Αριθμός 1097/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία …που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Θ. Σ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αντιγόνης Κίσσα και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 18/11/2005 πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1542/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2082/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21/9/2009 αίτηση της, επί της οποίας εκδόθηκε η 810/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσίβλητος με την από 20/9/2012 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 12/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις τ6ων άρθρων 576 παρ.1 και 3,568 παρ.1 και 4 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στη προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό …/1-7-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τότε τη συζήτηση αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21-9-2009 αίτησης αναίρεσης μετά της κάτω απ' αυτή κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 27-3-2012, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 810/2012 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη αυτή (συζήτηση) λόγω μη επίδοσης της κλήσης και στην προσθέτως παρεμβάσα στο Εφετείο υπέρ του αναιρεσιβλήτου, Ε.Σ.Η.Ε.Α., από δε τη με αριθμό …/22-1-2013 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, που επίσης επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων και πάλι τη συζήτηση της εκτεθείσας αίτησης αναίρεσης, αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2012 κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται παραπάνω (23-4-2013), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε ούτε παραστάθηκε με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με σύμφωνα με τη προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τη με αριθμό …/22-1-2013 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ακριβές αντίγραφο της ως άνω (από 20-9-2012) κλήσης, επιδόθηκε και στη προσθέτως παρεμβάσα, υπέρ του αναιρεσιβλήτου, Ε.Σ.Η.Ε.Α. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του ΒΔ 16/18.7.1920 και στο άρθρο 3 παρ.2 του ΠΔ 572/1988, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/1928. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη από τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις, που γεννώνται από της μεταβιβάσεως και εντεύθεν. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Περαιτέρω, η νομιμοποίηση διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ενίοτε δε και από διατάξεις του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 648 παρ.1 του ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Την έννοια των όρων "εργοδότης" και "μισθωτός" απέδωσε το άρθρο 1 του ν.3239/1955 "περί συλλογικών διαπραγματεύσεων" κατά το οποίο "εργοδότης" μεν θεωρείται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου, ως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, όπερ χρησιμοποιεί την εργασίαν άλλων φυσικών προσώπων, δυνάμει σχέσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μισθωτός δε ο παρέχων εις εργοδότην εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής, υπολογιζομένης, είτε κατά χρονικήν διάρκειαν, είτε κατά μονάδα ή κατ' αποκοπήν ή ποσοστά. Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο, προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου. Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας. Τέτοιες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 68 και 80 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και το έννομο συμφέρον κάποιου να ασκήσει αγωγή. Τέλος η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να απορριφθεί ως παθητικά ανομιμοποίητη, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοείται το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο το οποίο συνεπάγεται η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του διαδίκου, αφού νομιμοποιείται κατ'αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος, που, κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, που πρότεινε αυτή με λόγο έφεσης, ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων, ο οποίος είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος, στις 12-5-1998 προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία …με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί στην ημερήσια πρωϊνή αθλητική εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας ιδιοκτησίας της με το διακριτικό τίτλο … και της οποίας το φύλλο της Δευτέρας τιτλοφορείται … ως εξωτερικός αθλητικός συντάκτης (ρεπόρτερ). Η ως άνω εταιρεία είχε συσταθεί αρχικά με την υπ' αρ…/20-3-1997 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου - Διαμαντοπούλου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 24-3-1997 (τ.ΑΕ και ΕΠΕ 1281/26-3-1997) και έφερε την προαναφερόμενη επωνυμία με τον διακριτικό τίτλο ... μεταξύ των εταίρων Γ. Κ. του Α. και Α. Κ. του Γ. και διαχειριστή τον Γ. Κ., ενώ είχε σκοπό την έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων. Στη συνέχεια με την υπ'αρ../17-4-2000 πράξη της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, που επίσης δημοσιεύτηκε νόμιμα στις 21-4-2000 (τ.