Αριθμός 1750/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Σ. Α. του Ν., κατοίκου ……….η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανναμπέλα Θεοχαροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-3-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "……… ΑΕ", που εδρεύει στην …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, υποκατασταθείσης στα περιουσιακά στοιχεία του υπό ειδική εκκαθάριση τελούντος πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "……. ΑΕ", 2) Συνεταιριστικής Επιχείρησης ……..- ΣΥΝ.ΠΕ. (………...), που εδρεύει στις ……… και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΝ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γκολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 3ος δεν παραστάθηκαν. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Β. Κ. του Θ., κάτοικο………, που δεν παραστάθηκε. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ………" και δ.τ. "……………", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχου και μη υποχρέου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ………….. και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "…………………………..", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "………… ΑΕ", που εδρεύει στην ……….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κικιλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος Φ. Κ. του Θ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ……. και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 243/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 163/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ………. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2021 αίτησή της, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 25-1-2023 δικόγραφο ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα, η 2η των αναιρεσιβλήτων και η προσθέτως παρεμβαίνουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη, από 25-5-2021 (αριθ. εκθ. καταθ. 5/26-5-2021), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 163/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ………., η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ. (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για την ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της πρώτης και του τετάρτου των εφεσιβλήτων (στην υπ' αριθ. εκθ.καταθ. 10/2018 έφεση) και ήδη πρώτης και τρίτου των αναιρεσίβλητων, αντιστοίχως. Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τους ανωτέρω ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1, περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην αποφάσεως, δηλαδή αποφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ. Α.Π. 15/2001), ενεργοποιεί αυτομάτως τη δυνατότητα ασκήσεως κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην αποφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν, παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδάφ. β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην αποφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ. Α.Π. 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 58/2020, Α.Π. 208/2020, Α.Π. 805/2019, Α.Π. 154/2017, Α.Π. 1049/2017, Α.Π. 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, που επιτρεπτώς επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ. με 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε ερήμην: α) της πρώτης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "……………… Α.Ε." και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και β) του τετάρτου εφεσιβλήτου και ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου Οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΝ.Π.Ε.), οι οποίοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 2η και 3η σελίδα αυτής), είχαν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, για να παραστούν στη δικάσιμο της 22-5-2018 ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ………. και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, εφόσον αυτοί είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (Α.Π 20/2023, Α.Π. 1508/2022, Α.Π. 1497/2022). Συνακολούθως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς ως δικόγραφο, κατ' άρθρον 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δ. και ως προς τους ανωτέρω πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και εφόσον, περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται, διαμένουν στην Ελλάδα, εκτός εάν ζητήθηκε και διατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 150 του Κ.Πολ.Δ., σύντμηση της προθεσμίας, οπότε η κοινοποίηση της προσθέτου παρεμβάσεως γίνεται στον ορισθέντα, ελάσσονα των 60 ημερών προ της δικασίμου, χρόνο (Ολ. Α.Π. 1/2023, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της προσθέτου παρεμβάσεως υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρεώσεως, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως του άρθρου 80 του Κ.Πολ.Δ., νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 3/2021, Ολ. Α.Π. 17/2004, Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικο του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της προσθέτου παρεμβάσεως ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικο του. Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως εις βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 του Κ.Πολ.Δ., αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1731/2011, Α.Π. 1485/2006, Α.Π. 91/2005). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που κατέστη διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1102/2022, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 404/2018, Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω Ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ……….." και το διακριτικό τίτλο "……………..", με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 27-1-2023 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στην αναιρεσείουσα και στους αναιρεσιβλήτους (βλ. τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την παρεμβαίνουσα εκθέσεις επιδόσεως, υπ αριθμ. 820ΣΤ731-1-2023, 7304Β731-1-2023, 822ΣΤ731-1-2023, 7343Β731-1-2023 και 821ΣΤ731-1-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο ………, η πρώτη, τρίτη και η τελευταία και της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών - Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Σ. Α. οι λοιπές) άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "…….. Α.Ε.", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "………………", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του Κ.Πολ.Δ.). Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2016 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 21-7-2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν.2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό Πρωτοκόλλου 295/22-7-2020, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία " …………….", ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το …………….η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψε με την ήδη αναιρεσείουσα. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ' άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 Κ.Πολ.Δ). Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 8799Β729-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Φ. Γ., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 3-3-2023 και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση τραπεζική εταιρία (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικο της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα. Ομοίως, η κρινόμενη αίτηση έχει επιδοθεί (βλ την υπ' αριθμ. 8810Β730-12-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Φ. Γ.) και στον τρίτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3-3-2023), ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον ο ανωτέρω απολειπόμενος τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του. Τέλος, η κρινόμενη αίτηση έχει κοινοποιηθεί επιμελεία της αναιρεσείουσας (βλ. την υπ' αριθμ. 7121Δ730-12-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ……… Α. Γ. στην Β. Κ., με την ιδιότητά της ως εγγυήτριας στις επιμέρους αναφερόμενες επίδικες συμβάσεις, στις οποίες συμβλήθηκε η αναιρεσείουσα. Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με τη διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την από 15-11-2015 και με αριθ. εκθ. κατ. 199/25-11-2015) αίτησή τους, οι αιτούντες Φ. Κ. και Σ. Α. (ήδη αναιρεσείουσα) επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους που απορρέουν από τις στην αίτηση αναφερόμενες συμβάσεις δανείου, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας τους, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 243/2017 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα ένσταση περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των οφειλών τους, απέρριψε την αίτηση. Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……….την από 15-1-2018 (αριθ. εκθ. καταθ. 10/18-1-2018) έφεσή τους, Το ως Εφετείο δικάσαν πιο πάνω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 163/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως απεβίωσε στις 11-8-2019 ο δεύτερος εκ των αιτούντων Φ. Κ., ο οποίος κατέλειπε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγο του πρώτη εκ των αιτούντων Σ. Α., δυνάμει της από 20-8-2012 ιδιόγραφης διαθήκης του, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ' αριθμ. 305/7-7-2020 πρακτικό του Ειρηνοδικείου …….. Η τελευταία αποδέχθηκε την περιελθούσα σ' αυτήν κληρονομιά δυνάμει της υπ' αριθ. 353/2020 εκθέσεως αποδοχής κληρονομιάς της γραμματέως του Ειρηνοδικείου ……. και έτσι υπεισήλθε στη θέση του ως άνω αρχικού δευτέρου αιτούντος. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρο 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015) ως εκ του χρόνου υποβολής - καταθέσεως, στις 25-11-2015, της ένδικης, από 15-11-2015 (υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 18/28-12-2015) αιτήσεως εκ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρ. 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να τον αποδείξει (Α.Π. 778/2022, Α.Π. 171/2022, Α.Π. 1050/2021, Α.Π. 59/2021). Εξάλλου, ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου τον αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει, όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντιθέτως, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το αποδέχεται (Ολ. Α.