Αριθμός 1406/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα - Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Ι. του Ε., κατοίκου Τ. Μ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμφιτρίτης Καραβίδα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Ζαγοράς-Μουρεσίου (Κ.Ε.ΔΗ.ΖΑ.Μ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Ζαγορά Βόλου, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Σκαλίμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 7/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 34/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α` του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ. α` του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 186/2019, 907/2017, 879/2017, 509/2016, 131/2015, 1113/2013). Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οιονδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014). Ειδικότερα, η ωφέλεια που ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 186/2019, 907/2017, 58/2015, 131/2015, 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις (ΑΠ 186/2010). Η δε ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 131/2015, 1022/2015, 535/2014). Ειδικότερα, δεν εισάγεται υπέρ αυτών εξαίρεση με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνες των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνες του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και εφ` όσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του δημόσιου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (Ολ. ΑΠ 4/2021, Ολ. ΑΠ 218/1977, ΑΠ 519/2022, 186/2019, 41/2017, 131/2015, 1293/2015, 1022/2015, 535/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-3-2015 με αριθ. κατάθ. 23/24-3-2015 αγωγή, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθ. 561 παρ.2 του KΠολΔ), ο ενάγων (αναιρεσείων) ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε με το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Ζαγοράς Μουρεσίου", στις 15-7-2011, προσελήφθη από το τελευταίο, προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως οδηγός σε ειδικά οχήματα, διαθέτοντας επίσης άδεια ικανότητας οδήγησης Ε' κατηγορίας, αντί του προβλεπόμενου από τη ΙΣΕ της ειδικότητάς του μηνιαίου μισθού. Ότι παρείχε την παραπάνω εργασία του συνεχώς και αδιαλείπτως πλην των χρονικών διαστημάτων από 1/7/2012 έως και 30/9/2012 και από 1/1/2013 έως και 28/2/2013. Ότι κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στο εναγόμενο υπερέβαινε πολλές φορές το ημερήσιο ωράριο των οκτώ ωρών, με αποτέλεσμα την πραγματοποίηση των ειδικότερα αναφερόμενων στην αγωγή ωρών κατά εβδομάδα υπερεργασίας και υπερωρίας, για τις οποίες ουδέποτε έλαβε αμοιβή από το εναγόμενο. Ότι επίσης, εργάσθηκε σ' αυτό μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή Κυριακές, καθώς και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, ήτοι το Σάββατο, τις ώρες που ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή, χωρίς να αμειφθεί. Ακολούθως, ισχυρίσθηκε ότι το εναγόμενο δεν του κατέβαλε τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή δεδουλευμένες αποδοχές, που έπρεπε να λάβει με βάση τις ισχύουσες για την ειδικότητά του ΣΣΕ, καθώς και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, επίσης, ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσεως εργασίας το εναγόμενο αρνήθηκε να του καταβάλει την άδεια αναπαύσεως, παρά το σχετικό αίτημά του. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει, νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής, άλλως από την επίδοση της αγωγής, α) το ποσό των 3.927,18 ευρώ για την υπερεργασιακή απασχόληση του, β) το ποσό των 11.780,10 ευρώ για την υπερωριακή απασχόλησή του, γ) το ποσό των 856,64 ευρώ για την εργασία του κατά τα Σάββατα, δ) το ποσό των 1.152,24 ευρώ για την εργασία του την Κυριακή, ε) το ποσό των 6.566,48 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στ) το ποσό των 15.574,08 ευρώ για αποδοχές αδείας, προσαύξηση αποδοχών αδείας και επιδόματα αδείας και ζ) το ποσό των 7.312 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, και να υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Σε περίπτωση δε που απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής, λόγω ακυρότητας της σύμβασης, ζήτησε τα παραπάνω κονδύλια να του επιδικαστούν με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την 7/2016 οριστική απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την ως άνω αγωγή, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο τυπικά και κατ' ουσία την από 14-9-2016 έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κυρία βάση από την σύμβαση, όσο και κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε την ακόλουθη αιτιολογία: "....Με το παραπάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, επρόκειτο περί κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης, η οποία λογίζεται φορέας του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις, καθώς και οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ν. 2190/1994,σύμφωνα με τις οποίες ο εργοδότης, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, ενώ απαγορεύεται και η μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού και η μετατροπή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που ο εργαζόμενος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Επίσης δεν είναι δυνατή η εκτίμηση της συμβάσεως αυτής, κατ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη διαγνωστική διαδικασία, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού ο εργοδότης βάσει των ως άνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου. Στη σύμβαση αυτή, υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 8 του Ν. 2112/1920,ούτε εξάλλου, μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ/τος 164/2004,διότι η επίδικη σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μετά την έναρξη ισχύος του.......