Αριθμός 2042/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Αναστασάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 40.849/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1274/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο. Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 40849/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις ...... εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και συγκεκριμένα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ....... επιταγή για να πληρωθεί από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσού δρχ. 6.180.000, σε διαταγή του ψ1. Η επιταγή δε αυτή, όταν εμφανίσθηκε στις 30-10-2000 στην άνω πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, χ1 για την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και του επέβαλε τις αναφερόμενες στην απόφαση ποινές. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α΄, 27 παρ. 1 του Π.Κ. και 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της παραπάνω πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 470 εδ. α' του ΚΠοινΔ στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή άλλος υπέρ αυτού, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή από εκείνη που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον αναιρετικό έλεγχο, με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 24.255/2005 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και επιβλήθηκε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη, και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 40.849/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε αυτός και πάλι ένοχος για την ειρημένη αξιόποινη πράξη και στη συνέχέια του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, που μετατράπηκε προς 4,40 ευρώ ημερησίως, καθώς και χρηματική ποινή 6.000 ευρώ. Έτσι, όμως, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επέβαλε στον αναιρεσείοντα βαρύτερες ποινές, και συγκεκριμένα τόσο τη στερητική της ελευθερίας, όσο και τη χρηματική, ενώ, περαιτέρω, μετέτρεψε και τη στερητική της ελευθερίας ποινή σε χρηματική, αντί να την αναστείλει, υπερέβη την εξουσία του, γιατί χειροτέρευσε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, τη θέση του αναιρεσείοντος, και κατά συνέπεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως. Ύστερα απ' αυτά, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνον ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής και της χρηματικής ποινής στον αναιρεσείοντα, καθώς και περί της μετατροπής της πρώτης απ' αυτές σε χρηματική ποινή, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 40.849/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και συγκεκριμένα μόνον ως προς τις διατάξεις της περί επιβολής της στερητικής της ελευθερίας ποινής και της χρηματικής ποινής στον αναιρεσείοντα, καθώς και περί της μετατροπής της πρώτης απ' αυτές σε χρηματική ποινή. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και, ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 3 Ιουλίου 2006 (υπ' αριθμ. πρωτ. 6549/6-7-2006) αίτηση του χ1 για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 21 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