Π. 4/2010, Ολ. Α.Π. 8/2005). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και, έτσι, αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (Α.Π. 677/2010). Δόλο, κατά συνέπειαν, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και, τελικώς, το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η, απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη, αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή, γενικότερα, αδικοπραξία. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή, του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται, σαφώς τουλάχιστον, στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα, για την ύπαρξη της ευθύνης, περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην περιέλευση του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενεστέρως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (Α.Π. 59/2021, Α.Π. 400/2020, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017, Α.Π. 65/2017). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν, δηλαδή, ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και, παρά ταύτα, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από το δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσον του ίδιου, όσον και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών, που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (Α.Π. 1164/2022, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 286/2017, Α.Π. 153/2017). Περαιτέρω, απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθετήσεως των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει ότι δεν οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται, για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπληρώσεώς τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από την φύση της ενοχικής σχέσεως, κατ' άρθρον 323 και 340 του Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στην συνέχεια, εφόσον, βεβαίως, συντρέχει και η άλλη προαναφερθείσα προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί. Για τον προσδιορισμό ρευστότητας λαμβάνεται υπ' όψιν το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του, κρίνεται συνολικώς με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπ' όψιν, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπ' όψιν τόσον η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσον και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβιώσεως του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με την βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακολούθως, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβιώσεως του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (Α.Π. 1162/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1379/2019). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 882/2019, Α.Π. 551/2018). Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, μπορούν, ενδεικτικώς, να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020, Α.Π. 1208/2017, Α.Π. 951/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1, εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 1/2021, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4.335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1- 1-2016, μεταξύ των άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), όπως είναι η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων, στο παραπάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ιδίου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 257/2020). Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αναιρέσεως αυτού πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της, ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (Ολ. Α.Π. 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 302/2020, Α.Π. 112/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται σε αυτό (αναιρετήριο), όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990, Α.Π. 734/2019, Α.Π. 64/2017). Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ……., που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα έκρινε ως ορισμένη την ένσταση, που προέβαλε η πρώτη αναιρεσίβλητη, περί δολίας περιελεύσεως των τότε αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση, όμως, των εγγράφων, τόσον ενώπιον του Ειρηνοδικείου ………, όσον και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……… (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι οι τότε αιτούντες δεν προέβαλαν ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, ως όφειλαν, την ένσταση περί αοριστίας της ενστάσεως του δόλου τους, που προβλήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη το πρώτον νομίμως ενώπιον του Ειρηνοδικείου …….. και, ως εκ τούτου, απαραδέκτως προβάλλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου τον ισχυρισμό τους αυτόν. