Αριθμός 1873/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Α. συζύγου Ι. Γ., θυγατέρας των Α. και Σ. Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Σαμαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ρ. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν. Κ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ε. συζ. Ε. Χ., θυγατέρας Γ. και Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Α. συζ. Β. Μ., φυσικής θυγατέρας Γ. και Ε. Κ., θετής θυγατέρας Δ. και Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Φ., συζύγου Σ. Μ., θυγατέρας Χ. και Γ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις, 6) Β., θυγατέρας του Γ. Α., υιοθετηθείσης διά της υπ' αριθμόν 1.740/1957 αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, φυσικής θυγατέρας των Χ. και Γ. Ρ., συζύγου Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7) Η. Χ. Ρ. ή Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις, 8) Α. Χ. Ρ. ή Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις, 9) Β. θυγατέρας Π. και Μ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 10) Α. Β. του Π. και Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 11) Α. θυγατέρας Π. και Μ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 12) Α., χήρας Κ. Α. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13) Β. Κ. και Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 14) Ε. Κ. και Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 15) Α. Β. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 16) Μ. Κ. και Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 17) Α. Β. του Γ. και Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 18) Ά. Γ. και Ζ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Κωλέττη και κατέθεσε προτάσεις, 19) ομορρύθμου εμπορικής εταιρίας οικοδομικών επιχειρήσεων με την επωνυμία "..." και έδρα τα ...., οδός ..., νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 20) Α. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 21) Σ. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 22) Γ. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 23) Ε. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 24) Σ. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 25) Α. Α. του Κ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 26) Δ. Τ. του Ν. και Μ., ιατρού, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 27) Ε. Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις, 28) Ι. Μ. του Γ. και Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 29) Α. Μ. του Α. και Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 30) Μ. Μ. του Α. και Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 31) Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Κ. Ρ. ή Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τρίμμη και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Ι. Γ., θυγατέρας των Α. και Σ. ή Σ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Σαμαρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Κ. Κωλέττης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο Α.12 αναιρεσίβλητη Α., χήρα Κ. Α. Β., απεβίωσε στις 6-5-2021 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Τρικκαίων, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, υπό στοιχεία Α.13, Α.14, Α.15 και Α.16 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-1990 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Ε. συζ. Ζ. Γ. και της ήδη υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας (και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου) και τις από 10-10-1990, 17-10-1990, 17-10-1990, 17-10-1990 ανακοινώσεις δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση, των αρχικώς εναγομένων -προσεπικαλούντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1991 μη οριστική, 91/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 91/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 12-12-2019 αίτησή της. Ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της 128/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την από 19-12-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 12-12-2019 (αρ. κατ. 49/2019) και 19-12-2019 (αρ. κατ. 50/2019) αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ. 128/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Ι. Επί της πρώτης των ως άνω αιτήσεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, αν η αναίρεση πλήττει την απόφαση του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη ως προς την απόφαση του δικαστηρίου στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 617/2014, 539/2014).Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση στρέφεται, εκτός της προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου, και κατά της πρωτόδικης απόφασης υπ'αριθμ. 91/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, χωρίς ωστόσο να προκύπτει κατάθεση της και στη γραμματεία του δικαστηρίου αυτού. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β , 309 εδ. α , 321, 577 παρ.1 και 2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, των Μονομελών και Πολυμελών Πρωτοδικείων, καθώς και των Εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 12/2011), ήτοι καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 243/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1340/ 2017). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την από 25/4/1990 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας (και άλλης τρίτης), εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, η υπ'αριθμ. 91/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως προς την ήδη αναιρεσείουσα και έναντι τεσσάρων εκ των 24 εναγομένων. Η ήδη αναιρεσείουσα ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την υπ'αριθμ. κατ. 83/17-9-2012 έφεση, επί της οποίας (και της συνεκδικασθείσας με αρ. κατ. 74/17-6-2014 αντίθετης έφεσης του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου εναγόμενου) εκδόθηκε κατά την ίδια διαδικασία η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 128/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Στη συζήτηση επί της έφεσης, που έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, δεν εμφανίστηκαν και δικάστηκαν ερήμην οι εκ των εφεσιβλήτων ήδη αναιρεσιβλήτων δεύτερος Ν. Κ., τρίτη Ε. Χ., τέταρτη Α. Μ., έκτη Β. Α., εικοστός Ά. Α. εικοστός πρώτος Σ. Α., εικοστή δεύτερη Γ. Α., εικοστή τρίτη Ε. Α.. Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα- ενάγουσα άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου, όμως, υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους των προαναφερθέντων εφεσιβλήτων, που δικάστηκαν ερήμην, και η προθεσμία για την άσκηση αυτής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση σ'αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, ούτε προκύπτει ότι έγινε έγκυρη παραίτηση των εν λόγω αναιρεσίβλητων από το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τους ως άνω αναιρεσίβλητους και συνεπώς, ως προς αυτούς, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως εν προκειμένω, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1 και 2), με την επισήμανση ότι για δύο εξ αυτών και συγκεκριμένα τον Ά. Α. και τον Σ. Α. (προφανώς εκ παραδρομής) έχει γίνει διπλή εγγραφή στην αίτηση, όπου ο μεν πρώτος αναφέρεται ως υπ'αριθμ. 20 και 25, και ο δεύτερος ως υπ'αριθμ. 21 και 24. Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3), σαν να ήταν παρόντες και οι 19η, 26ος, 28ος, 29ος και 30η των αναιρεσιβλήτων, που δεν εμφανίσθηκαν μολονότι είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/4/22, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την προκείμενη, της σχετικής εγγραφής στο πινάκιο ισχύουσας ως κλήτευσης όλων των διαδίκων κατ'άρθρο 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ (βλ. τις υπ'αριθμ. .../3-3-2022 .../3-3-2022, .../4-3-2022, .../4-3-2022 και .../4-3-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρω/κείο ... Ε. Δ.). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δημήτριος Τρίμης, με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, γνωστοποίησε το θάνατο του 12ης των αναιρεσιβλήτων Α. Β. που έλαβε χώρα την 6-5-2021, δήλωσε δε ότι τη δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της 13η, 14η, 15ος και 16η των αναιρεσιβλήτων. Ο θάνατος και η συγγενική σχέση προκύπτουν από τη με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου ... και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών. Επομένως, η συζήτηση της αναιρέσεως χωρεί νόμιμα με τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της αρχικής 12ης αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη αντ`αυτής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ενώ τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη, γι' αυτά (ΑΠ 1027/2019, 1349/2018, 886/2017). Με το πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων κτηθείσας με τακτική χρησικτησία. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, μνημονεύονται σ' αυτή τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το Δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και συγκεκριμένα την ειδικότερα αναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αλλά και όλα τα νομοτύπως προσκομισθέντα μετ'επικλήσεως έγγραφα. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1014/2010). Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, μολονότι το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 Κ.Πολ.Δ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1014 / 2010,1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1014 / 2010, 571/2004). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1043 παρ.1 του ίδιου Κώδικα για τη χρησικτησία αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ για το λόγο ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας με τακτική χρησικτησία, που πρόβαλαν οι αναιρεσίβλητοι ως εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο ήταν αόριστη μη αναφέρουσα τα απαιτούμενα προς θεμελίωση της περιστατικά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι αναφέρουν στις προτάσεις τους όλα τα παραπάνω στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης τακτικής χρησικτησίας, και ειδικότερα την καλή τους πίστη, τη διάνοια κυρίου και την νομή τους επ' αυτών, αφού, όπως αναφέρουν, έχουν ανεγερθεί επί των επιδίκων ακινήτων οικοδομές, εξάλλου δε, ακόμη και η ίδια η ενάγουσα ήδη με την ένδικη αγωγή της αναφέρει όλα τα μεταβιβαστικά συμβόλαια των επιδίκων ακίνητων στους εναγόμενους και τη μεταγραφή του καθενός απ' αυτά. Επομένως, το εφετείο μη απορρίπτοντας την εν λόγω ένσταση ως απαράδεκτη δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011). Στη προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Ο Η. Ρ., κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1918, άνευ διαθήκης, απέκτησε από τον πρώτο του γάμο με την Α., τρεις θυγατέρες, την Κ., την Ε. και την Ε. και από το δεύτερο γάμο του με τη Φ., δύο υιούς, τον Κ. και τον Χ.. Η Κ., η οποία γεννήθηκε την 20.7.1900 στα ... και απεβίωσε την 1.5.1983, άνευ διαθήκης, στην ..., απέκτησε από τον πρώτο της γάμο με τον Α. Κ., τον υιό της Α.. Ο τελευταίος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1921 και απεβίωσε το έτος 1967, άνευ διαθήκης, απέκτησε από το γάμο του με τη Σ. ή Σ. Π. (η οποία απεβίωσε προ αυτού την 7.1.1963) ένα τέκνο, την Α. Γ. (δεύτερη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα). Η Κ. Π., η οποία το έτος 1928 μετανάστευσε στην Αλβανία, τέλεσε εκεί δεύτερο γάμο με τον Αλβανό υπήκοο Δ. Π. και απέκτησε την αλβανική υπηκοότητα. Από τον δεύτερο αυτό γάμο της απέκτησε την Ε. σύζ. Ζ. Γ., κάτοικο ... (πρώτη ενάγουσα για την οποία έχει απορριφθεί η αγωγή, ως ενεργητικά ανομιμοποίητη). Μετά το θάνατο της Κ. Π., η κληρονομιά της μεταβιβάστηκε στις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι στις δύο ενάγουσες, ως πλησιέστερες συγγενείς της, κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου στην καθεμία, τα δε επίδικα ακίνητα είναι τα ακόλουθα: 1) Ένα ακίνητο (εφεξής "ακίνητο Α"), εμβαδού 3.198,66 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην πόλη των ... και συνορεύει νοτιοδυτικά με την οδό ..., βορειοδυτικά με ανώνυμη οδό, νοτιοανατολικά με την οδό ... και βορειοανατολικά με ιδιοκτησίες Μ. Λ., Ι. Τ. και Α. Π., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντα πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού, Β. Π., και το οποίο, κατά τον αρχικό τίτλο κτήσης των διαδίκων (συμβόλαιο ...), είχε έκταση "πεντακοσίων περίπου τετραγωνικών μέτρων ή οσησδήποτε εκτάσεως και αν ή", ευρίσκετο στη συνοικία "... ή ..." της πόλης των ..., συνόρευε με οικόπεδο αδελφών Μ., με αγρό Α. Ν., με γήπεδο Ελληνικού Δημοσίου και με δημοτική οδό και εντός αυτού υπήρχε μια ασβεστολιθόκτιστη οικία μετά του παρακειμένου σταύλου της και δύο ασβεστοκάμινοι, και 2) ένα ακίνητο μετά της επ' αυτού πολυκατοικίας (εφεξής "ακίνητο Β"), εμβαδού 288 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., ... και ... της πόλης των ..., συνορεύει νότια με την οδό ..., δυτικά με την οδό ..., βόρεια με την οδό ... και ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Χ., το οποίο προήλθε από συνένωση δύο οικοπέδων και συγκεκριμένα ενός οικοπέδου, εμβαδού 248 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στη συμβολή των οδών ... και ..., μετά της άλλοτε επ' αυτού ισόγειας οικίας, αποτελούμενης εκ τριών δωματίων, μαγειρείου, πλυντηρίου και παραρτημάτων, όπως αυτή περιγράφεται στον αρχικό τίτλο των διαδίκων (συμβόλαιο 1206/1923) και ενός παρακειμένου οικοπέδου, εμβαδού 40 περίπου τετραγωνικών μέτρων, μετά της άλλοτε επ' αυτού διώροφης παλαιός οικίας, κείμενου στη συμβολή των οδών ... και .... Στα ανωτέρω ακίνητα η εν λόγω Κ. Π. ήταν συγκυρία, του μεν ως άνω Α ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο του ενός πέμπτου (1/5) το οποίο απέκτησε με αγορά από την προηγούμενη κυρία του ακινήτου Ξ. χήρα Χ. Γ. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Δημητρίου Παπαζαχαρίου, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., των λοιπών ιδανικών μεριδίων συγκυριότητας αυτού κτηθέντων δια του αυτού συμβολαίου, κατά τα τρία πέμπτα (3/5) από τη μητριά της Φ. χήρα Η. Ρ. (δεύτερη σύζυγο του ανωτέρω Η., του δε ως άνω Β ακινήτου και συγκεκριμένα του ενός εκ των δύο συνενωθέντων οικοπέδων εμβαδού 248 τετραγωνικών μέτρων, κατά το ιδανικό μερίδιο των τριών εικοστών τετάρτων (3/24), το οποίο απέκτησε με αγορά από τον προηγούμενο κύριο αυτού Ν. Β. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αναστασίου Κυριακού, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα ίδια ως άνω δημόσια βιβλία στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ..., των λοιπών μεριδίων συγκυριότητας αυτού ανηκόντων, κατά μεν το ποσοστό των εννέα εικοστών τετάρτων (9/24) στον ανωτέρω πωλητή Ν. Β., κατά δε το λοιπό ποσοστό των δώδεκα εικοστών τετάρτων (12/24) κατ' ισομοιρία στην ως άνω μητριά της Φ. χήρα Η. Ρ., στους ετεροθαλείς αδελφούς της Κ. Ρ. (1° εναγόμενο) και Χ. Ρ. του Η. και στην αμφιθαλή αδελφή της Ε. Ρ. του Η. και δη κατά το μερίδιο των τριών εικοστών τετάρτων (3/24) σε καθένα εξ αυτών. Οι ανωτέρω ενάγουσες αποδέχθηκαν την κληρονομιά της Κ. Π. με την με αριθμό ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λάρισας Αθανασίου Αλμπάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... (βλ. σχετ. με το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας και της Ε. Γ. την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα με αριθμό ... απόφαση του Δικαστηρίου της επαρχίας της Κορυτσάς Αλβανίας). Έτσι, η ενάγουσα (Α. Γ.) κατέστη με κληρονομική διαδοχή συγκυρία των επιδίκων ακινήτων και συγκεκριμένα του Α ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο του 1/10 (1/5 : 2 = 1/10) και του Β ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο του ενός δεκάτου έκτου (3/24 : 2 = 1/16). Περαιτέρω, ως προς το επίδικο Β ακίνητο αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Καταρχάς, η ενάγουσα κατέστη συγκυρία με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο μόνο ως προς το τμήμα των 248 τ.μ. αυτού, ήτοι του μεγαλύτερου εκ των δύο οικοπέδων από τα οποία προήλθε το μείζον επίδικο ακίνητο, αφού μόνο τούτο περιλαμβάνεται στον τίτλο της δικαιοπαρόχου της και ανήκε στην επαχθείσα σ' αυτήν(ενάγουσα) κληρονομιά της, ο δε ισχυρισμός της τελευταίας ότι κατέστη συγκυρία και του μικρότερου εκ των συνενωθέντων οικοπέδων, εμβαδού 40 τ.μ" με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής επ' αυτού της ιδίας ή της δικαιοπαρόχου της, λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία, όπως αναφέρθηκε, κατοικούσε μόνιμα από το έτος 1928 έως το θάνατό της το 1983 στην Αλβανία και επομένως, η αγωγή, ως προς το οικοπεδικό αυτό τμήμα των 40 τ.μ" πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι όγδοος (8ος), ένατος (9ος) και δέκατος (10ος) των αρχικώς εναγομένων, αδελφοί Π., Κ. και Γ. Β. του Α., προέβησαν τμηματικά κατά τα έτη 1962-1966 στην αγορά του ακινήτου (Β) και δη κατά ποσοστό πενήντα δύο εκατοστά εξηκοστά δεύτερα (52/162) ο πρώτος και κατά ποσοστό πενήντα πέντε εκατοστά εξηκοστά δεύτερα (55/162) έκαστος των λοιπών και συγκεκριμένα α) με το νόμιμα μεταγραφέν (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Βασιλείου Μπακάση αγόρασαν από την ήδη συγκυρία αυτού Ε. χήρα Ι. Ζ. ιδανικά μερίδια πέντε ενάτων (5/9) και επτά ενάτων (7/9) αντίστοιχα επί των αποτελούντων αυτό δύο οικοπέδων, β) με το νόμιμα μεταγραφέν (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αγόρασαν από τον ήδη συγκύριο αυτού Θ. Μ. του Δ. ιδανικό μερίδιο ένα εικοστό έβδομο (1/27) αυτού, γ) με το νόμιμα μεταγραφέν (τόμος .., αριθμός ...) με αριθμό ... του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αγόρασαν από τους συγκυρίους αυτού Χ. και Κ. Ρ. (ετεροθαλείς αδελφούς της Κ. Π.) ιδανικά μερίδια εννέα εικοστών εβδόμων (9/27) και τριών εικοστών εβδόμων (3/27) αντίστοιχα επί των αποτελούντων αυτό δύο οικοπέδων και δ) με το νόμιμα μεταγραφέν (τόμος .., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου αγόρασαν από τον Α. Κ. του Α. (πατέρα της ενάγουσας και τέκνο της Κ. Π. από τον πρώτο γάμο αυτής), ιδανικό μερίδιο ενός εικοστού εβδόμου (1/27) αυτού. Στον τελευταίο πωλητή Α. Κ. το ιδανικό μερίδιο αυτό είχε περιέλθει με δωρεά εν ζωή της μητέρας του και δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ. Π., δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς του συμβολαιογράφου του Λαϊκού Δικαστηρίου Κορυτσάς Αλβανίας Βασιλάκη Π. και του με αριθμό ... συμβολαίου αποδοχής αυτής (δωρεάς) του συμβολαιογράφου ... Βασιλείου Μπακάση, αμφοτέρων των συμβολαίων αυτών μεταγραφέντων έκτοτε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αύξοντες αριθμούς ... και ... αντίστοιχα. Έκτοτε, οι όγδοος, ένατος και δέκατος των αρχικώς εναγομένων κατείχαν το μείζον Β ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ασκούσαν επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθούν από κανένα, το έτος δε 1979 προέβησαν με τη νόμιμα μεταγραφείσα (τόμος ..., αριθμοί ..., ...) με αριθμό ... πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση σε σύσταση επ' αυτού διηρημένων ιδιοκτησιών και λίγο καιρό μετά ανήγειραν δια της ενδέκατης των εναγόμενων, ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αγγελής- Ζορμπάς Ο.Ε.", εργολάβου, οικοδομή πέντε (5) ορόφων, διαμερίσματα της οποίας μεταγενέστερα πώλησαν, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, σε τρίτους αγοραστές. Όμως, επειδή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με το άρθρο 6 του α.ν. 2636/1940 οι εχθρικές περιουσίες στην Ελλάδα τέθηκαν αυτοδικαίως υπό μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και απαγορεύτηκε, ως άκυρη, κάθε διάθεση των περιουσιών αυτών από τον εχθρό δικαιούχο, ενώ με το βασιλικό διάταγμα 10/10.11.1940 ορίστηκε ότι "εχθρός" θεωρείται και κάθε πρόσωπο που έχει ιθαγένεια αλβανική ή έχει την κατοικία του ή τη μόνιμη διαμονή του στην Αλβανία, το ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας επί του επιδίκου Β ακινήτου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ. Πόνο, η οποία είχε αποκτήσει την αλβανική ιθαγένεια και κατοικούσε μόνιμα στην Αλβανία, αποτελούσε εχθρική περιουσία και είχε τεθεί αυτοδικαίως υπό μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Επομένως, η εκ μέρους της Κ. Π. δωρεά του μεριδίου αυτού (1/27) στο υιό της Α. Κ. και η πώλησή του από αυτόν στους 8ο, 9ο και 10ο των αρχικώς εναγομένων με το προαναφερόμενο συμβόλαιο δεν προσπόρισαν την κυριότητα αυτού στους τελευταίους, αφού οι εν λόγω δικαιοπραξίες συνιστούσαν διάθεση εχθρικής περιουσίας και ως εκ τούτου ήταν απαγορευμένες και θεωρούνταν άκυρες. Ωστόσο, εφόσον ο 8ος, 9ος και 10ος των αρχικώς εναγομένων αγνοούσαν, όχι από βαριά αμέλεια τους, την ιδιότητα του πωληθέντος ιδανικού μεριδίου ως εχθρικής περιουσίας, αφού ως τέτοια, άλλωστε, δεν είχε το προαναφερόμενο συμβόλαιο απέκτησαν την κυριότητα του πωληθέντος ιδανικού μεριδίου από τον μεταβιβάζοντα και εμφαινόμενο στα δημόσια βιβλία ως κύριο αυτού Α. Κ., το παραπάνω συμβόλαιο αποτέλεσε νομιζόμενο τίτλο και συνεπώς αυτοί, νεμηθέντες το επίδικο ακίνητο (Β) με τον τίτλο αυτό και τους λοιπούς ως άνω τρεις νόμιμους τίτλους τους (οι οποίοι δεν ήταν άκυροι αφού δεν αφορούσαν εχθρικές περιουσίες αλλά περιουσίες ελλήνων υπηκόων) με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τις 27.1.1966 (χρόνος μεταγραφής του τελευταίου συμβολαίου), κατέστησαν με τη συμπλήρωση δέκα ετών νομής στο πρόσωπό τους, ήτοι από τις 28.1.1976, συγκύριοι αυτού με τακτική χρησικτησία και επομένως και του επ' αυτού ιδανικού μεριδίου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Συνακόλουθα, οι μεταγενέστερα αποκτήσαντες από τους συγκυρίους του επιδίκου Β ακινήτου, όγδοο (8°), ένατο (9°) και δέκατο (10°) των αρχικώς εναγομένων, αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της επ' αυτού ανεγερθείσας πολυκατοικίας και συγκεκριμένα α) η 11η των εναγομένων ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "..." που απέκτησε δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων (τόμοι ..., ... αριθμοί ..., ... αντίστοιχα) με αριθμούς ... και ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση τις με αριθμούς ... και ... αυτοτελείς ιδιοκτησίες (καταστήματα) του ισογείου ορόφου μετά των αντιστοιχούντων σε αυτά χώρων του υπογείου της πολυκατοικίας, β) οι 14ος, 15ος, 16ος και 17η των εναγομένων Ά. Α. του Κ., Σ. Α. του Κ., Κ. Α. του Π. και Α. σύζυγος Κ. Α., των δύο τελευταίων ήδη αποβιωσάντων στις 15.3.1991 και 1.3.2004 αντίστοιχα, που απέκτησαν, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, οι μεν δύο πρώτοι κατ' ισομοιρία την ψιλή κυριότητα, οι δε δύο δεύτεροι κατ' ισομοιρία την εφ' όρου ζωής επικαρπία, της με αριθμό ... οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας και γ) ο 19ος των εναγομένων Δ. Τ. του Ν., που απέκτησε δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου (τόμος ..., αριθμό ...) με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Πουλιανίτη την καταλαμβάνουσα ολόκληρο τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα), κατέστησαν με παράγωγο τρόπο κύριοι αυτών, αφού απέκτησαν τις εν λόγω ιδιοκτησίες από τους προηγούμενους κυρίους αυτών δυνάμει συμφωνιών που καταρτίσθηκαν με συμβολαιογραφικά έγγραφα και υποβλήθηκαν σε μεταγραφή (1033 ΑΚ). Σημειωτέον ότι ως προς τους 12°, 13η και 18η των εναγομένων, Α. Μ. του Γ., Ε. χήρα Β. Π. και Μ. σύζυγο Α. Χ., οι οποίοι επίσης απέκτησαν με παράγωγο τρόπο από τους συγκυρίους 8°, 9° και 10° των εναγομένων αυτοτελείς ιδιοκτησίες της επί του επιδίκου Β ακινήτου ανεγερθείσας πολυκατοικίας, για τον 12ο απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, για την 13η έχει γίνει νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης και για την 18η έχει παραιτηθεί η ενάγουσα από το δικόγραφο της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Περαιτέρω, ως προς το επίδικο Α ακίνητο αποδείχθηκε ότι έχει εμβαδόν 3.198,66 τετραγωνικών μέτρων, όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία ...... στο από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντα πραγματογνώμονα, τοπογράφου μηχανικού Β. Π., και όχι 500 τετραγωνικών μέτρων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καθόσον τούτο για να περιλαμβάνει οικία, σταύλο και δύο ασβεστοκαμίνους και επιπλέον συνορεύει με γήπεδο ελληνικού δημοσίου και με δημοτική οδό, όπως περιγράφεται στον αρχικό τίτλο των διαδίκων (...), έπρεπε να έχει έκταση κατά πολύ μεγαλύτερη των 500 τετραγωνικών μέτρων, η οποία κατά τον πραγματογνώμονα πιθανολογείται ότι εκτεινόταν στη θέση των με αριθμούς ..., ... και ... οικοπέδων του ως άνω διαγράμματος, τα οποία συνολικά έχουν έκταση άνω των 1.000 τετραγωνικών μέτρων (βλ. σχετ. τη με αριθμό κατάθεσης ... τεχνική έκθεση με το συνημμένο σε αυτή από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β. Π.). Εξάλλου, περί της μεγαλύτερης, εκ 3.000 και πλέον τετραγωνικών μέτρων, έκτασης του ακινήτου, σαφή απόδειξη παρέχει η νομίμως μεταγεγραμμένη (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, με την οποία ο πρώτος (1ος) των εναγόμενων και ήδη θανών Κ. Ρ. του Η. και ο ήδη θανών αδελφός αυτού Χ. Ρόμπας του Η., δικαιοπάροχος των τέταρτης (4ης), πέμπτης (5ης), έκτου (6ου) και έβδομου (7ου) των εναγόμενων, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομιά της μητέρας τους Φ. χήρας Η. Ρ., περιλαμβάνουσα ιδανικό μερίδιο τριών πέμπτων (3/5) του επιδίκου Α ακινήτου, και στην οποία (πράξη) οι ως άνω κληρονόμοι δηλώνουν ότι η κληρονομηθείσα οικοπεδική έκταση "μετά της επ' αυτής παλαιάς οικίας εις ην έκτασιν υπήρχον άλλοτε δύο ασβεστοκάμινοι.,.)}, έχει εμβαδόν τριών χιλιάδων (3.000) τετραγωνικών μέτρων. Δοθέντος δε ότι η ανωτέρω κληρονομούμενη Φ. χήρα Η. Ρ. είχε καταστεί συγκυρία του επιδίκου ακινήτου με τον ίδιο τίτλο (... συμβόλαιο πώλησης) με τον οποίο είχε καταστεί τέτοια και η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. Π., καθίσταται προφανές ότι και οι εναγόμενοι, ήδη από το 1970, αναγνώριζαν ότι η έκταση του επιδίκου Α ακινήτου ανέρχεται σε 3.000 τετραγωνικά μέτρα περίπου. Ενόψει των ανωτέρω, το επικουρικό αίτημα των 1 ου, 22ου και 23ης των εναγομένων, για διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης επί της εκτάσεως του επιδίκου Α ακινήτου, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, διότι το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση ως προς αυτό από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων. Επίσης, η συμβολαιογραφική αυτή δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των Κ. και Χ. Ρ. καθιστά ουσιαστικά αβάσιμο και τον έτερο ισχυρισμό των εναγομένων, με τον οποίο διατείνονται ότι η πλέον των 500 τετραγωνικών μέτρων έκταση (2.500 τ.μ.) αποτελούσε αυτοτελές ακίνητο, ανήκον κατά συγκυριότητα εκ χρησικτησίας στους ως άνω κληρονόμους και στην κληρονομούμενη μητέρα τους Φ. χήρα Η. Ρ., αφού σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε οι εν λόγω κληρονόμοι με την ως άνω δήλωσή τους να αποδεχθούν κληρονομιά της μητέρας τους επί δύο αυτοτελών ακινήτων και όχι επί ενός, όπως πράγματι αποδέχθηκαν. Με την εν λόγω συμβολαιογραφική αποδοχή κληρονομιάς οι Κ. και Χ. Ρ. του Η.. κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρία ιδανικού μεριδίου (3/5) του επιδίκου Α ακινήτου. Οι εν λόγω συγκύριοι και η ήδη αποβιώσασα σύζυγος του πρώτου εξ αυτών Μ. σύζυγος Κ. Ρ. (2η εναγόμενη), η οποία είχε ήδη καταστεί συγκυρία του επιδίκου Α ακινήτου κατά ιδανικό μερίδιο ενός πέμπτου (1/5) με αγορά από τον προηγούμενο συγκύριο αυτού Θ. Μ. του Δ. δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, προέβησαν με το νομίμως μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου σε διανομή του επιδίκου Α ακινήτου. Δυνάμει αυτής (διανομής) διαίρεσαν το ακίνητο σε δύο τμήματα, ήτοι ένα τμήμα που καταλάμβανε το βορειοδυτικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 1.500 τετραγωνικών μέτρων περίπου, το οποίο άφησαν κοινό και ένα τμήμα που καταλάμβανε το νοτιοανατολικό τμήμα του μείζονος ακινήτου, εμβαδού 1.542 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτό ορίζεται με τα στοιχεία ... στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο διανομής από Απριλίου 1967 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Β., το οποίο στη συνέχεια διαίρεσαν σε έξι (6) οικόπεδα και έλαβαν ο μεν Χ. Ρ. τρία (3) οικόπεδα εμβαδού α) 260, β) 224,20 και γ) 216 τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα, οι δε Κ. και Μ. Ρ. έλαβαν, κατά ποσοστό δύο τρίτα (2/3) ο πρώτος και ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου η δεύτερη, τρία (3) οικόπεδα εμβαδού δ) 249,50, ε) 310,80 και στ) 282,40 τετραγωνικών μέτρων αντίστοιχα, όπως τα τμήματα αυτά και τα επιμέρους οικόπεδα περιγράφονται στο ανωτέρω συμβόλαιο διανομής και στο προσηρτημένο σε αυτό τοπογραφικό διάγραμμα. Στη συμβολαιογραφική αυτή (...) πράξη διανομής, οι Κ. και Χ. Ρ. του Η.. δήλωσαν ότι έχουν καταστεί κατ' ισομοιρία συγκύριοι, πέραν του κληρονομηθέντος από τη μητέρα τους Φ. χήρα Η. Ρ. ιδανικού μεριδίου των τριών πέμπτων (3/5), και του λοιπού ιδανικού μεριδίου του ενός πέμπτου (1/5) του επιδίκου ακινήτου, αποκτήσαντες τούτο με έκτακτη χρησικτησία επί σαράντα έτη. Όμως, το ιδανικό μερίδιο αυτό (1/5), που κατά τα προαναφερθέντα, είχε αποκτηθεί με αγορά από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Κ. Π. δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου πώλησης, ήταν μεν κατά τα προαναφερόμενα, ως εχθρική περιουσία, δεκτικό χρησικτησίας από τρίτους μη εχθρούς, πλην όμως οι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι κατά τα 3/5 του ακινήτου Κ. και