Έτσι, η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμιά αξίωση αμοιβής, αφού σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη, ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής, του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων. Εξάλλου, στη αγωγή δεν εκτίθεται η υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού, την οποία (πρόσληψη) να κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος, με αποτέλεσμα την αποφυγή της σχετικής δαπάνης από το εναγόμενο και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό του". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εξής αιτιάσεις: Α) 1) Με τον πρώτο λόγο ότι το Εφετείο, με το να παραθέτει απλώς τα επικαλούμενα με την αγωγή πραγματικά περιστατικά και στη συνέχεια να κρίνει την αγωγή απορριπτέα απευθείας ως μη νόμιμη [με παράθεση νομικών και μόνο σκέψεων], καθάπαντα τα κεφάλαια-αιτήματα [κύρια ΑΚ 361 και επικουρικά ΑΚ 904] την ένδικη αγωγή, χωρίς ωστόσο να δέχεται αν τα επικαλούμενα μ' αυτήν [αγωγή] γεγονότα [χρονική διάρκεια απασχόλησης, ειδικότητα, ωράριο, αποδοχές κλπ] αποδείχθηκαν ή μη, ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή τους στους προσήκοντες δικαιικούς κανόνες, ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο [ΚΠολΔ 559 αρ. 1], παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ενώ συνάμα παρά το νόμο [ΚΠολΔ 559 αρ. 19], στερείται νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε παντελώς αόριστες, ασαφείς, ανεπαρκείς, αντιφατικές, ακατάληπτες, υποθετικές, υπερβατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορά αιτιάσεις για την απόρριψη της αγωγής, κατά την κύρια και επικουρική της βάσεις, είναι απαράδεκτος. Κατά μεν το πρώτο σκέλος του για το λόγο ότι η επικαλούμενη πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της τον αναιρετικό λόγο της παρά το νόμο μη λήψης αποδεικτικών μέσων, περί του οποίου προβλέπει η διάταξη του αριθμού 11 στοιχ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την απόρριψη της αγωγής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σύνολό της ως μη νόμιμης, κατά δε το δεύτερο σκέλος του για το λόγο ότι η επικαλούμενη εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με αυτό δεν προσάπτεται πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού που προβλήθηκε νομότυπα, αλλά για παραγνώριση αποδεικτικής αξίας προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά το τρίτο, τέλος σκέλος του, για το λόγο ότι η επικαλούμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια στοιχειοθετείται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας ερευνά την ουσία της υπόθεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, 2) 'Ολοι οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως (δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) κατά τα σκέλη αυτών στα οποία εν σπέρματι αναφέρεται η εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ως προς την απόρριψη από το Εφετείο της κύριας βάσης της αγωγής, ως μη νόμιμης, είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον για την πληρότητά τους, δεν εκτίθεται σε τι αφορά το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή, των μη αναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Β) Με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την επικουρική βάση της αγωγής του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ,ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, παρόλο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επληρούτο το πραγματικό της διατάξεως αυτής. Οι λόγοι αυτοί της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Ειδικότερα, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, καθ' ο μέρος απέρριψε ως μη νόμιμη την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής, που θεμελιωνόταν, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή στο ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν η απλή εργασιακή σχέση, λόγω ακυρότητας της πιο πάνω σύμβασης εργασίας και ότι το εναγόμενο ωφελήθηκε αποφεύγοντας να καταβάλει το πιο πάνω χρηματικό ποσό σε μόνιμο υπάλληλο, τον οποίο, διαφορετικά θα ήταν υποχρεωμένο να προσλάβει, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, παραβιάζοντας τις διατάξεις 648 και 904 επ. ΑΚ, καθόσον, το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Δεν είναι δε απαραίτητο, υπό τις εκτεθείσες νομικές σκέψεις να αναφέρεται στην αγωγή η υποχρεωτική πρόσληψη από το εναγόμενο άλλου προσώπου, την οποία κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος. Επειδή, η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας προς αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εξάλλου, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, άλλως παραπέμπει την υπόθεση, προκειμένου να συζητηθεί σε νέα δικάσιμο, και προκειμένου περί των υπ` αριθμ. 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων, δύναται να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον άλλου δικαστηρίου ισοβάθμου και ομοειδούς προς το εκδώσαν την αναιρεθείσα απόφαση ή ενώπιον του ιδίου, εάν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός των εκδωσάντων την αναιρεθείσα απόφαση. Εν προκειμένω, εν όψει των κατά τα ανωτέρω δεκτών γενομένων δευτέρου, τρίτου και τετάρτου λόγων της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ως και ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, με συνέπεια να μην υφίσταται έννομο συμφέρον προς έρευνα του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 179 ΚΠολΔ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, ως ηττώμενο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ` αριθμόν 34/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, καθ` ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρεθέν μέρος, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