Αριθμός 1828 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. του Γ., συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Φωτέα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22523/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1785/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 11-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από την προσκομιζομένη από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. .../10-1-2013 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Θεσσαλονίκης .., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (22-4-2013) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή έχει επιδοθεί, με επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσιβλήτου, νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ). Επειδή, με την από 20-7-2007 αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο ήδη αναιρεσίβλητος, εζήτησε τη λύση του μεταξύ αυτού και της εναγόμενης ήδη αναιρεσειούσης γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού της εγγάμου σχέσεως από λόγους που αφορούν το πρόσωπο της τελευταίας, ώστε βασίμως η εξακολούθηση αυτής να είναι αφόρητη για τον ίδιο. Η εναγομένη με τις προτάσεις της εζήτησε την απόρριψη της αγωγής και άσκησε ανταγωγή με την οποία εζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ενάγοντος συζύγου της να της καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, συνεπεία των εις βάρος της παραπτωμάτων του, τα οποία συνιστούν αδικοπραξία και προκάλεσαν βαρεία προσβολή της προσωπικότητός της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απήγγειλε την λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, κατά παραδοχήν της αγωγής και της ανταγωγής, την οποία εξετίμησε εσφαλμένως ως περιέχουσα και αίτημα διαζεύξεως, ενώ απέρριψε αυτήν κατά το περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως κεφάλαιό της. Επί της ασκηθείσης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εφέσεως της εναγομένης εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως προς την αγωγή, την δέχθηκε δε ως προς την ανταγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του αντεναγομένου να καταβάλει νομιμοτόκως στην αντενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής της βλάβης το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ. Επειδή, κατά το άρθρο 400 αριθ. 3 του Κ.Πολ.Δ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορούν να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως συμφέρον θεωρείται αυτό που εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης και αποτελεί αναγκαία συνέπεια αυτής. Η κρίση του δικαστηρίου περί του αν ο μάρτυρας είναι ή δεν είναι εξαιρετέος ως εξαρτών ή μη συμφέρον εκ της δίκης απόκειται στην κυριαρχική και αναιρετικώς ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, αφού πρόκειται για κρίση απορρέουσα από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (Α.Π.99/2011, 857/2010, 847/2009, 448/2008). Περαιτέρω, από την ίδια, ως άνω, διάταξη του άρθρου 400 αριθ. 3, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 403 παρ. 2, 4, 5 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο λόγος εξαιρέσεως μάρτυρος , διότι έχει συμφέρον από τη δίκη, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προβάλλεται κατ` ένσταση του αντιδίκου του διαδίκου που προτείνει το μάρτυρα προς εξέταση, πριν από την όρκισή του. Μετά δε την περάτωση της εξετάσεως του εν λόγω μάρτυρος , η ένσταση εξαιρέσεώς του μπορεί να προταθεί μόνο κατά την επακολουθούσα συζήτηση της υποθέσεως , εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως (Α.Π. 992/2012). Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο αποτελούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 398, 409 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. β' του ιδίου Κώδικος, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου, συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγουμένη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται , προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη, για την οποία έχουν δοθεί (ΑΠ 343/2000, ΑΠ 700/1997). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι και οι μάρτυρες που βεβαιώνουν ενόρκως εξαιρούνται, όταν έχουν συμφέρον από τη δίκη, η δε πρόταση για την εξαίρεσή τους από τον αντίδικο του προτείνοντος την εξέταση αυτών πρέπει να γίνεται πριν από την όρκισή τους (Α.