Αριθμός 34/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Παπαλάμπρου και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της εδρεύουσας στην ... Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (προηγούμενη επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΙΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Παπαλάμπρο και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. I. O. του L., κατοίκου ... και 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Διοικητή του, αμφότεροι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2004 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων και την από 15-4-2005 κύρια παρέμβαση-αγωγή του 2ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2963/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5952/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 26-7-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 13-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσείοντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις υπ' αριθ. 6747Δ/2-3-2012 και 6770Δ/7-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, με την κάτω από αυτή, πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω δικάσιμο κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τους αναιρεσείοντες, παρά την απουσία αυτών. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ή οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά, τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5952/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "... Στις 11-6-2004 και περί ώρα 7.10 ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος I. C. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα ιδιοκτησίας του εκινείτο στην Παλλήνη επί της λεωφόρου Μαραθώνος, η οποία έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωριζόμενα από διπλή σχετική διαχωριστική γραμμή, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και συνολικό πλάτος 7 μέτρα, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Μαραθώνα, έχοντας ως συνεπιβάτη τον K. C.. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ήταν ημέρα, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ενώ κατά το χρόνο αυτό εκτελούντο έργα διαπλάτυνσης της οδού λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων. Όταν ο ενάγων έφθασε στο 17° χιλ. της άνω οδού, επιχείρησε, αφού άναψε το αριστερό φλας, να στρίψει αριστερά, προκειμένου, διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας να εισέλθει σε πρατήριο βενζίνης που ευρίσκετο αριστερά σε σχέση με την πορεία του, και να σταθμεύσει εκεί τη μοτ/τα του πριν αναλάβει εργασία στο συνεργείο έργων οδοποιίας της Λ. Μαραθώνος όπου απασχολείτο. Κατά τον ίδιο όμως χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος στην ίδια ως άνω λεωφόρο με την ίδια κατεύθυνση, ήτοι από Αθήνα προς Ραφήνα, επιχειρούσε προσπέραση προπορευόμενων οχημάτων κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στην αριστερή πλευρά της μοτ/τας του ενάγοντος, τη στιγμή κατά την οποία ο τελευταίος είχε στρίψει αριστερά και ευρίσκετο στο αντίθετο (προς Αθήνα) ρεύμα κυκλοφορίας, να ανατραπεί η μοτ/τα και να τραυματιστεί ο ενάγων. Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των συνεπειών του είναι ο άνω πρώτος εναγόμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες επί της οδού, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε δυνάμενο να προβλεφθεί και ορατό εμπόδιο και παραβίασε την συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων κυκλοφορίας κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (αρθρ. 12, 19, 5 παρ. 3α, 8α ΚΟΚ). Συνυπαίτιος όμως του ατυχήματος και δη κατά ποσοστό 30%, είναι και ο παθών ενάγων, καθόσον και αυτός παραβίασε την συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων κυκλοφορίας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (αρθρ. 5 παρ. 3α, 8α ΚΟΚ)." Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις του αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος), αφού δέχθηκε τελικά (το Εφετείο) και τον πρώτο αναιρεσίβλητο συνυπαίτιο κατά 30% ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνδυαζόμενα αιτιωδώς και με παραβάσεις των άρθρων 5 παρ.3α, 8α Κ.Ο.Κ. πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της συνυπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας προς το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα και δικαιολογούν παραδοχή της έφεσης και του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος κατά το διαγνωσθέν (ανέλεγκτα επί της ουσίας) ποσοστό 30%. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα με τις οποίες το Εφετείο, αφ' ενός μεν δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε κριθεί ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων δεν υπήρξε συνυπαίτιος του τραυματισμού του, στη συνέχεια δε έκρινε τον τελευταίο συνυπαίτιο του ένδικου τραυματισμού του κατά ποσοστό 30% προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ, και 5 παρ.3α, 8α του Κ.Ο.Κ., τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου των αναιρεσειόντων στον ένδικο τραυματισμό του πρώτου αναιρεσίβλητου, ούτε η ύπαρξη μεγαλύτερου ποσοστού συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου περί του οποίου άλλωστε το Εφετείο έκρινε κατ' ουσίαν ανέλεγκτα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη του, αφού ειδικότερα προσδιορίζονται στην απόφαση οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του ατυχήματος (ξηρά οδός, απεριόριστη ορατότητα, ημέρα, κανονική κυκλοφορία των οχημάτων, εκτέλεση έργων διαπλάτυνσης στην οδό που συνέβη το ένδικο ατύχημα), που επέβαλλαν στον πρώτο αναιρεσείοντα οδηγό την ανάλογη ρύθμιση της ταχύτητας του οχήματός του την οποία δεν είχε πράγματι ρυθμίσει, χωρίς να είναι αναγκαίο να προσδιορισθεί αριθμητικά και η ταχύτητα αυτή, πέραν από το γεγονός ότι στη διαγνωσθείσα αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος αιτιωδώς περιλαμβάνεται και η παραβίαση αμέσως πριν από την ένδικη σύγκρουση συνεχούς διπλής διαχωριστικής γραμμής των ρευμάτων κυκλοφορίας με την κίνηση του πρώτου αναιρεσείοντος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, που σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσε την επιχειρηθείσα προσπέραση εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος των προπορευομένων οχημάτων, μεταξύ των οποίων και εκείνο του πρώτου αναιρεσίβλητου. Εξ άλλου, ο ίδιος πρώτος, αλλά και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του ποσοστού συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσίβλητου και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση: α) με το ότι η προσβαλλόμενη δεν διεπίστωσε το εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων ήλεγξε την όπισθεν αυτού κίνηση και βεβαιώθηκε ότι υπήρχε δυνατότητα κίνησής του προς τ'αριστερά, β) ότι ο πρώτος αναιρεσείων είχε το δικαίωμα να διενεργήσει το ένδικο προσπέρασμα είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεταν με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997) Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το άλλο μέρος του τον τρίτο λόγο κατά το ένα μέρος και τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν λαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων: 1) ότι ουδεμία υπέρβαση ορίου ταχύτητας υπήρξε εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και καμία παράβαση του άρθρου 20 του Κ.