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με τα λοιπά σκέλη του πρώτου αναιρετικού λόγου, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αναφορικώς με την παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως περί δολίας περιελεύσεως των αιτούντων σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας να εξυπηρετήσουν τα αναληφθέντα από αυτούς χρέη και, ειδικότερα, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, λόγω ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας για ζήτημα, που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την στοιχειοθέτηση του δόλου στο πρόσωπο τους. Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο 2ος εκκαλών (ήδη αποβιώσας) έχει γεννηθεί το έτος 1954, είναι έγγαμος με την αιτούσα (ήδη αναιρεσείουσα) με την οποία έχουν δύο ενήλικα τέκνα γεννηθέντα τα έτη 1988 και 1992. Από το έτος 2015 είναι συνταξιούχος φαρμακοποιός και λαμβάνει ποσοστό 80% της κύριας σύνταξης του από το ΤΣΑΥ, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο ποσό των 998,42 μηνιαίως. Ως τις 29-5-2015 διατηρούσε ατομική επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο φαρμακευτικών προϊόντων και δευτερεύουσα δραστηριότητα το λιανικό εμπόριο φαρμακευτικών ειδών, ωστόσο ήδη από τον 10ο του 2014 το φαρμακείο του είχε κλείσει, όπως βεβαίωσε η μάρτυρας Ε. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η 1η εκκαλούσα είναι συνταξιούχος υπάλληλος της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος από τις 28-10- 2011, καθώς στις 27- 10-2011 υπέβαλε αίτηση για συνταξιοδότηση. Λαμβάνει μηνιαίως κύρια σύνταξη ποσού 1020,63 ευρώ και επικουρική σύνταξη ποσού 331,42 ευρώ. Οι εκκαλούντες κατοικούν στην πόλη των ………, σε διαμέρισμα τετάρτου ορόφου, επί οικοδομής που βρίσκεται επί των οδών ... και ..., εμβαδού 135 τ.μ., ιδιοκτησίας της πρώτης εξ αυτών, το οποίο αποτελεί και την κύρια κατοικία τους. Μαζί τους κατοικεί ο γιος τους Θ. Κ. ο οποίος όπως κατέθεσε η ως άνω μάρτυρας και κόρη τους είναι φαρμακοποιός και μέλος ομόρρυθμης εταιρίας σε συστεγασμένα φαρμακεία, ενώ η ίδια είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Ο 2ος εκκαλών κατά τα προηγούμενα έτη είχε αποκτήσει τα κάτωθι προ φόρου εισοδήματα, όπως αυτά απεικονίζονται στα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος για τα αντίστοιχα έτη: Το έτος 2010 εισόδημα από ακίνητα ποσού 4.201,50 ευρώ, εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 47.545,45 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ύψους 1.684,68 ευρώ. Το έτος 2011 εισόδημα από ακίνητα ποσού 4.260,89 ευρώ, εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ποσού 30.349,76 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ύψους 1.540,06 ευρώ. Το έτος 2012 εισόδημα από ακίνητα ποσού 4.234,27 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ύψους 1.648,77 ευρώ. Το έτος 2013 εισόδημα από ακίνητα ποσού 3.101,70 ευρώ και αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά ύψους 0,22 ευρώ. Το έτος 2014 εισόδημα από ακίνητα ποσού 153,62 ευρώ. Ήδη το 2009 η επιχείρησή του παρουσίαζε πτωτική πορεία, καθώς τα ακαθάριστα έσοδά της είχαν μειωθεί από 329.896,31 το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010), σε 303.984,32 το 2010 (οικονομικό έτος 2011) και σε 237.751,19 το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012). Τα έτη 2012, 2013, και 2014 η επιχείρηση του παρουσίασέ ζημία ποσού 2.148,74 ευρώ, 16.240,12 ευρώ και 4.874,23 ευρώ αντιστοίχως, ενώ τα ακαθάριστα 121.927,27 προέβη σε έσοδα της επιχείρησης μειώθηκαν τα αντίστοιχα έτη στο ποσό των ευρώ, 47.828,00 ευρώ και 4.874,23 ευρώ. Περαιτέρω ο 2ος εκκαλών προέβη εκποίηση μεγάλου μέρους της ακίνητης περιουσίας του. Ειδικότερα, εκποίησε τα αναφερόμενα στην από 23-11-2015 υπεύθυνη δήλωσή του ποσοστά αγροτεμαχίων δυνάμει των υπ' αριθ. 15.346/2013, 12.201/2013, 22907/2014, 22906/2014 συμβολαίων του συμβολαιογράφου ……. Ι. Λ., πλην όμως το τίμημα για τα ανωτέρω ακίνητα ουδόλως αναφέρεται στη δήλωσή του, παρά μόνο αορίστως η μάρτυράς του ανέφερε κατά την εξέτασή της στο πρωτόδικο δικαστήριο ένα ποσό της τάξης των 3.000 ευρώ. Περαιτέρω, εκποίησε και ποσοστό του εκ 50% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου εκτάσεως 491,10 τ.μ. με τα επ' αυτού δύο καταστήματα ευρισκόμενο στο Συνοικισμό ... και στο υπ' αριθ. ...Ο.Τ. του Νέου Σχεδίου της πόλης των …….. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος του, στις οποίες έως και το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) εμφανίζεται στον κωδικό 105 (ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση καταστημάτων, γραφείων, αποθηκών κλπ.) δηλώνονται ποσά μισθωμάτων, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 676/1999 και 677/1999 εκθέσεις αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου ……... Ωστόσο ο 2ος εκκαλών δεν κάνει λόγο για την εκποίηση αυτή στην αίτησή του, ούτε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα για ποια αιτία η εκποίηση αυτή έγινε, με ποιο τίμημα και πώς αναλώθηκε αυτό. Επιπρόσθετα, το έτος 2014 μεταβίβασε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ΕΡΤ ….. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, με έτος πρώτης κυκλοφορίας του 2010, στον γιο του Θ. Κ.. Σε ότι αφορά την 1η εκκαλούσα, αυτή κατά τα προηγούμενα έτη είχε αποκτήσει τα κάτωθι εισοδήματα, όπως αυτά απεικονίζονται στα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος για τα αντίστοιχα έτη: Το έτος 2010 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 42.062,61 ευρώ και εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα ποσού 80,44 ευρώ. Το έτος 2011 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 36.942,37 ευρώ. Το έτος 2012 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 22.665,99 ευρώ. Το έτος 2013 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 19.438,45 ευρώ. Το έτος 2014 εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ποσού 19.402,39 ευρώ. Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 234/213/9-11- 2011 Πράξη του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Πρόνοιας Εργαζομένων Α.Τ.Ε., η 1η εκκαλούσα έλαβε ως εφάπαξ παροχή λόγω της συνταξιοδότησής της το ποσό των 79.479,30 ευρώ, από το οποίο όμως παρακρατήθηκε αφενός προκαταβολή ποσού 20.000 ευρώ, που της είχε χορηγηθεί ως προκαταβολή το έτος 2007, αφετέρου και ποσό ύψους 37.640,61 ευρώ προς ικανοποίηση απαιτήσεων της πρώτης εφεσίβλητης πιστώτριας από συναφθείσες δανειακές συμβάσεις (πιστωτικές κάρτες, προσωπικό δάνειο), οι οποίες εξοφλήθηκαν εξ ολοκλήρου. Περαιτέρω, η 1η εκκαλούσα κατέβαλε το ποσό των 8.333,34 ευρώ στην Α.Ε. με την επωνυμία "Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων" (ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.), δίχως να διευκρινίζεται ποιο δάνειο αφορούσε η καταβολή αυτή, το ποσό των 7.078,10 ευρώ στη δεύτερη εφεσίβλητη πιστώτρια και το ποσό των 3.000 ευρώ σε άλλους πιστωτές τους. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής τους, οι εκκαλούντες είχαν αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά και προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους, κατά το χρόνο κοινοποίησης της αίτησης ... , με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα στεγαστικά δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόβασης (άρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10). Ειδικότερα, η 1η εκκαλούσα έχει αναλάβει τις κάτωθι δανειακές υποχρεώσεις: Α. Απέναντι στην πρώτη εφεσίβλητη ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "……… Α.Ε.": 1. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391644 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 2.427,10 ευρώ 2. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391708 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 6.305,50 ευρώ 3. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391733 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 4.125,13 ευρώ. 4. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002610751 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 10.609,16 ευρώ, 5. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653080 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9- 2015 ποσού 29.670,87 ευρώ. 6. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653082 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 11.034,48 ευρώ. 7. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653112 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 47.686,01 ευρώ 8. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653140 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 18.663,88 ευρώ. 9. Δυνάμει της υπ' αριθ. 11/2011 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου, ως εγγυήτρια υπέρ του συζύγου της, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9- 2015 ποσού 65.822,65 ευρώ. 10. Δυνάμει της υπ' αριθ. 225600000003744 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου ως εγγυήτρια του αιτούντος συζύγου της, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 63.055,80 ευρώ. Η μηνιαία δόση για τα ανωτέρω υπ' αριθ. 1-8 δάνεια της 1ης εκκαλούσας ανέρχεται στο ποσό των 6,7 ευρώ, 17,80 ευρώ, 11,4 ευρώ, 24,10 ευρώ, 80,70 ευρώ, 30,40 ευρώ, 108,50 ευρώ, 51,60 ευρώ, αντιστοίχως, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 331,20 ευρώ. Β. Απέναντι στον τρίτο εφεσίβλητο πιστωτή ως καθολικό διάδοχο του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ", δυνάμει της υπ' αριθ. 2329/1994 σύμβασης στεγαστικού δανείου, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 7-9-2015, ύψους 2.254,74 ευρώ. Το ποσό της τελευταίας ενήμερης δόσης για την εξυπηρέτηση του δανείου αυτού ανέρχεται σε 10,33 ευρώ μηνιαίως. Γ. Απέναντι στον τέταρτο εφεσίβλητο πιστωτή: 1. Δυνάμει της υπ' αριθ. 111/15- 12-1992 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 27-10-2015 ύψους 2.483,02 ευρώ. 2. Δυνάμει της υπ' αριθ. 129/14-10-2004 σύμβασης χρεωλυτικού δανείου, ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 27-10-2015 ποσού 3.992,48 ευρώ. Το ποσό της τελευταίας ενήμερης δόσης για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών ανέρχεται σε 97,95 ευρώ και 87,53 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα. 3. Δυνάμει της από 16-5-2001 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 27-10-2015 ποσού 2.230,35 ευρώ. Το ποσό της τελευταίας ενήμερης δόσης για την εξυπηρέτηση του δανείου αυτού ανέρχεται στο ποσό των 201,71 ευρώ μηνιαίως. Ο 2ος εκκαλών έχει αναλάβει τις κάτωθι δανειακές υποχρεώσεις: Α. Απέναντι στην πρώτη εφεσίβλητη πιστώτρια ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "…….. Α.