπεται η είσπραξη οιασδήποτε προμήθειας στις πάσης φύσεως χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1331/2012). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η είσπραξη ι) προμήθειας, οργάνωσης και διαχείρισης προκειμένου περί κοινοπρακτικών δανείων, ii) προμήθειας αδρανείας επί των μη αναληφθέντων ποσών πιστώσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή χορήγησής τους. Στην έννοια των πάσης φύσεως προμηθειών του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν οι αμοιβές για τις παρεχόμενες τυχόν ειδικές υπηρεσίες, εφάπαξ δαπάνες και τα έξοδα υπέρ τρίτων (π.χ. συμβολαιογραφικά έξοδα εκτίμησης και ελέγχου τίτλων ακινήτου, εγγραφής υποθήκης κλπ). Με τον τέταρτο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο ανακοπής η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 10 της σύμβασης δανείου ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο βαρύνεται με τα έξοδα του δανείου είναι άκυρος, γιατί αφορά απαγορευμένη επιβάρυνσή της με προμήθειες και γιατί είναι καταχρηστικός κατά τον Ν. 2251/1994, επειδή παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος της και για τον λόγο αυτό ζήτησε να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, προβάλλοντας ότι, κατά τις αναφερόμενες στον λόγο ανακοπής 17 ημερομηνίες, χρεώθηκε τα επίσης αναφερόμενα αντίστοιχα ποσά για έξοδα καθυστέρησης του δανείου, τα οποία συνολικά ανέρχονται στο ποσό των 222 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος γιατί, κατά τα αναφερόμενα σε αυτόν, οι επίδικες χρεώσεις δεν αποτελούν απαγορευμένη προμήθεια αλλά έξοδα, τα οποία νομίμως επιβλήθηκαν με ειδική συμφωνία στην αναιρεσίβλητη, χωρίς η συμφωνία αυτή να είναι άκυρος ΓΟΣ, γιατί δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, δεδομένου ότι περιλήφθηκε στη σύμβαση δανείου, ούτε, εν όψει και του μικρού ύψους των ποσών, διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων εις βάρος της αναιρεσίβλητης. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι αυτός ο λόγος ανακοπής είναι νόμιμος και ακολούθως τον έκανε δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο, αφ' ενός μεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 της 1969/1991 ΠΔΤΕ και ΣΤ' εδ. α' της 2501/2001 ΠΔΤΕ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, κρίνοντας ότι με αυτές απαγορεύεται πέραν της είσπραξης προμήθειας και η είσπραξη εξόδων σε συναπτόμενα τραπεζικά δάνεια και αφ' ετέρου δε παραβίασε και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994 τις οποίες επίσης εφάρμοσε, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, γιατί δεν είναι άκυρος ο ΓΟΣ που επιρρίπτει έξοδα καθυστέρησης δανείου στον δανειολήπτη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αντίστοιχη από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Περαιτέρω βάσιμος είναι και ο συναφής πρώτος κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην απόφαση και την πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, που ήταν μη νόμιμος σε κάθε περίπτωση για το πέραν των 222 ευρώ ποσό, και τούτο γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η τυχόν παραδοχή του λόγου δεν μπορεί να οδηγήσει στην ολική παραδοχή της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής και στην ακύρωση αυτής, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, αλλά μόνον στην μερική αποδοχή της και στη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Με τον τέταρτο, κατά το τρίτο σκέλος, λόγο της ανακοπής η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ΓΟΣ ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο 4 της σύμβασης δανείου όρος, ότι το επιτόκιο του δανείου συντίθεται από το ... εξαμήνου, συν περιθώριο 2,10%, συν την εισφορά του άρθρου 1 Ν. 128/1975, όπως κάθε φορά ισχύει και κατά την κατάρτιση της σύμβασης ήταν 0,60%, γιατί ο όρος αυτής απονέμει στην αναιρεσείουσα το μονομερές δικαίωμα να καθορίζει το επιτόκιο του δανείου διαταράσσοντας έτσι σημαντικά την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων εις βάρος της αναιρεσίβλητης. Ωστόσο, σύμφωνα με τον σχετικό λόγο ανακοπής, ο ανωτέρω όρος περιλήφθηκε ρητά στη σύμβαση δανείου, το ύψος δε του επιτοκίου προσδιορίζεται, με βάση αυτόν, με αντικειμενικά κριτήρια, απαρτιζόμενο από στοιχεία που είτε είναι σταθερά (το περιθώριο), είτε καθορίζονται από τον νόμο (εισφορά Ν. 128/1975), είτε προσδιορίζονται με αντικειμενικά και μη ελεγχόμενα από την αναιρεσείουσα κριτήρια (... εξαμήνου, το οποίο ... αποτελεί τον μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στο χώρο της ..., ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επί τη βάσει των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών). Εξάλλου, όπως ήδη εκτέθηκε, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012). Ενόψει αυτών, ο προαναφερόμενος όρος δεν είναι άκυρος ΓΟΣ, αφού δεν αναθέτει τον προσδιορισμό του επιτοκίου στην αναιρεσείουσα ούτε και παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος ανακοπής είναι μη νόμιμος. