Αριθμός 1853/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Γεώργιο Κοντό Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πιερρίνα Κοριατοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΚΑΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4135/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5950/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-3-2005 αίτησή του . Εκδόθηκε η 704/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 4436/2011 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26-3-2012 αίτηση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 28-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, στο άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος..." Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιεικείας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ενός είδους ευλόγου ή δικαίας αποζημιώσεως, όπως ιδίως φαίνεται και από την ως άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του π.δ. 312/1995. Το ανωτέρω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της συμβάσεως και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π. 704/2007, 592/2008, 1129/2011). Εφαρμόζεται δε αναλογικώς η διάταξη αυτή και επί συμβάσεων "αποκλειστικής διανομής" όταν το περιεχόμενο αυτών προσομοιάζει ουσιωδώς με εκείνο της εμπορικής αντιπροσωπείας (πρβλ. Α.Π. 2120/2009). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ιδίου Κωδικός, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει δε έλλειψη νομίμου βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π.378/2011,656/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος τους , τα εξής: "Η εναγόμενη που εισάγει στην Ελλάδα και εμπορεύεται αυτοκίνητα, ανταλλακτικά, εξαρτήματα εργοστασίου κατασκευής SEAT είχε συνεργασία με τον ενάγοντα από το έτος 1989. Δυνάμει του από 17-5-1993 ιδιωτικού συμφωνητικού... η εναγομένη, συμφώνησε με τον ενάγοντα, αποκαλούμενο "επίσημο έμπορο", την πώληση των εμπορευμάτων αυτών, σ' αυτόν και στους πελάτες του, για το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 31-3-1998, μετά το πέρας του οποίου η σύμβαση εξακολούθησε να ισχύει ως αορίστου χρόνου... Από τη σύμβαση αυτή, ερμηνευόμενη λόγω της ασαφούς διατυπώσεως της βουλήσεως των μερών αναφορικά με το χαρακτήρα της καταρτισμένης σύμβασης ως τέτοιας εμπορικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής και του κενού που προκύπτει από αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποίησαν οι συμβαλλόμενοι και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, η μεν εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στον ενάγοντα κατ' αποκλειστικότητα για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα αυτοκίνητα, ανταλλακτικά εργοστασίου κατασκευής SEAT, που αγόραζε ο τελευταίος αποκλειστικά από αυτή, καταβάλλοντος το τίμημα με τις τυχόν εκπτώσεις, τα οποία μεταπωλούσε σε πελάτες του στην ως άνω περιοχή, αναλαμβάνοντας αυτός το κόστος λειτουργίας της επιχείρησης του (προσωπικό, μισθώματα κλπ), ενώ συγχρόνως ήταν ενταγμένος στο δίκτυο της εναγομένης, με την υποχρέωση να χρησιμοποιεί σήματα, να ακολουθεί τις προδιαγραφές (ΜΑSTERPLAN) κλπ. Όμως δεν συμφωνήθηκε να διαπραγματεύεται πωλήσεις για λογαριασμό της εναγομένης, ούτε να συνάπτει πωλήσεις στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, και δεν είχε την υποχρέωση να μεταφέρει το οικονομικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας του στην εναγομένη... ο ενάγων λειτουργούσε την επιχείρηση του στην …(...) ως ανεξάρτητος έμπορος, ενταγμένος στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, χρησιμοποιώντας σήματα κλπ αυτής και συμμετέχοντας σε διαφημίσεις κλπ, αλλά ο ίδιος έφερε το κόστος λειτουργίας της (μισθοί προσωπικού, μίσθωμα