Ε.": 1. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391644 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 2.427,10 ευρώ 2. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391708 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 6.305,50 ευρώ 3. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002391733 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 4.125,13 ευρώ, 4. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653080 σύμβασης στεγαστικού δανείου, ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 28.442,33 ευρώ. 5. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653082 σύμβασης στεγαστικού δανείου, ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 11.072,70 ευρώ. 6. Δυνάμει της υπ' αριθ. 10120700002653140 σύμβασης στεγαστικού δανείου ως εγγυητής, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 18.725,83 ευρώ. 7. Δυνάμει της υπ' αριθ. 2256000000003744/2006 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ύψους 66.147,23 ευρώ. 8. Δυνάμει της υπ' αριθ. 11/2011 σύμβασης επιχειρηματικού δανείου ως πιστούχος, δάνειο με υπόλοιπο οφειλής στις 11-9-2015 ποσού 63.397,33 ευρώ. Η τελευταία ενήμερη δόση για την εξυπηρέτηση των υπ' αριθ. 7 και 8 δανείων του ανέρχεται στο ποσό των 1.267,90 ευρώ και 1.930,5 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά στο ποσό των 3.198,40 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με την από 2-10-2015 βεβαίωση οφειλών της 1 ης εφεσίβλητης-πιστώτριας. Για την αποπληρωμή των τόκων μόνο του υπ' αριθ. 5256- 027512-022 λογαριασμού του 1 ου εκκαλούντος που αφορά το υπ' αριθ. 7 δάνειο του απαιτούνταν το 2011 η καταβολή του ποσού των 450,00 ευρώ τουλάχιστον (βλ. από 2-12-2016 προσκομιζόμενη κίνηση του ανωτέρω λογαριασμού, όπου φαίνεται ότι ο τόκος κάθε μήνα ανέρχεται και παραπάνω από το ποσό αυτό). Ήδη δε από τις 29-3- 2010, ο 1ος εκκαλών κατέβαλε για την εξυπηρέτηση του δανείων του αυτού μόνο τα ποσά των μηνιαίων τόκων, ενώ είχε φτάσει το 2011 στο πιστωτικό όριο των 60.000 ευρώ με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναλάβει άλλα ποσά από το λογαριασμό του αυτό (η τελευταία ανάληψη έγινε στις 29-3-2011). Β. Απέναντι στη δεύτερη εφεσίβλητη πιστώτρια οφειλές συνολικού ύψους 94.595,68 ευρώ, που διαμορφώθηκε στο ανωτέρω ποσό, κατόπιν συμψηφισμού των οφειλών του στις 11-11-2015, ύψους 117.230,40 ευρώ με την αξία της μερίδας του, τα κέρδη των χρήσεων 2011-2015 και την προκαταβολή έναντι αγορών. Το ανωτέρω ποσό των 117.230,40 ευρώ αφορούσε "υπόλοιπα αξιογράφων σε διαταγή πληρωμής" ποσού 77.540,74 ευρώ, "υπόλοιπα αξιογράφων σε χαρτοφυλάκιο" ποσού 39.478,57 ευρώ καθώς και υπόλοιπα καρτέλας ποσού 211,09 ευρώ. Ο ανωτέρω συμψηφισμός έγινε κατά παράβαση της προσωρινής διαταγής με την οποία διατάχθηκε η μη μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του 2ου εκκαλούντος-αιτούντος, δεδομένου του ότι οι απαιτήσεις του προς τον ανωτέρω συνεταιρισμό αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία αυτού από τα οποία έπρεπε να ικανοποιηθούν συμμέτρως όλοι οι πιστωτές του. Τα έσοδα αμφότερων των εκκαλούντων-αιτούντων, συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του καθενός από αυτούς από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις δεν τους επιτρέπουν να ανταποκριθούν στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών τους. Η αδυναμία καθενός από αυτούς οφείλεται στο ύψος των δανείων που έχει λάβει καθένας τους καθώς και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτείται από τον καθένα για την εξυπηρέτησή τους (οι οποίες το 2015 διαμορφώθηκαν στο συνολικό ποσό των 3.927,12 ευρώ) σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής τους. Ειδικότερα οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης των εκκαλούντων αιτούντων περιλαμβάνουν αυτές των ιδίων και εν μέρει των ενηλίκων τέκνων τους, τα οποία είναι μεν αμφότερα ελεύθεροι επαγγελματίες, δεν έχουν όμως επαρκή εισοδήματα για τη διαβίωσή τους, ανέρχονται δε στο ποσό των 1.450,00 ευρώ μηνιαίως στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα διατροφής τους, ένδυσης, υπόδησης, λειτουργίας της κατοικίας τους, τα ποσά που καταβάλλουν για ασφάλιστρα και φόρους, τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης (συμπεριλαμβανομένων και αυτών του 2ου εκκαλούντος), καθώς και η οικονομική ενίσχυση για την καταβολή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων των τέκνων τους (βλ. ειδοποιητήριο πληρωμής τακτικών εισφορών ασφαλισμένου έτους 2016 που αφορά στον υιό τους, με τα αντίστοιχα γραμμάτια είσπραξης). Η αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών τους κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον λόγω της ηλικίας τους, της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και των συνεχώς αυξανόμενων δανειακών τους υποχρεώσεων εξαιτίας της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταπεξέλθει καθένας από αυτούς στην πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Συνεπώς συντρέχει