Ο.Κ., 2) ότι στο σημείο που επιχείρησε την υπέρβαση ο πρώτος αναιρεσείων είχε το δικαίωμα να προσπεράσει, 3) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός-ενάγων δεν είχε προτεραιότητα έναντι του οχήματος του πρώτου αναιρεσείοντος , 4) ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στη μοτοσικλέτα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, δηλαδή δεν την εμβόλησε αλλά η τελευταία επέπεσε στο δεξί φτερό του αυτοκινήτου και το "βούλιαξε" και 5) ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων δεν κατείχε άδεια οδηγήσεως μοτοσικλέτας που αιτιωδώς συνετέλεσε στο ένδικο ατύχημα. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι διότι οι ανωτέρω "ισχυρισμοί" δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες ως επιχειρήματα συναγόμενα από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσίβλητου που στήριξε και την αγωγή του για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού. Ανεξάρτητα όμως από αυτά, τα ίδια πραγματικά περιστατικά ως συγκροτούντα τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων από τη διάταξη του άρθρου 300 Α.Κ., τα εκτίμησε προσηκόντως το Εφετείο, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό, ανεξάρτητα από το ότι με την παραδοχή άλλων περιστατικών κατά τα προαναφερθέντα έκρινε και τον πρώτο αναιρεσίβλητο ενάγοντα κατά ποσοστό 30% συνυπαίτιο. VI. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993). Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993). Στην προκειμένη, περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι o πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστά 30% στηρίχτηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα του πρώτου αναιρεσίβλητου και την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου αναιρεσείοντος εναγομένου και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και οι προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες φωτογραφίες του συγκρουσθέντος αυτοκινήτου του πρώτου απ' αυτούς. Προβάλλουν ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των φωτογραφιών, από τις οποίες προέκυπτε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων επέπεσε με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε στο δεξί εμπρόσθιο φτερό του ΙΧ αυτοκινήτου του πρώτου από αυτούς. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτηση τους ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, (φωτογραφίες) για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγός είναι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος κατά ποσοστό 70% και ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., τρίτος, κατά το ένα μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η μοτοσικλέτα είναι εκείνος που υπέπεσε στο αυτοκίνητο, πλήττοντας πλέον την δικαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολ.Δ.). V. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικό, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Oλ.ΑΠ. 6/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα τραυματίστηκε σοβαρά. Αμέσως διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ ΕΕΣ ως πολυτραυματίας. Από τον ακτινολογικό έλεγχο που έγινε στο ορθοπεδικό τμήμα του εν λόγω Νοσοκομείου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα κλειδός και ετέθη ανάρτηση. Ακολούθως παραπέμφθηκε στο νευροχειρουργικό τμήμα του άνω Νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων είχε υποστεί βαρεία ΚΕΚ, ήταν συγχυτικοδιεγερτικός, ισοκορικός σε μέση θέση, τετρακινητικός με αρ ωτορραγία σε κλίμακα γλασκώβης 11/15. Από τον CT έλεγχο του εγκεφάλου διαπιστώθηκαν πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου, μικρό επισκληρίδιο αιμάτωμα (ΔΕ), κάταγμα κρανίου κροταφοβρεγματικά (ΑΡ), κάταγμα λιθοειδούς (ΑΡ), κατάγματα ιγμορείου και σφηνοειδούς. Μετά πάροδο 10 λεπτών εμφάνισε ανισοκορία (ΑΡ) και πάρεση κοινού κινητικού (ΑΡ). Στη νευροχειρουργική κλινική του άνω νοσοκομείου νοσηλεύτηκε μέχρι την 1-7-04 οπότε και εξήλθε σε καλή γενική κατάσταση με κλίμακα γλασκώβης 15/15 και πάρεση κοινού κινητικού, του συνεστήθη αναρρωτική άδεια δύο μηνών, φαρμακευτική αγωγή και επανεξέταση. Στη συνέχεια εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία της οφθαλμολογικής κλινικής του άνω νοσοκομείου όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από κερατίτιδα εξ εκθέσεως (λαγώφθαλμος) και στις 6-8-04 υποβλήθηκε σε ταρσορραφή Α.Ο. Τέλος το Δικαστήριο σταθμίζοντας τις συνθήκες του ατυχήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος ως και του ίδιου του ενάγοντος, τη φύση και το είδος του τραυματισμού του ενάγοντος, το σωματικό πόνο που δοκίμασε, τη θλίψη και την ταλαιπωρία του από τον τραυματισμό του, τη διάρκεια νοσηλείας του στο νοσοκομείο, τις απότοκες συνέπειες του τραυματισμού του, την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 80.000 ευρώ, ποσό εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη". Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 λόγο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα, όμως, με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ άλλου, το Εφετείο μετά την παραδοχή του λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων ως προς την υπαιτιότητα με την κήρυξη και του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος συνυπαίτιου κατά ποσοστό 30%, και την εξαφάνιση στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, δικάζοντας πλέον κατ'ουσίαν την υπόθεση, δεν δεσμευόταν μετά την διαγνωσθείσα και ληφθείσα υπόψη συνυπαιτιότητα στο να επιδικάσει υπέρ του αναιρεσίβλητου ενάγοντος το ίδιο ποσό των 80.000 ευρώ που είχε επιδικασθεί πρωτόδικα. Μετά τα παραπάνω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-7-2011 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Γ. και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 5952/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