ΑΕ και ΕΠΕ 2847/21-4-2000), τροποποιήθηκε το καταστατικό της πρώτης και ειδικότερα εκχωρήθηκαν, λόγω πωλήσεως, από τον εταίρο Α. Κ., ο οποίος κατόπιν αυτού αποχώρησε από την εταιρεία, τα ανήκοντα σ' αυτόν συνολικά εικοσιπέντε (25) εταιρικά μερίδια της εν λόγω εταιρείας στον άλλο εταίρο αυτής, δηλαδή στον Γ. Κ., ο οποίος, μετά ταύτα, έγινε ο μοναδικός εταίρος. Έτσι, λόγω και της συγκέντρωσης όλων των εταιρικών μεριδίων σε ένα και μόνο πρόσωπο, η εταιρεία μετατράπηκε σε Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, τροποποιήθηκε το άρθρο 1 της επωνυμίας της σε ... (εναγομένη) και εναρμονίσθηκε το καταστατικό της, σύμφωνα με το άρθρο 43α του ΠΔ 279 της 8/27-7-1993 περί μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, τον οποίο πρόβαλε πρωτοδίκως και τον οποίο επαναφέρει ενώπιον του παρόντος (δευτεροβαθμίου) δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε από άλλη εταιρεία του ομίλου και δη την εταιρεία με την επωνυμία ... προτείνοντας ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της αγωγής ως προς την ίδια (εναγομένη), δεν απόδεικνύεται βάσιμος και είναι απορριπτέος, αφού κατά την πρόσληψη του η εταιρεία αυτή δεν ήταν ιδιοκτήτρια της παραπάνω εφημερίδας, στην οποία συνομολογείται ότι εργαζόταν ο τελευταίος (ενάγων). Αντίθετα ιδιοκτήτρια της εν λόγω εφημερίδας σύμφωνα και με τα ενδεικτικώς επικαλούμενα και προσκομιζόμενα φύλλα αυτής της 10-4-1998, 13-5-1998, 23-4-2003, 2-5-2003, 9-6-2003, 30-6-2003, 19-9-2003, 11-10-2003 και 26-10-2003, καθώς και με την περιεχομένη σ' αυτά τυπική καταχώρηση της οργανωτικής διάρθρωσης του προσωπικού της, αποδεικνύεται ότι είναι πράγματι η ως άνω εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία .... Και δεν αρκεί η επίκληση από την εναγομένη ότι σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από αυτή μισθοδοτικές καταστάσεις, αλλά και την καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης, εμφανίζεται ο ενάγων ως εργαζόμενος για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία ... δοθέντος ότι, όπως αποδεικνύεται εξάλλου και από το νόμιμα επικαλούμενο και προσαγόμενο από τον ενάγοντα υπ'αριθμ.πρωτ.8369/1019/25-11-1999 έγγραφο του Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφαλίσεως και Περιθάλψεως (ΕΔΟΕΑΠ), η τελευταία ως άνω εταιρεία από το Μάρτιο του 1997 και εφεξής έπαυσε να εκδίδει το εν λόγω έντυπο (εφημερίδα …)...". Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης σε σχέση με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί έλλειψης σ' αυτή παθητικής νομιμοποίησης, το Εφετείο, με το να τον απορρίψει ως αβάσιμο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, διέλαβε δε στην άνω προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, περί της ορθής εφαρμογής των εκτεθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργάζονταν ως δημοσιογράφος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην αναιρεσείουσα, η οποία προέκυψε ως διάδοχος εργοδότης από την εταιρεία που είχε προσληφθεί αρχικά αυτός, με την επωνυμία ... στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας από την ανωτέρω εργασιακή σύμβαση υπεισήλθε η πρώτη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα μέρη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ίδιου ως άνω άρθρου, περί του ότι παρά το νόμο το Εφετείο κήρυξε το απαράδεκτο της υπό της αναιρεσείουσας προβληθείσας ένστασης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί στη προκειμένη περίπτωση η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του διαδίκου αφορά στο ουσιαστικό απαράδεκτο, ενόψει του ότι κατ'αρχήν νομιμοποιείται ως ενάγων ή εναγόμενος εκείνος που κατά το ουσιαστικό δίκαιο εμφανίζεται ως δικαιούχος ή υπόχρεως, και όχι στο δικονομικό απαράδεκτο το οποίο ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επειδή, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της ιστορικής βάσης της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονται στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης. Τέλος αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559. Εξάλλου, για την κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, εκτός των άλλων, και την καταβολή διαφοράς αποδοχών, για εργασία που παρασχέθηκε κατά τις Κυριακές, συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος (Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 και 25825/1951), αρκεί ν' αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά Κυριακές, ο αριθμός αυτών και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός τους με ακριβείς χρονολογίες, αφού οι Κυριακές προκύπτουν από το ημερολόγιο. Στην προκείμενη υπόθεση από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της ο ποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, δημοσιογράφος εργαζόμενος στην αναιρεσείουσα εταιρεία, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζήτησε, μεταξύ των άλλων, και την επιδίκαση του ποσού των 21.180,61 ευρώ για αμοιβή κατά την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές του από 1-1-1999 μέχρι 22-1-2004 χρονικού διαστήματος, προσδιοριζόμενη σε ορισμένο, κατά διαστήματα, αριθμό Κυριακών, με την αντίστοιχη γι' αυτές αμοιβή. Η αγωγή αυτή, καθόσον αφορά την αμοιβή για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές περιέχει επαρκή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, αφού από το ανωτέρω δικόγραφο προκύπτει σαφώς ο συγκεκριμένος αριθμός των Κυριακών του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του τακτικώς και νομίμως. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την υπό της αναιρεσείουσας προβληθείσα, με λόγο έφεσης, ένσταση αοριστίας του ως άνω αγωγικού κεφαλαίου, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο αυτού (ανωτέρω αγωγικού κεφαλαίου) και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ. Έτσι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος και συνακόλουθα και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 2082/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