Χ. Ρ. δεν κατέστησαν συγκύριοι και του επ' αυτού ιδανικού μεριδίου (1/5) της Κ. Π. με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι γνωστοποίησαν στη συγκυρία Κ. Π. σε κάποιο χρονικό σημείο, είτε πριν από τη σύνταξη του εν λόγω συμβολαίου διανομής, είτε μετά από αυτό και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, τη βούλησή τους να νέμονται εφεξής τούτο αποκλειστικά για λογαριασμό τους και συνεπώς το ιδανικό μερίδιο αυτό παρέμενε κατά συγκυριότητα στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Κ. Π.. Ούτε, επίσης, το εν λόγω με αριθμό ... συμβόλαιο διανομής μπορούσε να προσπορίσει σε αυτούς κυριότητα επί του ιδανικού αυτού μεριδίου (1/5), αφού ο συμβολαιογραφικός αυτός τίτλος, κατά το μέρος που αφορούσε το "εχθρικό" ιδανικό μερίδιο της Κ. Πόνο, ήταν κατά τα προαναφερόμενα άκυρος. Ομοίως και η 2η των εναγόμενων, Μ. σύζυγος Κ. Ρ., συγκυρία του επιδίκου Α ακινήτου κατά ιδανικό μερίδιο 1/5, δεν κατέστη με το ως άνω με αριθμό ... συμβόλαιο διανομής συγκυρία των ως άνω υπό στοιχεία δ), ε) και στ) οικοπέδων κατά το πλέον του μεριδίου της αυτού (1/5) ποσοστού, αφενός μεν επειδή κατά το πλεονάζον αυτό ποσοστό, που αποτελούσε το "εχθρικό" ιδανικό μερίδιο της Κ. Π., ο συμβολαιογραφικός αυτός τίτλος διανομής ήταν άκυρος και δεν μπορούσε να της προσπορίσει κυριότητα, αφετέρου δε επειδή αυτή ως εξ αδιαιρέτου συγκυρία του ακινήτου από το 1962 δεν μπορεί να αντιτάξει έναντι της τότε συγκυρίας Κ. Π. και μετέπειτα της δικαιοδόχου αυτής ενάγουσας τακτική ή έκτακτη χρησικτησία επί του ιδανικού αυτού μεριδίου (1/5 και 1/10 αντίστοιχα), αφού δεν αποδείχθηκε ότι εκδήλωσε προς αυτές την απόφασή της να νέμεται εφεξής το πλέον του μεριδίου της ποσοστό επί των οικοπέδων αυτών αποκλειστικά για τον εαυτό της. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. Π. πριν από τη μετανάστευσή της στην Αλβανία πώλησε σε αυτούς το ιδανικό της μερίδιο αντί τιμήματος 8.000 δραχμών και ποσοτήτων ανδρικών υφασμάτων και ότι μεταβίβασε τούτο άτυπα προς αυτούς σε αντάλλαγμα της διαμονής της άνευ μισθώματος στην επί του Β ακινήτου υπάρχουσα τότε οικία, που της παρείχαν οι εναγόμενοι, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι, καθόσον οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν μάρτυρες και δεν προσκόμισαν τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία (π.χ. επιστολές) και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, για τον ίδιο λόγο δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής(κατεδάφιση ασβεστοκαμίνων, ανέγερση λιθόκτιστων κατοικιών) των 1ου και 2ης των εναγόμενων ως και του δικαιοπαρόχου των 4ης έως και 7ου εξ αυτών, Χ. Ρ., επί του επιδίκου ακινήτου παρά μόνο το πρώτον με τη σύναψη των προαναφερόμενων με αριθμούς 22085 και ... συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς και διανομής του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, τα οποία, όμως, όπως προελέγχθη δεν προσπόρισαν σε αυτούς κυριότητα επί του επιδίκου ιδανικού μεριδίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκ των ανωτέρω συγκυριών Χ. Ρ. του Η., με το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, μεταβίβασε λόγω προίκας στον γαμπρό του Σ. Μ. του Β. (24ο των εναγομένων) και στη σύζυγο αυτού και θυγατέρα Φ. Ρ. (4η των εναγομένων) τα υπό στοιχεία α) και γ) ως άνω οικόπεδα, εμβαδού 260 και 216 τετραγωνικών μέτρων, που κατά τα προαναφερόμενα είχε λάβει από τη διανομή του επιδίκου A ακινήτου (... συμβόλαιο) και συγκεκριμένα το μεν πρώτο οικόπεδο κατά πλήρη κυριότητα στον ως άνω Σ. Μ., το δε δεύτερο εξ αυτών κατά ψιλή κυριότητα στην τέταρτη των εναγομένων θυγατέρα Φ. Ρ. και κατ' επικαρπία στο σύζυγο αυτής Σ. Μ.. Ο τελευταίος, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Γάγαλη-Μόσιαλου μεταβίβασε λόγω πώλησης την κυριότητα του πρώτου εκ των ανωτέρω οικοπέδων, εμβαδού 260 τ.μ" κατ' ισομοιρία στους 20° και 21° των εναγομένων, αδελφούς Ε. και Ι. Μ. του Γ.. Οι τελευταίοι, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Γάγαλη-Μόσιαλου, απέκτησαν επίσης κατά κυριότητα με αγορά από τους 1° και 2η των εναγομένων Κ. Ρ. του Η. και Μ. σύζυγο Κ. Ρ. το υπό στοιχείο δ) ως άνω οικόπεδο, εμβαδού 249,50 τ.μ., που κατά τα προαναφερόμενα αυτοί είχαν λάβει από τη διανομή του επιδίκου Α ακινήτου (... συμβόλαιο). Στη συνέχεια οι 20ος και 21ος των εναγόμενων Ε. και Ι. Μ. του Γ., προέβησαν στη συνένωση των ανωτέρω αγορασθέντων δύο οικοπέδων και με τη νόμιμα μεταγραφείσα (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... πράξη του συμβολαιογράφου Τρικάλων Αποστόλου Μάντζαρη, όπως αυτή μεταγενέστερα τροποποιήθηκε, συνέστησαν επί του ενιαίου πλέον οικοπέδου, εμβαδού 509,50 τ.μ., αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες μέλλουσας να ανεγερθεί πολυκατοικίας τεσσάρων ορόφων, την οποία τελικά ανήγειραν κατά τα έτη 1976-1977, νεμηθέντες έκτοτε με καλή πίστη, χωρίς να ενοχληθούν μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (1990) από κανένα, τις αυτοτελείς ιδιοκτησίες που περιήλθαν στην κατοχή εκάστου εξ αυτών με το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Όμως, οι 20ος και 21ος των εναγομένων δεν είχαν καταστεί παραγώγως με τους ανωτέρω τίτλους κτήσης (... και ... συμβόλαια πώλησης) συγκύριοι και του ανήκοντας κατά κυριότητα στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Κ. Π. ιδανικού μεριδίου του ενός πέμπτου (1/5) επί του ενιαίου πλέον οικοπέδου των 509,50 τ.μ., αφού τα συμβόλαια αυτά, ως προς το εχθρικό αυτό ιδανικό μερίδιο, ήταν άκυρα και δεν μπορούσαν να τους προσπορίσουν κυριότητα, επιπλέον δε κατά τους χρόνους μεταγραφής των μεταβιβαστικών αυτών συμβολαίων οι μεταβιβάζοντες, αφενός Κ. και Μ. Ρ. και αφετέρου Σ. Μ., ειδικός διάδοχος του Χ. Ρ., δεν είχαν καταστεί με παραγωγό ή με πρωτότυπό τρόπο συγκύριοι του μεριδίου αυτού, το οποίο παρέμενε στην κυριότητα της Κ. Π., οι μεν δύο πρώτοι για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, ο δε τελευταίος (Σ. Μ.) επειδή ο μεταβιβάσας σε αυτόν Χ. Ρ. δεν ήταν, κατά τα προαναφερόμενα, συγκύριος του μεταβιβασθέντος επιδίκου μεριδίου, ούτε στο πρόσωπό του είχε συμπληρωθεί ο χρόνος νομής χρησικτησίας. Τα συμβόλαια πώλησης, όμως, αυτά (... και ...), εφόσον οι 20ος και 21ος των εναγομένων, όχι από βαριά αμέλειά τους, αγνοούσαν την ιδιότητα του επιδίκου πωληθέντος ιδανικού μεριδίου (1/5) ως εχθρικής περιουσίας, αφού ως τέτοια, άλλωστε, δεν είχε καταγραφεί σε δημόσια βιβλία, αλλά και την επ' αυτού έλλειψη κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους, αφού οι τελευταίοι στα δημόσια βιβλία αλλά και στα εν λόγω συμβόλαια φέρονταν να έχουν αποκτήσει με νόμιμο τρόπο την κυριότητα των πωληθέντων οικοπέδων και ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί αν στο πρόσωπο αυτών είχαν συντρέξει νομίμως οι προϋποθέσεις κτήσης του ιδανικού αυτού μεριδίου δια χρησικτησίας (γνωστοποίηση σε συγκύριο) και επομένως δικαιολογημένα πίστευαν στο κύρος των τίτλων τους και δη στο ότι με αυτούς απέκτησαν την κυριότητα ολόκληρων των πωληθέντων οικοπέδων, αποτέλεσαν νόμιμους τίτλους και συνεπώς αυτοί (20ος και 21ος των εναγομένων), νεμηθέντες το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 509,50 τ.