Αριθμός 326/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΥΜΗΣ - ΑΛΙΒΕΡΙΟΥ" που εδρεύει στον Αλιβέρι Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζέρβα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ταμυνέων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/4/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 68/2023, ΑΠ 1219/2022, ΑΠ 608/2021, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 50/2019, ΑΠ 1152/2018, ΑΠ 1753/2017). Από την υπ' αριθμ. 8272Γ'/15-9-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Εύβοιας Δ. Ι.. Κ., την οποία προσκομίζει μετ'επικλήσεως ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 22.4.2021 και με γενικό αριθμό κατάθεσης 759/23-4-2021 (ειδικός αριθμός 66/23-4-2021) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 576 (και συγκεκριμένα της παρ. 2 αυτού) ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β', 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 102/2019). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής, είτε επειδή παρήλθε άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων (κατά περίπτωση της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως) κατά της απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση, ή λάβει χώρα παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996, ΑΠ 1147/2021), είτε επειδή, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως επί αποφάσεως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκδόθηκε οριστική απόφαση επ'αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 518 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, αν ο διάδικος που δικάσθηκε διαμένει στην Ελλάδα, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη (μετά τον περιορισμό της - υπό το προηγούμενο καθεστώς - τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 105/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που εκδόθηκε - αντιμωλία των διαδίκων - κατά την τακτική διαδικασία, επί εφέσεως (η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 54/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων [με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 11-6-2013 και με αριθ. καταθέσεως 54/3-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 19.957,98 ευρώ τοκιζόμενο μόνο ως προς το ποσό των 16.226,00 ευρώ με επιτόκιο υπερημερίας 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και του επιβλήθηκε η καταβολή μειωμένης δικαστικής δαπάνης ποσού 350,00 ευρώ], έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η ως άνω (ΜΠρΧαλκίδας 105/2021) απόφαση επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα στις 12/04/2021 (σχετική η επί του κοινοποιηθέντος κεκυρωμένου αντιγράφου αυτής υπό ιδία ημερομηνία πράξη του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Ευβοίας Δ. Κ.) και η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 23-4-2021 (σχετική η με ειδικό αριθμό κατάθεσης 66/23-4-2021 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου), ενώ, κατά τα λοιπά, τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες για τη νομότυπη άσκησή της (άρθρ. 7 παρ. 1 και 72 παρ. 1 περ. ιγ' και 2 εδ. α' Ν. 3852/2010, όπως η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 περ. ιγ' έχει αντικατασταθεί δια της διατάξεως του άρθρου 54 παρ. 1 Ν. 4447/2016), αφού, για το παραδεκτό της αναιρέσεως, ο αναιρεσείων Δήμος προσκομίζει την υπ' αριθμ. 74/19-4-2021 απόφαση της Οικονομικής του Επιτροπής, η οποία λήφθηκε πριν την άσκηση της αναιρέσεως, καθώς και την υπ' αριθμ. 105/10.5.2021 απόφαση της ίδιας Επιτροπής ως προς τον ορισθέντα προς εκπροσώπηση του Δήμου στο ακροατήριο δικηγόρο για τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ. 2452/25-5-2021 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Κύμης Ευβοίας Αικατερίνης Σπυρίδωνος Μάγκου. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 564 παρ.1 και 577 § 1 ΚΠολΔ) - σημειουμένου και ότι, για το παραδεκτό της ασκήσεως της αναιρέσεως, δεν απαιτείται το οριζόμενο κατά το άρθρο 495 παρ. 3,4 ΚΠολΔικ παράβολο, καθόσον ο αναιρεσείων είναι ΟΤΑ και, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο σ' αυτούς άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, οι απαλλαγές που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου (μεταξύ των οποίων και από το παράβολο για άσκηση ένδικων μέσων) προβλέπονται και για τους ΟΤΑ - και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων - με το υπό κρίση δικόγραφο της από 22.4.2021 αναιρέσεώς του - αφού πρώτα εκθέτει, γενικώς και αορίστως, ότι αναιρεσιβάλει την υπ'αριθμ. 105/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έφεσή του κατά της 54/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων) επειδή η αναιρεσιβαλομένη παρά το νόμο, και με αιτιολογίες εντελώς ελλιπείς ανεπαρκείς και αντιφατικές και κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου οδηγήθηκε σε εσφαλμένο και ιδιαίτερα δυσμενές για αυτόν αποτέλεσμα, εν τέλει, καταλήγει (σε σχέση με τον μοναδικό προβαλλόμενο από αυτόν λόγο αναιρέσεως) ότι αυτό συνέβη "με το να κρίνει ότι η 'Εφεσή μου είναι απαράδεκτη ως ασκηθείσα μετά την παρέλευση διετίας από την έκδοση της πρωτόδικης με αριθ. 54/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ταμυνέων και ως εκ τούτου γεννάται ο αναιρετικός λόγους του άρθρου 559 περ. 14 ΚΠολΔ (το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο)", ενώ ακολούθως εξειδικεύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως. Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 139/2018). Ως απαράδεκτο δε, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά αυτό που κηρύσσεται συνεπεία παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. Α.Π. 12/2000, Ολ.Α.Π. 1331/1985, ΑΠ 20/2022, Α.Π. 1185/2021, ΑΠ 1181/2019, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 1735/2008). Μέσω δε του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 760/2021, ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018). Πλην, όμως, η διάταξη αυτή δεν αφορά σε αναιρέσεις κατά των αποφάσεων κατώτερων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, καθώς και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων), αλλά κατά των αποφάσεων ανώτερων (πρώτου ή δεύτερου βαθμού) από τα προαναφερόμενα δικαστηρίων. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην μεν κεφαλίδα του οποίου ορίζεται ρητώς ότι αφορά στις αναιρέσεις "κατά αποφάσεων κατωτέρων δικαστηρίων", ενώ, από όσα προβλέπονται στις διατάξεις του ειδικώς ως προς τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται να ασκηθεί αναίρεση κατά των αποφάσεων αυτών, διαπιστώνεται ότι δεν περιλαμβάνεται ανάλογος λόγος αναιρέσεως με αυτόν του άρθρου 559 περ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο). Υπό τις ανωτέρω παραδοχές - και, επίσης, λαμβανομένου υπόψη ότι η μεν υπό κρίση αναίρεση έχει ασκηθεί μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015 και σημειουμένου παρεμπιπτόντως ότι, όχι μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ, αλλά ακόμη και υπό το προϊσχύον του ν. 4335/2015 καθεστώς, σύμφωνα με την πανομοιότυπη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 4 εδ. α' ν. 3994/2011, ''Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση'' ) - ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως (εφόσον με την αναίρεση πλήττεται απόφαση μονομελούς πρωτοδικείου εκδοθείσα κατ'έφεση επί αποφάσεως ειρηνοδικείου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ενόψει τούτων η υπό κρίση, από 22-4-2021, αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, χωρίς όμως να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης, που απουσιάζει, ελλείψει αιτήματος αυτής και υποβολής της σε δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 105/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