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ως άνω λόγος ανακοπής είναι και αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, αφού η αναιρεσίβλητη επικαλείται απλώς ακυρότητα του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, αρκούμενη σε γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης της αναιρεσείουσας, χωρίς να προσδιορίζει ειδικά τα ποσά που υποχρεώθηκε να καταβάλει δυνάμει του ανωτέρου φερομένου ως άκυρου ΓΟΣ, ώστε να συνδέεται η ακυρότητα του ανωτέρω όρου με τη διαμόρφωση του ύψους της απαίτησης, προκειμένου έτσι, σε περίπτωση που κριθεί βάσιμος ο συγκεκριμένος λόγος της ανακοπής, να μειωθεί το συνολικό ποσό της απαίτησης που επιδικάστηκε με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής μόνον κατά το ποσό κατάλυσης της οφειλής και να μπορέσει το Δικαστήριο να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, κατά το επί πλέον αυτό ποσό που η αναιρεσίβλητη διατάχθηκε να καταβάλει, αφού, όπως εκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής δεν είναι άκυρη στο σύνολό της. Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι ο λόγος ανακοπής είναι νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος και ακύρωσε και κατά παραδοχή του λόγου αυτού τη διαταγή πληρωμής, αφ' ενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 και 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφ' ετέρου δε έλαβε υπόψη "πράγμα" μη προταθέν και συγκεκριμένα τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, ο οποίος ήταν μη νόμιμος και σε κάθε περίπτωση και απαράδεκτος. Επομένως είναι βάσιμοι ο πέμπτος και ο πρώτος κατά το αντίστοιχο μέρος του λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιστοίχως οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 (όχι και 19) και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ. στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου". Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του". Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (ΑΠ 368/2019) ή η σύμβαση επαγγελματικού δανείου, με σκοπό την χορήγηση κεφαλαίου κίνησης. Περαιτέρω όμως, ο ανωτέρω Γ.Ο.Σ., που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας του άρθρου 2 παρ.1 και 2 Ν.2251/1994, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής. Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ. Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών. Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005). Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού ...) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο ..., στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο ..., το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της ..., ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάσει των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 368/2019). Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση αυτής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019 , ΑΠ 753/1995). Με τον τέταρτο κατά το τέταρτο σκέλος λόγο ανακοπής η αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο 5.2 της σύμβασης δανείου ΓΟΣ, σύμφωνα με τον οποίο οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου με βάση έτος 360 ημερών, γιατί ο όρος αυτός, με βάση τον οποίο το ημερήσιο επιτόκιο επιβαρύνεται με κατά 1,3889% περισσότερους τόκους κάθε ημέρα, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και ότι με βάση τον άκυρο αυτό όρο επιβαρύνθηκε κατά τις αναφερόμενες στον λόγο ανακοπής 6 ημερομηνίες με τα αντίστοιχα αναφερόμενα ποσά επιπλέον τόκων και συνολικά με το ποσό των 34,81 ευρώ. Το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκανε δεκτό ως νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής και ακύρωσε και για τον λόγο αυτό την ανακοπή, κρίνοντας ότι ο συγκεκριμένος όρος της σύμβασης δανείου είναι άκυρος ΓΟΣ, γιατί προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, αφού, κατά τη σύναψη της σύμβασης του δανείου η αναιρεσίβλητη δεν πληροφορήθηκε το πραγματικό επιτόκιο του δανείου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, αφού κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσίβλητη ήταν καταναλωτής, όπως προαναφέρθηκε και στην από 28/5/2009 σύμβαση επαγγελματικού δανείου, που σύναψε ως δανειολήπτρια με την αναιρεσείουσα, περιλήφθηκε στο άρθρο 5.2 της σύμβασης ο ανωτέρω καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος ΓΟΣ για υπολογισμό των τόκων με έτος 360 ημερών. Επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης με επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 περ. στ' της ΚΥΑ ΖΙ-798/2008 και 2 παρ. 2 και 25 παρ. 1 της ΚΥΑ ΖΙ-699/2010 είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Εφετείο, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο επίδικος όρος της σύμβασης δανείου είναι άκυρος, γιατί αντίκειται στις ανωτέρω ΚΥΑ, αλλά μόνο γιατί είναι άκυρος ΓΟΣ κατά το άρθρο 2 παρ. 6 και 7 Ν. 2251/1994. Περαιτέρω, όμως, κρίνοντας το Εφετείο, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της και όχι μόνο εν μέρει ως προς τα ποσό που λόγω της ακυρότητας του ανωτέρω ΓΟΣ δεν όφειλε η αναιρεσίβλητη, ήτοι κατά τα επικαλούμενα στον λόγο ανακοπής ποσά παράνομης χρέωσης τόκων συνολικού ποσού 34,81 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά το σκέλος αυτό τις διατάξεις των άρθρων 626, 631, 632, 633 ΚΠολΔ (στο μέτρο, που αυτές είναι ουσιαστικού δικαίου) και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 2 παρ. 6, 7 και 8 Ν. 2251/1994 (ΑΠ 105/2019) και γι' αυτό είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν τα μη εξετασθέντα σκέλη των λόγων αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων, που κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθ 13172/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. - Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση. -Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και - Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