Π.1867/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ.8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, όχι όμως απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012, 163/2012). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς της μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι απέρριψε σιωπηρώς την προβληθείσα δια των προτάσεών της ένσταση εξαιρέσεως της ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, βεβαιωσάσης, Α. Μ., πρώην συζύγου του αναιρεσιβλήτου, για το λόγο ότι αυτή έχει ηθικό και υλικό συμφέρον από την έκβαση της προκειμένης περί διαζυγίου δίκης, προσδοκώντας επανασύνδεσή της με τον τελευταίο, και δέχθηκε την ένορκη βεβαίωση αυτής ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β', 11 περ. α' και 14 του Κ.Πολ.Δ.. Η περί εξαιρέσεως, ως άνω, ένσταση της αναιρεσειούσης ήταν προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά την σύνταξη της βεβαιώσεως, η τελευταία , νομίμως κληθείσα, είχε παραστεί δια της πληρεξουσίας της δικηγόρου ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης και δεν είχε εναντιωθεί στην εξέταση της προαναφερομένης μάρτυρος ούτε είχε προτείνει ένσταση εξαιρέσεως ταύτης. Επομένως, το Εφετείο, παραλείποντας να απαντήσει με την προσβαλλομένη απόφασή του, στην απαραδέκτως το πρώτον ενώπιόν του προβληθείσα , ως άνω, ένσταση και λαμβάνοντας υπόψη μετά των λοιπών νομίμων αποδεικτικών μέσων και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, κρίνοντας μη εξαιρετέα την ενόρκως βεβαιώσασα, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες που του αποδίδονται, κατά τα ανωτέρω με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακολούθως τυγχάνει αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 1439 παρ.1 του Α.Κ., όπως ισχύει, "καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της εγγάμου σχέσεως χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητος για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. 'Ετσι ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί γι` αυτόν αφόρητη. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητος, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητος σε καμία περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 Α.Κ., ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσεως του γάμου (Α.Π. 262/2012. 477/2012, 1242/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ. ΑΠ 4/2005). Εξ άλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.17 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, οι οποίες για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο. Οι αντιφάσεις είναι κρίσιμες όταν εντοπίζονται στο διατακτικό της αποφάσεως, καθιστώντας αυτό αόριστο, έτσι ώστε να εμποδίζεται η εκτέλεση της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως (Ολ. Α.Π. 13/1995). Αντιθέτως η ύπαρξη αντιφατικών απλώς αιτιολογιών ή η διαπίστωση αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως , όταν βεβαίως οι αιτιολογίες δεν επέχουν θέση διατακτικού, δεν θεμελιώνουν τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αλλά ενδεχομένως το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. Κατά την έννοια δε του λόγου τούτου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ. Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (Α.Π. 966/2012, 41/2009, 1376/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα υπόθεση μέρος τους, τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στην Έδεσσα την 23/3/1990. Από το γάμο τους αυτό, που ήταν ο δεύτερος για καθένα των διαδίκων, δεν απέκτησαν τέκνα, ενώ ο ενάγων είχε δύο τέκνα από τον πρώτο του γάμο, που ... είναι ήδη ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωση τους, που από την αρχή δεν είναι αρμονική... από λόγους που αφορούν και τους δύο...Οι διάδικοι μετά την τέλεση του γάμου τους, δεν συμβίωσαν ως ανδρόγυνο αλλά διέμεναν χωριστά. Ο ενάγων που ήταν υπάλληλος του ΟΣΕ και τότε υπηρετούσε στη …δεν διέθετε εκεί ιδιόκτητη κατοικία...ούτε προέβαινε στη μίσθωση τέτοιας, για το λόγο ότι... ασχολείτο με την ανέγερση οικοδομής... σε οικόπεδο κυριότητάς του...στη …, σε διαμέρισμα της οποίας σκόπευε να εγκατασταθεί... με την εναγομένη... Έτσι, αυτός διέμενε μαζί με τους υπερήλικες γονείς του σε διαμέρισμα κυριότητας των τελευταίων, στη... …, η δε εναγόμενη συνέχιζε να διαμένει μαζί με τους ηλικιωμένους γονείς της, στην....