μ. (τμήμα του ακινήτου Α) με τους τίτλους αυτούς με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τις 8.5.1973 (χρόνος μεταγραφής των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων), κατέστησαν με τη συμπλήρωση δέκα ετών νομής αυτοτελώς στο πρόσωπό τους, ήτοι από τις 10.5.1983, συγκύριοι κατ' ισομοιρία αυτού με τακτική χρησικτησία και επομένως και του επ' αυτού ιδανικού μεριδίου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Στις 18 Οκτωβρίου 1974 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο εκ των ανωτέρω συγκυριών του ακινήτου Α Χ. Ρ. του Η. και η περιουσία του επ' αυτού, ήτοι ένα οικόπεδο 224,20 τ.μ. και ιδανικό μερίδιο ενός πέμπτου (1/5) επί κοινού οικοπέδου, εμβαδού 1.500 περίπου τετραγωνικών μέτρων (βορειοδυτικό τμήμα του ακινήτου Α), περιήλθε με την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή στους κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Γ. χήρα Χ. Ρ. (3η των αρχικώς εναγομένων ως προς την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφό της αγωγής) και τα τέκνα του Β. Ρ. (5η των εναγομένων), Η. Ρ. (6ο των εναγομένων) και Α. Ρ. (7ο των εναγομένων) και δη κατά ποσοστό ένα τέταρτο (1/4) σε καθένα εξ αυτών, οι οποίοι την αποδέχθηκαν με την με αριθμό 33917/9.5.197 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα ως άνω δημόσια βιβλία στον τόμο ... και με αριθμό .... Στη συμβολαιογραφική πράξη αυτή συνεβλήθη και η 4η των εναγομένων, Φ. θυγατέρα Χ. Ρ., η οποία ρητά παραιτήθηκε της κληρονομιάς του πατέρα της. Την ίδια ημέρα με το νομίμως μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου οι εκ των ανωτέρω συγκληρονόμων Γ. χήρα Χ. Ρ. και Β. Ρ. του Χ. (5η εναγόμενη) μεταβίβασαν δια δωρεάς εν ζωή τα κληρονομικά τους μερίδια επί του κληρονομηθέντος οικοπέδου, εμβαδού 224,20 τετραγωνικών μέτρων, στους λοιπούς συγκληρονόμους Η. και Α. Ρ. του Χ. (6ο και 7ο των εναγομένων αντίστοιχα), καθισταμένων έτσι των τελευταίων συγκληρονόμων του οικοπέδου αυτού κατ' ιδανικό μερίδιο ενός δευτέρου (1/2) έκαστος. Οι συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και δωρεά εν ζωή) δεν προσπόρισαν παραγώγως στους ως άνω κληρονόμους του Χ. Ρ. την κυριότητα και του ανήκοντας στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Κ. Π. ιδανικού μεριδίου (1/5) επί των κληρονομηθέντων ακινήτων (τμημάτων του επιδίκου Α ακινήτου), αφενός μεν επειδή οι δικαιοπραξίες αυτές, κατά το μέρος που αφορούσαν το "εχθρικό" αυτό ιδανικό μερίδιο, ήταν άκυρες, αφετέρου δε επειδή ο κληρονομούμενος Χ. Ρ. δεν είχε, κατά τα προπαρατιθέμενα, καταστεί συγκύριος και του ιδανικού μεριδίου αυτού με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο. Όμως, ενόψει του ότι οι ως άνω κληρονόμοι του Χ. Ρ. αμέσως μετά το θάνατο αυτού κατέλαβαν την κληρονομιαία περιουσία νομίζοντες εαυτούς κληρονόμους και εφόσον, όχι από βαριά αμέλειά τους, αγνοούσαν την ιδιότητα του επιδίκου κληρονομηθέντος ιδανικού μεριδίου (1/5) ως εχθρικής περιουσίας, αφού ως τέτοια, άλλωστε, δεν είχε καταγραφεί σε δημόσια βιβλία, αλλά και την επ' αυτού έλλειψη κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Χ. Ρ., αφού ο τελευταίος στα δημόσια βιβλία εφέρετο να έχει αποκτήσει με νόμιμο τρόπο συγκυριότητα επί των κληρονομηθέντων ακινήτων και ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατό να ελεγχθεί αν στο πρόσωπο αυτού είχαν συντρέξει νομίμως οι προϋποθέσεις κτήσης του ιδανικού αυτού μεριδίου δια χρησικτησίας (γνωστοποίηση σε συγκύριο) και επομένως δικαιολογημένα πίστευαν στο κύρος των τίτλων τους και δη στο ότι με αυτούς απέκτησαν συγκυριότητα επί των κληρονομηθέντων ακινήτων, οι συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις (δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και δωρεά εν ζωή) αποτέλεσαν νόμιμους τίτλους και συνεπώς αυτοί (5η, 6ος και 7ος των εναγομένων), νεμηθέντες τα ως άνω κληρονομηθέντα ακίνητα (αυτοτελή τμήματα του επιδίκου Α ακινήτου) με τους τίτλους αυτούς με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από τις 18.10.1974 (χρόνος θανάτου του κληρονομούμενου λόγω της αναδρομικής δύναμης της μεταγραφής κατ' άρθρο 1199 ΑΚ, ΑΠ 1521/1980 ΝοΒ -29.867), κατέστησαν με τη συμπλήρωση δέκα ετών νομής (οι 6ος, 7ος των εναγομένων και με προσαύξηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους δωρητών Γεωργίας Ρόμπα και 5ης των εναγομένων), ήτοι από τις 20.10.1984, συγκύριοι αυτών κατά τα κληρονομικά τους μερίδια με τακτική χρησικτησία και επομένως και του επ' αυτών ιδανικού μεριδίου της Κ. Π. και ήδη τότε κατά το ήμισυ της ενάγουσας. Με τον ίδιο τρόπο, ήτοι με τακτική χρησικτησία και για τους προαναφερομένους λόγους, η τέταρτη (4η) των εναγομένων Φ. θυγατέρα Χ. Ρ., σύζυγος Σ. Μ., νεμηθείσα από τις 13.11.1970 (χρόνος μεταγραφής του συμβολαίου) το ως άνω υπό στοιχείο γ) οικόπεδο, εμβαδού 216 τ.μ. (αυτοτελές τμήμα του Α ακινήτου), με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το νόμιμα μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, δυνάμει του οποίου είχε λάβει τούτο ως προίκα από τον πατέρα της Χ. Ρ. του Η., απέκτησε τούτο κατά μεν τη ψιλή κυριότητα με τη συμπλήρωση δέκα ετών νομής στο πρόσωπό της, ήτοι από τις 15.11.1980, κατά δε την πλήρη κυριότητα αυτοδικαίως από την έναρξη ισχύος (18.02.1983) του άρθρου 56 του ν. 1329/1983 και επομένως και του επ' αυτού ιδανικού μεριδίου της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ. Π.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι Κ. Ρ. (1ος), Μ. σύζυγος Κ. Ρ. (2η), Γ. χήρα Χ. Ρ., Β., Η. και Α. Ρ. του Χ. (5η, 6ος και 7ος αντίστοιχα) με το νομίμως μεταγεγραμμένο (τόμος ..., αριθμός ...) με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Γάγαλη - Μόσιαλου μεταβίβασαν λόγω πώλησης στους 22ο και 23ο των εναγομένων Α. και Μ. Μ. του Α., εκπροσωπούμενων τότε λόγω ανηλικότητας από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτών γονείς τους, ένα οικόπεδο, εμβαδού 673,31 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο αποτελεί αυτοτελές τμήμα του προκύψαντος από τη διανομή του έτους 1970 (... συμβόλαιο) κοινού, εμβαδού 1.500 περίπου τ.μ., βορειοδυτικού τμήματος του επιδίκου Α ακινήτου, βρίσκεται στην προαναφερόμενη θέση (...) και συνορεύει ανατολικά με πολυκατοικία των 20ου και 21ου των εναγομένων Ε. και Ι. Μ. και με ιδιοκτησία των 1ου και 2ης των εναγομένων, Κ. και Μ. Ρ., νότια με ιδιοκτησίες Κ. και Μ. Ρ., κληρονόμων Χ. Ρ. και με ανώνυμη υπό διάνοιξη δημοτική οδό, δυτικά με την ανώνυμη υπό διάνοιξη δημοτική οδό και βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. και Μ. Ρ. και κληρονόμων Χ. Ρ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ... στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από Ιανουάριου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Μ.. Όμως, οι 22ος και 23η των εναγομένων δεν απέκτησαν με το συμβόλαιο πώλησης αυτό παραγώγως την κυριότητα και του ιδανικού μεριδίου(1/10), ήδη κατά το ήμισυ (1/20) της ενάγουσας και άλλοτε της δικαιοπαρόχου της Κ. Π. επί του πωληθέντος οικοπέδου, αφού ο μεταβιβάσας το ιδανικό μερίδιο αυτό (1/10) Κ. Ρ. (1ος εναγόμενος) δεν είχε κατά τα προπαρατιθέμενα καταστεί κύριος του εχθρικού αυτού ιδανικού μεριδίου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο. Αλλά ούτε και με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία απέκτησαν οι 22ος και 23η εναγομένων το εν λόγω ιδανικό μερίδιο, αφού από την κτήση της νομής του οικοπέδου (2.2.1988) μέχρι την επίδοση σ'αυτούς της υπό κρίση αγωγής (12.7.1990) δεν είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο τους δεκαετής ή εικοσαετής επ'αυτού νομή χρησικτησίας και δεδομένου ότι αναφορικά μεν με την τακτική χρησικτησία, δεν μπορεί να προσμετρηθεί στο δικό τους χρόνο νομής ο χρόνος νομής του δικαιοπαρόχου τους Κ. Ρ., αφού τούτος ως εξ αδιαιρέτου συγκύριος του ακινήτου γνώριζε την ύπαρξη του δικαιώματος συγκυριότητας της Κ. Π. και συνεπώς δεν ήταν καλής πίστεως νομέας, αναφορικά δε με την έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από την έναρξη του προσμετρουμένου χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου των Κ. Ρ., ήτοι τη σύνταξη της με αριθμό ... πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλείου Μπακάση, μέχρι την επίδοση σε αυτούς της αγωγής (12.7.1990) δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία. Σημειώνεται ότι επί του ημίσεως (1/10) του ιδανικού μεριδίου της Κ. Π. επί του οικοπέδου αυτού είχε καταλυθεί η κυριότητα αυτής και είχε κτηθεί κατά τα προαναφερόμενα από τους κληρονόμους του Χ. Ρ. με τακτική χρησικτησία. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους τέταρτη (4η), πέμπτη (5η), έκτο (6ο), έβδομο (7ο), όγδοο (8°), ένατο (9°), δέκατο (10°), ενδέκατη (11η), δέκατο τέταρτο (14°), δέκατο πέμπτο (15°), δέκατο έκτο (16°), δέκατη έβδομη (17η), δέκατο ένατο (19°), εικοστό (20°), εικοστό πρώτο (21°) και εικοστό τέταρτο (24ο) των εναγομένων, να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή ως προς τους πρώτο (1 °), δεύτερη (2η) (στη θέση των οποίων έχουν υπεισέλθει οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι τους), εικοστό δεύτερο (22°) και (23η) των εναγομένων και να αναγνωρισθεί η ενάγουσα συγκυρία, έναντι αυτών και ειδικότερα, 1) έναντι του πρώτου εναγόμενου κατά ιδανικό μερίδιο ενός εικοστού (1/20) επί ενός οικοπέδου, εμβαδού 800 τετραγωνικών μέτρων περίπου, το οποίο αποτελεί, μετά την πώληση αυτοτελούς οικοπέδου 673,31 τ.μ. στους 22° και 23η των εναγομένων αδελφούς Μ., το εναπομείναν τμήμα του προκύψαντος από τη διανομή του έτους 1970 (... συμβόλαιο) κοινού, βορειοδυτικού τμήματος, εμβαδού 1.500 περίπου τ.μ., του επιδίκου Α ακινήτου, 2) έναντι του 22ου και της 23ης των εναγομένων κατά ιδανικό μερίδιο ενός εικοστού (1/20) επί του πωληθέντος σ' αυτούς ακινήτου, εμβαδού 673,31 τ.μ. και 3) έναντι του 1ου και 2ης των εναγομένων κατά ιδανικό μερίδιο ενός δεκάτου (1/10) επί των δύο οικοπέδων, εμβαδού 310,80 τ.μ. και 282,40 τ.μ. αντίστοιχα, κτηθέντων δια της διανομής του έτους 1970 (... συμβόλαιο) από τους 1ο και 2η των αρχικώς εναγομένων Κ. και Μ. Ρ.". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις εκατέρωθεν εφέσεις κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει δεκτή η αναγνωριστική (συγ)κυριότητας αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας επί των περιγραφόμενων ακινήτων κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα ποσοστά ως προς τους πρώτο(1 °), δεύτερη (2η), εικοστό δεύτερο (22°) και (23η) των εναγομένων, ενώ απορρίφθηκε ως προς τους τέταρτη (4η), πέμπτη (5η), έκτο (6ο), έβδομο (7ο), όγδοο (8°), ένατο (9°), δέκατο (10°), ενδέκατη (11η), δέκατο τέταρτο (14°), δέκατο πέμπτο (15°), δέκατο έκτο (16°), δέκατη έβδομη (17η), δέκατο ένατο (19°), εικοστό (20°), εικοστό πρώτο (21°) και εικοστό τέταρτο (24ο) εξ αυτών κατ' ουσιαστική αποδοχή της προταθείσας από αυτούς, ένστασης ιδίας κυριότητος με τακτική χρησικτησία. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1044 του ΑΚ αναφορικά με την κτήση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου από τους εν λόγω εναγόμενους αναιρεσίβλητους με τακτική χρησικτησία και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπό τους, και την εντεύθεν αποδοχή της σχετικής ένστασης τους. Ωστόσο, έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Εξάλλου οι ως άνω επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με την οποία υπό την επίκληση της παράβασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου. Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Στο άρθρο 1 του ΑΝ 2636/1940 "Περί δικαιοπραξιών εχθρών και μεσεγγυήσεως εχθρικών περιουσιών" ορίζεται ότι "Εχθροί υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρούνται α) τα Κράτη άτινα δια Β. Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Προέδρου της Κυβερνήσεως, του Υπουργού των Εξωτερικών και του Υπουργού των Οικονομικών ορίζονται εκάστοτε ως εχθρικά υπό την έννοιαν του παρόντος Νόμου ..., β) Τα φυσικά πρόσωπα, άτινα κέκτηνται την ιθαγένειαν των κατά την περίπτωσιν α εχθρικών Κρατών ή έχουσι κατοικίαν ή μόνιμον διαμονήν εν αυτοίς γ...". Στο άρθρο 6 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Αι εν Ελλάδι εχθρικαί περιουσίαι τίθενται υπό μεσεγγύησιν από της θέσεως εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου, απαγορεύεται δε και είναι άκυρος πάσα διάθεσις των περιουσιών τούτων παρά του εχθρού δικαιούχου ή παρά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου". Στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "1. Διαχειρισταί των υπό μεσεγγύησιν εχθρικών περιουσιών είναι εκ του Νόμου οι Οικονομικοί Έφοροι της περιφέρειας εν η κείται έκαστον περιουσιακόν στοιχείον. 2. Όπου εδρεύουσι πλείονες Οικονομικοί Έφοροι ο διαχειριστής ορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών μεταξύ αυτών. 3. Δι' αποφάσεως του αυτού Υπουργού επιτρέπεται να ορίζονται διαχειρισταί αντί του Οικονομικού Εφόρου άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι ή ιδιώται, εάν η υπό του Οικονομικού Εφόρου άσκησις της διαχειρίσεως είναι δυσχερής". Τέλος, στο άρθρο 13 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "1. Οι διαχειρισταί έχουσι καθήκον την ανεύρεσιν, καταγραφήν, συντήρησιν και την κατά τον συνήθη προορισμόν εκμετάλλευσιν των μεσεγγυηθεισών περιουσιών, λαμβάνοντες τα προς τούτο αναγκαία παντός είδους μέτρα, την επιδίωξιν της ικανοποιήσεως των μεσεγγυημένων απαιτήσεων, ως και την ικανοποίησιν των κατά του κυρίου της μεσεγγυηθείσης περιουσίας δικαιωμάτων τρίτων. Οι διαχειρισταί επιλαμβάνονται άμα τη θέσει εν εφαρμογή του παρόντος Νόμου ή άμα τω διορισμώ των της κατοχής της υπό μεσεγγύησιν εχθρικής περιουσίας. 2. Οι διαχειρισταί εκπροσωπούσι πλήρως, δικαστικώς και εξωδίκως, τον κύριον της υπό μεσεγγύησιν περιουσίας εντός των ορίων των κατά την παρ. 1 καθηκόντων των, προς τούτους δε και μόνους κοινοποιούνται υποχρεωτικώς πάντα τα την περιουσίαν του κυρίου αφορώντα δικαστικά ή εξώδικα έγγραφα πάσης φύσεως. 3. Τα της διαχειρίσεως των υπό μεσεγγύησιν περιουσιών, ο τρόπος της τηρήσεως των σχετικών βιβλίων και η λογοδοσία των διαχειριστών κανονίζονται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευόμενων εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως". Περαιτέρω, με το ΒΔ της 10/10.11.1940, που ίσχυσε αναδρομικώς από της 28.10.1940, ορίστηκε ότι μεταξύ των προσώπων που χαρακτηρίζονται ως "εχθρός" κατά τις διατάξεις του παραπάνω α.ν. περιλαμβάνονται και τα πρόσωπα που έχουν ιθαγένεια αλβανική ή έχουν την κατοικία τους ή τη μόνιμη διαμονή τους στην Αλβανία. Επίσης, με το άρθρο 1 του ν. 4506/1966 "Περί απαγορεύσεως άνευ ειδικής αδείας, δικαιοπραξιών αφορωσών τας εν Ελλάδι περιουσίας των εν Αλβανία Ελλήνων το γένος" ορίζεται ότι "Απαγορεύεται η σύναψις συμβάσεων εχουσών ως αντικείμενον την σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν ή κατάργησιν εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κειμένων εν Ελλάδι και ανηκόντων εις Έλληνας το γένος Αλβανούς υπηκόους διαμένοντας εν Αλβανία ή προσυμφώνων δι' ων αναλαμβάνεται υποχρέωσις προς σύναψιν των ανωτέρω συμβάσεων". Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι "εχθρικές" περιουσίες που έχουν τεθεί υπό μεσεγγύηση αυτοδικαίως από την έναρξη της ισχύος του α.