στην περίπτωση καθενός ξεχωριστά από τους εκκαλούντες αιτούντες μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους εφεσίβλητους πιστωτές. Ωστόσο στην κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών περιήλθαν εξαιτίας της ανάληψης από μέρους τους δυσανάλογων με τις οικονομικές τους δυνατότητες δανειακών υποχρεώσεων, στις οποίες γνώριζαν ότι δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν. Ειδικότερα, όπως ανωτέρω εκτίθεται το έτος 2006 ο 2ος εκκαλών ανέλαβε επιχειρηματικό δάνειο (υπ' αριθ. 7 ως άνω) από την 1η εφεσίβλητη, στο οποίο υπέγραψε ως εγγυήτρια η σύζυγος του. Το ανωτέρω δάνειο με τη μορφή ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού χορηγήθηκε με πιστωτικό όριο τις 60.000 ευρώ (σύμφωνα με πρόσθετη πράξη στις 5-12- 2006) και ήδη από 30-8-2007 εμφάνιζε σταθερά υπόλοιπο άνω των 40.000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η επιχείρηση του 2ου εκκαλούντος εμφάνιζε σημαντικά κέρδη. Ο τελευταίος, όπως προεκτέθηκε, εξάντλησε το πιστωτικό όριο έως το 2011 και παρά το γεγονός ότι τα εισοδήματά του ήταν ακόμα υψηλά τα έτη 2009-2011, ήδη από τις αρχές του έτους 2010 εξυπηρετούσε μόνο τους τόκους του δανείου αυτού, με αποτέλεσμα να υφίσταται εκκρεμής οφειλή ύψους 60.000 ευρώ περίπου. Ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να αγοράσει στα μέσα του 2010 καινούριο αυτοκίνητο (το οποίο, όπως προειπώθηκε, μεταβίβασε το 2014 στον υιό του). Παράλληλα, είχε δημιουργήσει οφειλές και ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη συνεταιριστική επιχείρηση (μέρος των οποίων αποπληρώθηκαν από το εφάπαξ της 1ης εκκαλούσας). Ενώ λοιπόν αμφότεροι οι εκκαλούντες ήταν ήδη επιβαρυμένοι με σημαντικές δανειακές υποχρεώσεις, όπως ανωτέρω περιγράφεται (μάλιστα δε, όπως προαναφέρθηκε, και με επιπλέον οφειλές ποσού 37.640,61 ευρώ που εξοφλήθηκαν από το εφάπαξ της) και είχαν προβλήματα αποπληρωμής κυρίως του πρώτου (από το 2006) επιχειρηματικού δανείου του 2ου εξ αυτών, στις 31-3-2011 αυτός ως πιστούχος και η σύζυγος του ως εγγυήτρια υπέγραψαν με την Α.Τ.Ε. (στην οποία ακόμη εργαζόταν η τελευταία ως Διευθύντρια του Κατ/τος ……..- 2234) νέα σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και πιστωτικό όριο 110.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, εν έτει 2008, ο 2ος εκκαλών είχε συνάψει με την Α.Τ.Ε. τη με αριθμό 12/31-1-2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία εξυπηρετούνταν από τον υπ' αριθ. 3980200200176 λογαριασμό, ο οποίος έκλεισε ταμειακά στις 6-4-2011 και το λογιστικό του υπόλοιπο πιστώθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της νέας με αριθμό 11/2011 δανειακής σύμβασης. Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι στον υπ' αριθ. 3986100004356 που ξεκίνησε με ποσό 110.000 ευρώ, όπως προκύπτει από το με αριθμό 7/6-4-2011 παραστατικό, μεταφέρθηκε το υπόλοιπο δύο προηγούμενων λογαριασμών που έκλεισαν με ποσά 51.136,52 ευρώ και 58.863,48 ευρώ. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα με αριθμούς 2, 8 και 7 παραστατικά της 6ης-4-2011 προκύπτει τω όντι το υπόλοιπο του υπ' αριθ. 3980200200176 λογαριασμού στο ποσό των 51.136,52 ευρώ (υπ' αρ. 2/6-4- 2011 παραστατικό), το οποίο μεταφέρθηκε σε νέο κωδικό προϊόντος 61212 (ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΑΚΤΗΣ ΛΗΞΗΣ ΕΞΩΓ. ΤΟΜΕΑ), το ποσό όμως των 58.863,48 ευρώ δεν αποτέλεσε υπόλοιπο κλεισίματος έτερου λογαριασμού (βλ. αιτιολογία στο υπ' αρ. 8/6-4-2011 παραστατικό ΚΕΦΑΛ. ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΑΚΤΗΣ ΣΥΜΨΗΦΙΣΤΙΚΑ), επομένως το εναπομείναν αυτό ποσό, μέχρι τις 110.000 ευρώ "δανείστηκε" εκ νέου στον 2ο εκκαλούντα. Την υποχρέωση αυτή ανέλαβαν οι αιτούντες ενώ ήταν προφανώς γνωστή και η επικείμενη συνταξιοδότηση της αιτούσας (η οποία υπέβαλε αίτηση για συνταξιοδότηση στις 27-10-2011, σε ηλικία 53 ετών), γεγονός που ασφαλώς θα μείωνε σημαντικά το οικογενειακό εισόδημά τους, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον δυνατή η εξυπηρέτηση των δανείων τους. Πάντως κατόπιν καταβολών οι οποίες έλαβαν χώρα το 2014, μετά από τις προμνημονευθείσες εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων του 2ου εκκαλούντος, η οφειλή τους από το ανωτέρω επιχειρηματικό δάνειο ανήλθε τον Απρίλιο του 2014 (βλ. σχετική πρόσθετη πράξη του δανείου) στο ποσό των 62.800,41 ευρώ με αντίστοιχη μείωση του πιστωτικού ορίου του. Η ανωτέρω επιβάρυνση των εκκαλούντων με το τελευταίο επιχειρηματικό δάνειο, δυνάμει του οποίου εκταμίευσαν σημαντικά χρηματικά ποσά, κατά τη χρονική περίοδο που αντιμετώπιζαν ήδη προβλήματα με την εξυπηρέτηση του προηγούμενου επιχειρηματικού δανείου, είχε τελικά ως αποτέλεσμα την περιέλευσή τους σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού σε διαφορετική περίπτωση και παρά την μείωση των εισοδημάτων τους, θα μπορούσαν να εξυπηρετούν τις λοιπές δανειακές τους υποχρεώσεις, δεδομένων και των χρηματικών ποσών που αυτοί έλαβαν τα επόμενα έτη από το εφάπαξ της 1ης εκκαλούσας και την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του 2ου εκκαλούντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο ……… απέρριψε ως αβάσιμη της έφεση της