επαγγελματικής στέγης κλπ). Προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη αυτοκίνητα και ανταλλακτικά εργοστασίου κατασκευής SEAT, στην οποία κατέβαλε το τίμημα πωλήσεως προς αυτόν και τα μεταπωλούσε στους πελάτες του, συμβαλλόμενος ο ίδιος, όντας μόνος υπεύθυνος έναντι αυτών. Ο ίδιος δε έφερε τον κίνδυνο της τυχόν μη πληρωμής από τους πελάτες ή της καθυστέρησης πληρωμής. Δεν διαπραγματεύονταν συμβάσεις πωλήσεως αυτών (αυτοκινήτων και ανταλλακτικών SEAT, για λογαριασμό της εναγομένης, δεν συναπτέ πωλήσεις στο όνομα και για λογαριασμό της, ούτε μετέφερε το οικονομικό αποτέλεσμα της δραστηριότητας του στην εναγομένη. Η τελευταία καθόριζε κατ1 έτος τις ελάχιστες πωλήσεις αυτοκινήτων και ανταλλακτικών που όφειλε να επιτύχει ο ενάγων, καθώς και εκπτώσεις των ειδών, τις τυχόν προμήθειες ή πρόσθετα οφέλη (bonus) του ενάγοντος. Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξακολούθησε μετά τη λήξη της ως αορίστου χρόνου και λύθηκε με καταγγελία της εναγομένης με την από 6-10-1999 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία αυτής, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 15-10-1999. Με βάση τα παραπάνω η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή... Χαρακτηρίζεται ως σύμβαση αποκλειστικής διανομής, διότι συντρέχουν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής, καθόσον ο ενάγων υποχρεούταν να προμηθεύεται αποκλειστικά από την εναγομένη τα προϊόντα της (αυτοκίνητα, ανταλλακτικά SEAT), τα οποία μεταπωλούσε στους πελάτες του για λογαριασμό του και με ίδιο επιχειρησιακό κίνδυνο. Ήταν όμως ενταγμένος στο σύστημα διανομής αυτής, έχοντας την υποχρέωση να ακολουθεί τις προδιαγραφές της εναγομένης, να χρησιμοποιεί σήματα κλπ, να συμμετέχει στις διαφημιστικές προσπάθειες και με τη δραστηριότητα του συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, ενώ απαγορευόταν να εμπορεύεται αυτοκίνητα ή ανταλλακτικά ανταγωνιστριών εταιριών, τα δε αξεσουάρ εγκρίνονταν από την εναγόμενη. Τα τελευταία στοιχεία είναι κοινά προς τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ώστε στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ. 219/1991... Περαιτέρω προέκυψε ότι για τις πωλήσεις αυτοκινήτων ο ενάγων αμειβόταν από την εναγομένη με προμήθεια, που ήταν καθορισμένο ποσό για κάθε μοντέλο αυτοκινήτου ανά κατηγορία, ενώ για τα ανταλλακτικά ελάμβανε εκπτώσεις, αποκομίζοντας εμπορικό κέρδος. Για το πρώτο έτος της σύμβασης (1993) ο ενάγων πέτυχε τους στόχους πωλήσεως στα αυτοκίνητα (129 αυτοκίνητα), όπως και για τα ανταλλακτικά. Τα επόμενα έτη και μέχρι το 1998 οι πωλήσεις αυτοκινήτων εμφάνισαν φθίνουσα πορεία. Παρά δε τη συνεχή μείωση των στόχων κατ' έτος από την εναγομένη, ο ενάγων ουδέποτε πέτυχε αυτούς. Ειδικότερα για τα έτη 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998, με συνεχώς μειούμενους στόχους 133, 80, 80, 60, και 60 αυτοκίνητα κατ' έτος αντίστοιχα, πουλούσε 91, 56, 31, 44 και 39 αυτοκίνητα αντίστοιχα. Η καθοδική πορεία εμφανίζεται και στα ακαθάριστα (μικτά) έσοδα αυτού από τις πωλήσεις αυτοκινήτων που επίσης μειώνονταν κατ' έτος μέχρι το 1997 με μικρή επάνοδο το 1998 και ειδικότερα τα έτη 1994, 1995, 1996, 1997 και 1998 ανήλθαν αντίστοιχα σε 23.690.818, 16.744.935, 10.971.879, 7.397.437 και 11.220.787 δραχμές. Ως προς τις πωλήσεις ανταλλακτικών για τα ίδια έτη ανήλθαν σε 51.149.009, 56.035.089, 62.323.230, 49.252.528 και 56.358.468 δραχμές. Μάλιστα ο ενάγων είχε αδυναμία να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του προς την εναγομένη, από την οποία ζήτησε διευκολύνσεις πληρωμής το έτος 1997, αλλά και το 1998. Επίσης δεν ανταποκρίθηκε στην καθετοποίηση της επιχείρησης, που ήταν πολιτική της εναγομένης, ώστε να συμπεριλαμβάνει εκτός του τμήματος πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών SEAT και τμήμα επίσημου συνεργείου επισκευής αυτοκινήτων SEAT. Ενόψει της κατάστασης αυτής η εναγόμενη είχε προτείνει στον ενάγοντα να υπαχθεί σε καθεστώς υποδιανομέα και να ενταχθεί η επιχείρηση του στο δίκτυο της εταιρίας AUTOLUX. Δεδομένου ότι ο αριθμός των πελατών - αγοραστών αυτοκινήτων ήταν μειούμενος ετησίως, δεν διατηρούνται ουσιαστικά οφέλη στην εναγομένη, αφού δεν είναι βέβαιο ότι ο αγοραστής αυτοκινήτου SEAT, θα προβεί εκ νέου σε αγορά αυτοκινήτου ίδιου εργοστασίου κατασκευής (SEAT). Αλλά και σε τέτοια περίπτωση είναι αμφίβολο εάν τούτο οφείλεται στη δραστηριότητα του ενάγοντος διανομέα, παρά στην αξιοπιστία των εμπορευμάτων και τις διαφημιστικές εκστρατείες της εναγομένης εισαγωγέως. Επίσης, λόγω του αριθμού των πελατών δεν είναι ουσιαστική η ωφέλεια της εναγομένης από την αγορά ανταλλακτικών από τους νέοι/ς αυτούς πελάτες. Ως προς δε τις πωλήσεις ανταλλακτικών δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εισέφερε νέους πελάτες στην εναγομένη, ούτε ότι προήγαγε τις πωλήσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, εκτιμώντας ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις ανταλλακτικών τουλάχιστον κατά την τελευταία πενταετία προ της λύσης της σύμβασης κυμάνθηκαν σε ίδια επίπεδα ετησίως, όπως προαναφέρθηκαν. Ενόψει των ανωτέρω δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αξίωση αποζημίωσης πελατείας του ενάγοντος με τη λύση της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων και ειδικά του ουσιαστικού οφέλους από την ενάγουσα ως προς τους νέους πελάτες - αγοραστές αυτοκινήτων που εισέφερε ο ενάγων στην εναγομένη, ενώ δεν προήγαγε τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες στον τομέα πώλησης ανταλλακτικών. Επομένως δεν δικαιούται αποζημίωσης πελατείας και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κεφάλαιο αυτό". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και απορρίπτοντας την περί αποζημιώσεως πελατείας ένδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ. πλαγίου, τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τις με αριθμούς 1 και 19 διατάξεις του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον, υπό την επίκληση νομικών σφαλμάτων του Εφετείου περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων τούτων, τυγχάνει αβάσιμος. Συγκεκριμένα με τον αναιρετικό αυτό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ενώ απεδείχθη πλήρως η καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την αναιρεσίβλητη εισφορά του σ' αυτήν νέων πελατών από τους οποίους διατηρεί οφέλη, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας αγωγική του αξίωση, διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των προδιαληφθεισών διατάξεων, ανήγαγε ως αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή των την επίτευξη των ετησίων στόχων πωλήσεως που είχε θέσει η αναιρεσίβλητη και την ανταπόκριση του στην απαίτηση αυτής για καθετοποίηση της επιχειρήσεως, ώστε να συμπεριλάβει και τμήμα συνεργείου επισκευής αυτοκινήτων. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος τυγχάνει αβάσιμος, διότι από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο ήχθη στην απόρριψη της ενδίκου αγωγής όχι διότι ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στους στόχους και τις επιδιώξεις της αναιρεσιβλήτου για την μεγιστοποίηση των κερδών της , αλλά διότι δεν συνέτρεξαν οι απαιτούμενες, από τις προειρημένες διατάξεις, προϋποθέσεις επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας και δη η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από την αναιρεσίβλητη, προερχομένων από τις υποθέσεις πελατών του αναιρεσείοντος, αφού, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της, ο