ν. 2636/1940, δηλαδή χωρίς να απαιτείται η έκδοση διοικητικής ή δικαστικής πράξης, απαγορεύεται να διατεθούν από τον "εχθρό" δικαιούχο (άρθρο 6 του νόμου αυτού). Δεν καθίστανται, όμως, ανεπίδεκτες χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, κατά τη διάρκεια της μεσεγγύησής τους, εκ μέρους τρίτων μη εχθρών. Τούτο δε διότι ανεπίδεκτα χρησικτησίας είναι, κατά το άρθρο 1054 ΑΚ, μόνο τα εκτός συναλλαγής πράγματα, ενώ, αντιθέτως, τα πράγματα των οποίων απαγορεύεται από το νόμο η διάθεση (άρθρο 175 ΑΚ), μεταξύ των οποίων και οι "εχθρικές περιουσίες" από τον "εχθρό" δικαιούχο, δεν είναι καταρχήν ανεπίδεκτα χρησικτησίας, εκτός αν προκύπτει άμεσα ή έμμεσα το αντίθετο από τη διάταξη που θεσπίζει την απαγόρευση διαθέσεως. Όμως, από καμιά διάταξη του ως άνω α.ν. 2636/1940, αλλά και των μεταγενεστέρων, που τροποποίησαν και συμπλήρωσαν αυτήν, δεν προκύπτει ότι η θέση υπό μεσεγγύηση "εχθρικής περιουσίας" συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασής της στο χρόνο έναρξης της μεσεγγύησης, ούτε καθιστά τα δικαιώματα του "εχθρού" επί των στοιχείων της "εχθρικής περιουσίας" απαράγραπτα και τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν κινητά ή ακίνητα πράγματα οιονεί εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΟλΑΠ 5/2006). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης της κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚπολΔ ισχυρίζεται ότι το διεκδικούμενο μερίδιό της στα επίδικα ακίνητα αποτελεί "εχθρική περιουσία", η οποία τελεί υπό τη μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και δεν υπόκειται σε χρησικτησία και επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ένσταση των προαναφερθέντων εναγομένων αναιρεσιβλήτων περί κτήσεως ιδίας κυριότητας δια τακτικής χρησικτησίας, εσφαλμένα εφάρμοσε και παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επίσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς αποτροπή δεδικασμένου (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με τον πέμπτο λόγο της αίτησης της, ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται, ότι, κατά το μέρος που η εκκαλουμένη δέχεται την αγωγή της, με εσφαλμένη εφαρμογή και παραβιάζοντας τις ίδιες ως άνω διατάξεις, απέρριψε τις ενστάσεις (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας του 1ου, 2ης, 22ου και 23ης των εναγομένων, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις τους, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει ως μη νόμιμες, με την αιτιολογία ότι τα επίμαχα μερίδια ως υποκείμενα στη μεσεγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν εξηρημένα από τη χρησικτησία. Ωστόσο, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η θέση υπό μεσεγγύηση της λεγόμενης "εχθρικής περιουσίας" δεν συνεπάγεται απολίθωση της νομικής κατάστασης στο χρόνο έναρξης της μεσεγγύησης και επομένως, τα ακίνητα αυτά υπόκεινται σε χρησικτησία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ανωτέρω, ορθώς εφάρμοσε και δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Καθόσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο επειδή δεν εφάρμοσε, κατ' αναλογία δικαίου, τις διατάξεις των άρθρων 256, 1047 και 1055 Α.Κ., περί αναστολής της χρησικτησίας ή εξαίρεσης από αυτήν, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. ΙΙ. Επί της δευτέρας των ως άνω αιτήσεων. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Εξάλλου στις περιπτώσεις που οι επικαλούμενες στο αναιρετήριο πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν επιδρούν στο διατακτικό αυτής, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης τυγχάνουν αλυσιτελείς και κατ' ακολουθία απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (ΑΠ324 και 1231/2017). Στη προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο εκ του αρ. 8 λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο εναγόμενος αναιρεσείων πρότεινε έναντι της ασκηθείσας από την ενάγουσα αγωγής ένσταση καταχρηστικότητας, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ακολούθως στην ασκηθείσα από αυτόν έφεση δεν διελάμβανε παράπονο για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης του, αλλά στις κοινές προτάσεις, που υπέβαλε τόσον για την έφεση του, όσον και για την αντίθετη κατ'αυτού έφεση της ενάγουσας επανέφερε τον σχετικό ισχυρισμό του, τον οποίο το Εφετείο έκρινε ως απαραδέκτως προβληθέντα δια των προτάσεων λόγο έφεσης. Νυν ο αναιρεσείων παραπονείται επειδή ο ισχυρισμός του αυτός δεν λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της εναντίον του ασκηθείσας έφεσης από την ενάγουσα. Ωστόσο και δεδομένου ότι η έφεση αυτή ούτως ή άλλως απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, ο λόγος αυτός της αναίρεσης προβάλλεται άνευ εννόμου συμφέροντος και αλυσιτελώς, και ως εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σημειώνεται ότι με τον ίδιο πρώτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται, αντιφατικώς προς την προαναφερθείσα περίπτωση εκ του άρ. 8, και τις περιπτώσεις εκ των αρ. 14 και 19 του άρθρου 559 του ΚπολΔ, που εξάλλου δεν στοιχειοθετούνται με βάση τα υπ'αυτού εκτιθέμενα. Περαιτέρω απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναίρεσης και πάλι εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της αγωγής, δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος ρητά αναφέρει, η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη. Απορριπτέος, ως απαράδεκτος, όμως, είναι ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση του νόμου αναφορικά με την απόρριψη του παραπάνω περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού του, αφού πέραν του ότι είναι αντιφατικός με το πρώτο σκέλος, δεν διαλαμβάνει ως απαιτείται για το ορισμένο του, ενάριθμα τις φερόμενες, ως παραβιασθείσες, διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1022/2017, 357/2018). Προσέτι απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του νόμου αναφορικά τόσον με την αποδοχή των θεμελιούντων την αγωγή ισχυρισμών της ενάγουσας, όσον και με την απόρριψη των ισχυρισμών του περί κτήσης ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνει ως απαιτείται για το ορισμένο του, ούτε πλήρεις τις σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, αλλά ούτε και ενάριθμα τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 658/2019, 887/2019, 1022/2017, 357/2018). Τέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά κατ'αρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, επικαλούμενος συλλήβδην αμέλειες εκ των αρ. 8,9,10, 11 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει περιστατικά για την κατά τρόπο ορισμένο θεμελίωση τους. Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης εκ των εκατέρωθεν αιτήσεων αναιρέσεως προς έρευνα, αμφότερες οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αντιστοίχων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους εκατέρωθεν αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 12-12-2019 (αρ. κατ. 49/2019) και 19-12-2019 (αρ. κατ. 50/2019) αιτήσεις αναιρέσεως. Απορρίπτει την από 12-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 128/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και της υπ'αριθμ 91/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Απορρίπτει την από 19-12-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 128/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