Μετά το θάνατο της μητέρα του το έτος 1991, ο ενάγων εγκαταστάθηκε σε υπόγειο διαμέρισμα..., όπου διέμενε ηλικιωμένη θεία του, ενώ κάθε Σαββατοκύριακο, μετέβαινε στην οικία των πεθερικών του στην …, προκειμένου να προμηθευτεί καθαρά ρούχα και φαγητό, που ετοίμαζε η σύζυγος του. Το Φεβρουάριο του 1998 και ενώ οι γονείς της εναγομένης είχαν ήδη αποβιώσει, ο ενάγων ζήτησε από την τελευταία να τον ακολουθήσει στη .., πλην εκείνη αρνήθηκε, επειδή δεν ήθελε να κατοικήσει στο...προαναφερόμενο υπόγειο διαμέρισμα στο οποίο ακόμη διέμενε ο σύζυγός της. Μετά από αυτά, ο τελευταίος διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί της, ενώ περί το τέλος του έτους 1998, εκείνη έλαβε επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, με την οποία την καλούσε να επικοινωνήσει μαζί του, επειδή ο σύζυγος της προτίθετο να καταθέσει σε βάρος της αγωγή διαζυγίου. Ενόψει αυτών, η εναγόμενη εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα ... με το σύζυγο της, από δε το έτος 2003 οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα της παραπάνω νεόκτιστης οικοδομής, όπου συνέχισαν να ζουν μαζί μέχρι τον Αύγουστο του 2007...Εκτός από τις παραπάνω διαφορές τους, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους οι διάδικοι βρίσκονταν σε συνεχείς διενέξεις, κυρίως όσον αφορά τη σχέση του ενάγοντος με τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο, την ύπαρξη των οποίων, αν και γνώριζε από την αρχή η εναγομένη αρνιόταν να αποδεχθεί, με αποτέλεσμα να αντιδρά στην επικοινωνία τους με τον πατέρα τους και σύζυγο της, καθώς και στην παροχή οικονομικής ενίσχυσης τους από αυτόν... Με αφορμή την εγκατάσταση του υιού του ενάγοντος σε διαμέρισμα της προαναφερομένης οικοδομής όπου διέμεναν οι διάδικοι, τον Ιανουάριο του 2007, ξέσπασαν νέες έριδες και διαπληκτισμοί μεταξύ των συζύγων και οι σχέσεις τους κλονίστηκαν οριστικά. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η άνω διαμορφωθείσα κατάσταση, οφείλεται στην έλλειψη της απαιτούμενης ωριμότητας αμφοτέρων των διαδίκων για συμβίωση, αφού αυτοί, καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους αδυνατούσαν να δείξουν αμοιβαία κατανόηση και να βρίσκουν λύσεις από κοινού στα προβλήματα που...τους απασχολούσαν. ....Μετά την οριστική, κατά μήνα Ιανουάριο του 2007, διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, οι διάδικοι συνέχιζαν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς όμως να έχουν καμία απολύτως ψυχική και σωματική επαφή, ώστε μετά από αντίθετες αιτήσεις που...κατέθεσαν αμφότεροι εκδόθηκε...απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκε η μετοίκηση της εναγομένης από τη συζυγική στέγη, ενώ ο ενάγων σύζυγος της υποχρεώθηκε να της καταβάλει, προσωρινώς, μηνιαίως διατροφή. Ακολούθως, την 16/8/2007, ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος την απουσία της εναγομένης, αφού έβγαλε κάποια προσωπικά της αντικείμενα στο διάδρομο του ορόφου, αντικατέστησε την κλειδαριά της θύρας της συζυγικής οικίας, αποβάλλοντας την με τον τρόπο αυτό, αφού όταν εκείνη επέστρεψε τις απογευματινές ώρες, δεν μπόρεσε να εισέλθει σ' αυτήν. Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ...είναι φανερό ότι η έγγαμη σχέση των διαδίκων έχει κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν και τους δύο, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση αυτής να προβαίνει αφόρητη για αμφότερους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο...που ... στην ίδια κρίση οδηγήθηκε και απάγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, ορθά εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος". Περαιτέρω καθόσον αφορά την ανταγωγή, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής : ".. Αντίγραφο της ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης...που διέτασσε την μετοίκηση της αντενάγουσας από τη συζυγική οικία, με επιταγή προς εκτέλεση αυτής...νόμιμα επιδόθηκε με θυροκόλληση στην ανωτέρω την 16/8/2007... στη συζυγική οικία, όπου ακόμη διέμενε η αντενάγουσα. Πλην, ο αντεναγόμενος, την ίδια ημέρα, αδιαφορώντας για το ότι η αντίδικός του είχε δικαίωμα να διαμένει στην οικία τους μέχρι το τέλος του Αυγούστου του 2007, αφού... γνώριζε ότι κατά το μήνα Αύγουστο απαγορεύονται πράξεις εκτέλεσης ...