Αριθμός 1061/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά - Εισηγήτρια, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Δ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δανιήλ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 3957/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1102/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Όσον αφορά τον δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης , δεν είναι αναγκαία παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή( ΑΠ ΟΛ. 1/2005). Η επιβαλλόμενη κατά τα πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 133 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιοσδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφάλισης του Ι.Κ.Α. , ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται, το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του Α. Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο Ι.Κ.Α. μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί και επί επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, πρέπει να καταβάλλει αυτές στο τέλος Φεβρουαρίου και Ιουνίου, αντίστοιχα. Εν όψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967,απόφασης, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ι.Κ.Α., προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996), και αναφορά, επί περισσοτέρων φυσικών προσώπων, φερομένων ως εργοδοτών εκ της ασκήσεως επιχείρησης, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει, η θέση ενός εκάστου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και στη δεύτερη περίπτωση ποία η εταιρική μορφή της επιχείρησης και ποία η ιδιότητα και η θέση κάθε κατηγορουμένου στη τελευταία, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωση του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 1/1996, ΑΠ 293/2012, ΑΠ 954/2012, ΑΠ 52/2011). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των ως άνω δύο αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής, και δεν αποτελεί στοιχείο της θεμελίωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 1 παρ.1 και άρθρο 2 του Α.Ν. 86/1967. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημ/κείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3957/2012 απόφαση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και αλληλοσυμπληρώνονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι τυγχάνουν, ο μεν Γ. Δ. του Η., Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, ο Δ. Γ. του Γ. και ο Α. Θ. μέλη, της επιχείρησης με την επωνυμία Δ. ΑΝ. ΕΜΠ. ΤΕΧ. ΚΑΙ ΒΙΟΤ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΑΡΤ. και Α.Μ.Ε. ... ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΙΚΑ ΝΕΑΠΟΛΗΣ, είδος επιχείρησης ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΧΑΡΤΟΥ. Περαιτέρω προέκυψε ότι τα ως άνω μέλη της επιχείρησης Δ. Γ. του Γ. και ο Α. Θ., δεν ελάμβαναν αποφάσεις για την πορεία της επιχείρησης, πολύ δε περισσότερο δεν ευθύνονταν για την ασφάλιση των εργαζομένων σε αυτήν. Συγκεκριμένα ο μεν Δ. Γ. του Γ., υιός του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας, εισήχθη ως μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο τυπικά χωρίς να έχει καν προσωπική παρουσία στην επιχείρηση, όντας κάτοικος εξωτερικού. Ο δε Α. Θ. εκπροσωπούσε την εταιρία σε ορισμένες πράξεις, χωρίς όμως να έχει σχέση με τις οφειλές της εταιρίας και χωρίς να έχει δυνατότητα να προβαίνει σε πληρωμές για την εταιρία, ενώ δεν είχε συνεχή και ενεργή παρουσία στην επιχείρηση, ώστε να τον γνωρίζουν οι εργαζόμενοι ως τον εργοδότη τους. Ο δε Γ. Δ. του Η., ήταν ο εργοδότης για λογαριασμό του οποίου τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσέφεραν την εργασία τους. Ο δε Γ. Δ. του Η., ως εργοδότης, στη …, την 1-3-2008 έως 1-11-2008 και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/08 έως 09/08 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ, των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων, βάσει των ημερών απασχόλησης) ποσού 61.019,87 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλλε στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές και έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 30.509,93 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές. Στην ως άνω πράξη του δε ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια, αλλά λόγω οικονομικής καταστροφής η οποία τον ανάγκασε να κλείσει την επιχείρηση του. Στη συνέχεια δε με βάσει το σκεπτικό αυτό ο Κατηγορούμενος Γ. Δ. του Η., Κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "... Στη Θεσσαλονίκη την 1-3-2008 έως 1-11-2008 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης υε την επωνυμία Δ. ΑΝ. ΕΜΠ. ΤΕΧ. ΚΑΙ ΒΙΟΤ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΑΡΤ. και Α.Μ.Ε. ... ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΙΚΑ ΝΕΑΠΟΛΗΣ, είδος επιχείρησης ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΧΑΡΤΟΥ, και έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/08 έως 09/08 στην επιχείρηση του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 91.529,80 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό Α 80/09 ΠΕΕ στην οποία αναγράφονται (20) μισθωτοί με ύψος αποδοχών 207.738,99 ΕΥΡΩ συνολικά. 1 .Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών (και ποσό για το Ειδικό Λογ/σμό Δώρου Χριστουγέννων και Πάσχα των απασχοληθέντων οικοδόμων, βάσει των ημερών απασχόλησης ) ποσού 61.019,87 ευρώ δεν κατέβαλλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2.Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 30.509,93 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλλε σ'αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο έγιναν απαιτητές, κατέστησε δε γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση. - Με βάση αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 33319/2012 απόφαση του, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι τρεις αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίου έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 §1α, 27 §1, 94 ΠΚ, και των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 σε συνδυασμό με το άρθρο 375 §1 του ΠΚ, του άρθρου 31 ν.δ. 1160/1972, και άρθρου 20 Ν 272/99, του άρθρου 1 του ν. 362/1976 και 26 § 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε από τον Ν 2113/1952, όπως αντικ. με το άρθρο 13 του Ν 2972/2001,27§1 του ΑΝ 1846/51,όπως αντικ με το άρθρο 14 Ν 2972/2001 και 8§2 του Ν 4321/53,όπως αντικ. με το άρθρο7 Ν. 4469/65, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. -Ειδικότερα, αναφέρεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξηρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχολήσεως προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως των ανωτέρω πράξεων), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφαλίσεως που υπήγετο στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας υπό την επωνυμία "Δ. ΑΝ. ΕΜΠ. ΤΕΧ. ΚΑΙ ΒΙΟΤ. ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΑΡΤ. και Α.Μ.Ε.", αρμοδίου, για την πρόσληψη και ασφάλιση του προσωπικού της, που απασχολήθηκε κατά το από 01/8 έως 09/8/2008 χρονικό διάστημα με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, δεν ήταν δε απαραίτητο να προσδιορίζεται ειδικότερα, για την επάρκεια της αιτιολογίας, η συνδρομή του δόλου του κατηγορουμένου, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, εξυπακούεται δε η ύπαρξη του από την πραγμάτωση αυτών. Ως εκ τούτου η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Επίσης και οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, για έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με την απόρριψη των προβληθέντων απ' αυτόν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αυτοτελών ισχυρισμών, της ύπαρξης κατάστασης ανάγκης που ήρε τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως (άρθρο 25 ΠΚ), κατάστασης ανάγκης που ήρε τον καταλογισμό (άρθρο 32 ΠΚ), και της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων(άρθρου 84§2α', γ', ε' του ΠΚ), είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον προκύπτει σαφώς από τα πρακτικά της υπόθεσης ότι δεν προβλήθηκαν τέτοιοι ισχυρισμοί ,ώστε να υποχρεούται να απαντήσει το Δικαστήριο. -Επομένως, επειδή από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης κατ' ουσία, και να επιβληθούν τα εκ διακοσίων πενήντα (250) € δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών & Δικαιοσύνης) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25/9/2012 αίτηση του Γ. Δ. του Η., κατοίκου ..., για αναίρεση της 3957/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