αριθμός των πελατών - αγοραστών αυτοκινήτων ήταν μειούμενος ετησίως και δεν είναι βέβαιο ότι θα προβεί εκ νέου σε αγορά ιδίου εργοστασίου κατασκευής αυτοκινήτου (SEAT), αλλά και αν τούτο ήθελε συμβεί είναι αμφίβολο εάν θα οφείλεται στη δραστηριότητα του αναιρεσείοντος και όχι στην αξιοπιστία των αντιστοίχων εμπορευμάτων και στις διαφημιστικές εκστρατείες της αναιρεσιβλήτου, ενώ ως προς τις πωλήσεις ανταλλακτικών ο αναιρεσείων δεν εισέφερε νέους πελάτες στην εναγομένη, ούτε προήγαγε τις πωλήσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, δεδομένου ότι τα έσοδα εκ της αιτίας ταύτης (πωλήσεις ανταλλακτικών) τουλάχιστον κατά την τελευταία προ της λύσεως της συμβάσεως πενταετίας κυμάνθηκαν σε ίδια επίπεδα ετησίως. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ.11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσεκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 109/2012, 134/2012, 228/2012, 373/2012, 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξετίμησε δεόντως τα αποδεικτικά μέσα που προσεκόμισε και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση της εξετασθεισης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος αυτού αλλά και τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε και κυρίως τις από 10-10-1992, 8-12-1994 και 31-8-1993 επιστολές των τότε διευθυντών πωλήσεως της αναιρεσιβλήτου Δ. Σ., Α.Λ. και Β. Λ. και την από 6-3-1996 ευχαριστήριο επιστολή τεχνικού διευθυντού της ιδίας Κ. Δ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την ρητή σχετική βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη η ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση "της μάρτυρος του ενάγοντος" καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσεκόμισαν νομίμως είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό δε προς το όλο περιεχόμενο της ιδίας αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προαναφερόμενα τοιαύτα του αναιρεσείοντος. Επί πλέον ο τελευταίος με τον ίδιο αναιρετικό λόγο διατείνεται ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω μνημονευόμενα αποδεικτικά του μέσα, που συνιστούν, κατ' αυτόν, "πράγματα", αλλά και τον αποδειχθέντα από τα αποδεικτά αυτά μέσα ισχυρισμό του ότι εισέφερε νέους πελάτες στην επιχείρηση της αναιρεσιβλήτου και επί πλέον δημιούργησε , με δικές του προσπάθειες, κόπους και θυσίες εντελώς νέα πελατεία, την οποία αυτή διατηρεί και θα διατηρεί στο μέλλον, υπέπεσε και στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αφού δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ισχυρισμός αυτός και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την απόφαση το ουσιαστικό δικαστήριο έκρινε ότι από μεν τις πωλήσεις αυτοκινήτων "δεν διατηρούνται ουσιαστικά οφέλη στην εναγομένη", ως προς δε τις πωλήσεις ανταλλακτικών ότι " δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εισέφερε νέους πελάτες στην εναγομένη , ούτε ότι προήγαγε τις πωλήσεις με τους υπάρχοντες πελάτες". Τέλος, ο αυτός λόγος αναιρέσεως καθό μέρος προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις για μη προσήκουσα εκτίμηση των ιδίων ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά και των λοιπών (μη ειδικώς αναφερομένων) εγγράφων του αναιρεσείοντος, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι οι αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν εμπίπτουν στον αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινομένη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων , ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου , όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26-3-2012 αίτηση του Ε. Α., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4436/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