προέβη αυθαιρέτως στην αντικατάσταση της κλειδαριάς της άνω οικίας αποβάλλοντας έτσι, χωρίς δικαίωμα, την αντενάγουσα από αυτήν, η οποία όταν κατά τις απογευματινές ώρες επέστρεψε... κατέστη αδύνατο να εισέλθει σ' αυτή, ενώ βρήκε προσωπικά της είδη αφημένα στο διάδρομο του ορόφου... Από την παραπάνω υπαίτια και παράνομη πράξη του αντεναγομένου, που εμπίπτει στην έννοια του προβλεπόμενου από το άρθρο 306 του ΠΚ αδικήματος, και για την οποία η αντενάγουσα υπέβαλε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, την από 20/10/2007 σε βάρος του έγκληση, η παραπάνω υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, ενόψει των συνθηκών της πράξης αυτής, του βαθμού του πταίσματος του αντεναγομένου, της στενοχώριας που δοκίμασε αυτή από την εν λόγω πράξη του ανωτέρω, που γνώριζε ότι εκείνη δεν είχε κατοικία στην πόλη της …για να στεγαστεί, αναγκάστηκε δε να αποχωρήσει χωρίς να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα, το είδος της προσβολής αυτής, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, η εύλογη κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση αυτής ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ...". Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 του Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως , κατά το πρώτο μέρος του, πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συντελεσθείσα δια της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως. Τούτο δε διότι τα κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως των διαδίκων γεγονότα, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδεδειγμένα, αφορούν το πρόσωπο και των δύο συζύγων και ως τοιαύτα πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσης ως άνω ουσιαστικής διατάξεως και παρέχουν στον ενάγοντα δικαίωμα διαζεύξεως. Συνεπώς τα αντιθέτως με το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως υποστηριζόμενα, ότι δηλαδή όλα τα κλονιστικά γεγονότα που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση συνδέονται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος , με αποτέλεσμα να μη γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 Α.Κ., την οποία και παρεβίασε το Εφετείο, κρίνοντας βάσιμη την αντίστοιχη αγωγή, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα. Εξάλλου οι ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου που αφορούν την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, δεν τελούν σε οποιαδήποτε αντίφαση με τις εν συνεχεία παραδοχές του που θεμελιώνουν την ανταγωγή, αφού πρόκειται για αυτοτελή και ανεξάρτητα μεταξύ των γεγονότα που εξελίχθησαν σε διαφορετικούς χρόνους και επάγονται διαφορετικές συνέπειες. Επομένως, ο ίδιος, ως άνω, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση για τις ανωτέρω παραδοχές της η εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια (ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων) , κατ' ορθή δε εκτίμηση η εκ της με αριθμό 19 διατάξεως του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (αντιφατικές αιτιολογίες) τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά Α.Π.1131/2007, 2122/2009, 379/2006,120/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ της ανωτέρω διατάξεως, ισχυριζομένη ότι η απόφαση δέχθηκε κλονιστικά της εγγάμου σχέσεως γεγονότα βαρύνοντα την ίδια(άρνησή της να ακολουθήσει τον αναιρεσίβλητο στη …, μη αποδοχή των τέκνων του , εναντίωσή της να προβαίνει σε χρηματικές προς αυτά παροχές κ.λ.π.), μολονότι αυτά δεν απεδείχθησαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσεκομίσθησαν και ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως καθ' ό μέρος αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για παραδοχή των ανωτέρω γεγονότων χωρίς απόδειξη είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικής καταθέσεως , ενόρκου βεβαιώσεως και εγγράφων). Εξάλλου ο αυτός λόγος αναιρέσεως , κατά το μέρος που μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για μη απόδειξη, εκ των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, των ιδίων ως άνω κλονιστικών γεγονότων που αφορούν την αναιρεσείουσα, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-2-2011 αίτηση της Α. Σ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1785/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 10η Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 17η Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