αναιρεσείουσας, αφού έκρινε, ευθυγραμμιζόμενο με το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο, Ειρηνοδικείο …….., ότι στο πρόσωπο των τότε αιτούντων συντρέχει δόλος, ως προς την μόνιμη αδυναμία τους πληρωμής εκ μέρους τους ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε πλαγίως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. του Ν. 3869/2010, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αιτούντες, καταρτίζοντας τις αναφερόμενες συμβάσεις στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, ανέλαβαν διαδοχικώς δυσανάλογα με τα εισοδήματά τους οικονομικά βάρη τα οποία, προϊόντος του χρόνου, δυσκολεύονταν να εξοφλήσουν και ενώ βρίσκονταν στην κατάσταση αυτή και επέκειτο και η συνταξιοδότηση της αιτούσας από την εργασία της ως τραπεζικής υπαλλήλου, συνεπεία της οποίας θα μειώνονταν τα μηνιαία εισοδήματα της, έχοντας γνώση της πολύ επιβαρυμένης οικονομικής τους καταστάσεως, το έτος 2011 ανέλαβαν νέα οικονομική υποχρέωση με τη σύναψη νέας συμβάσεως ανοιχτού αλληλοχρέου λογαριασμού και πιστωτικό όριο 110.000 ευρώ, με πιστούχο τον ήδη αποβιώσαντα αιτούντα και εγγυήτρια την ήδη αναιρεσείουσα, σύμβαση η οποία τους κατέστησε σε μόνιμη και γενική αδυναμία να εξοφλήσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους και, αν δεν υπογράφονταν, θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τις αναληφθείσες από αυτούς προηγούμενες δανειακές τους υποχρεώσεις. Επομένως, οι ανωτέρω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τα λοιπά σκέλη του, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος. Σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015 "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ αντιθέτου συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνο του αριθμού 11, που ιδρύεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, του άρθρου 560 αρ. 5 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και έχει ισχύ από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (26-5-2021), ο αναιρετικός λόγος από τη διάταξη αυτή ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι παραδεκτά προβαλλόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 523/2018, ΑΠ 793/2015), όχι όμως και οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 726/2014, ΑΠ 1042/2013). Σε περίπτωση, δηλαδή, παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, για την ίδρυση του ως άνω αναιρετικού λόγου πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης και πρόσφορος να επηρεάσει ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αόριστος, δηλαδή επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 246/2020, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 558/2018, ΑΠ 1447/2017). Με τους δεύτερο, τρίτο και έκτο των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1, 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ., αληθώς από το άρθρο 560 αριθμ. 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο …….., που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ' όψη του τις περιεχόμενες στην αίτηση πλήρεις καταστάσεις τραπεζικών προϊόντων, την κατάσταση πιστωτών με τις αντίστοιχες ανά πιστωτή απαιτήσεις χωριστά για έκαστο αιτούντα, τις προσκομισθείσες βεβαιώσεις οφειλών και τους πίνακες της καταστάσεως πιστωτών με τις αντίστοιχες ανά πιστωτή απαιτήσεις και τις άδειες κυκλοφορίας των IX οχημάτων της, άλλως παραμόρφωσε τα έγγραφα αυτά. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη "πραγμάτων" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να θεμελιωθεί λόγος από το άρθρο 560 αρ. 5 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., αλλά, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε, λόγο δηλαδή από τον αριθμό 11 περ. γ' του 559 Κ.Π.ολ.Δ., μη περιεχόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, στους επιτρεπόμενους, κατ' άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ., περιοριστικούς λόγους αναιρέσεως, στις υποθέσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1, 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενη ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο ………, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένως θεώρησε τη νέα σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό του έτους 2011 ως νέα σύμβαση, ενώ σε αυτήν ενσωματώθηκαν δύο προηγούμενες όμοιες συμβάσεις και εσφαλμένως έκρινε ότι παραβιάστηκε η χορηγηθείσα προσωρινή διαταγή, με την οποία είχε διαταχθεί η μη μεταβολή της περιουσιακής καταστάσεως του αιτούντος και ο τελευταίος προέβη σε συμψηφισμό των οφειλών του με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον με αυτούς πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα του δόλου των αιτούντων ως προς την περιέλευσή τους σε γενική και μόνιμη αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις από τις επίδικες συμβάσεις. Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου από την αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-5-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 163/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου …….. Και Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