Αριθμός 130/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος - εκκαλούντος Ι. Χ. του Ν.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Λιόλη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθούσας ex lege στη δικονομική θέση της αρχικώς εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 3) Γερμανικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Καστρινάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., το δεύτερο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ το τρίτο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2011 αγωγή του αρχικού Ι. Χ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2864/2018 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι 1η και 2ο αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διάδικους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 608/2021, ΑΠ 922/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμ ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά Κ. Ζ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την από 15-12-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2` Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, και την από 15-12-2020 πράξη του Προέδρου του Α2` Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για το τρίτο αναιρεσίβλητο, Γερμανικό Δημόσιο. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, κατά τη σημερινή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, το τρίτο αναιρεσίβλητο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Η ανωτέρω κλήτευση του απολιπόμενου αναιρεσίβλητου, Γερμανικού Δημοσίου, ελέγχεται στην ένδικη υπόθεση, με βάση το εσωτερικό Δίκαιο κατά το άρθρο 134 ΚΠολΔ και όχι με βάση τον ισχύοντα από 13.11.2008 Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή την από 11.5.1938 μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας Σύμβαση "περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου", καθόσον δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας ("acta jure imperii"), όπως είναι η ένδικη υπόθεση σύμφωνα μ' όσα εκτίθενται παρακάτω. Ο ως άνω Κανονισμός, που ισχύει κατά τα άνω από 13.11.2008, (άρθρ. 16) εξαιρεί ρητά από το πεδίο εφαρμογής του τις υποθέσεις που έχουν ως αντικείμενο την ευθύνη του Κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας (acta jure imperii), όπως η ένδικη (ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 853/2009, ΑΠ 1857/2007). Όμοια παραδοχή υπήρχε για τη σχετική διαδικασία και στον προϊσχύσαντα 1348/2000 Κανονισμό (ΕΚ) (άρθρο 151) του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000, για τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις στα κράτη - μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ενώ αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής έχει και η από 11.5.1938 μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ως άνω Σύμβαση. Όμοια ερμηνεύτηκε η έννοια του όρου "αστικές και εμπορικές υποθέσεις", της Σύμβασης των Βρυξελλών (άρθρ. 1), για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, και, έτσι, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι υποθέσεις που συνδέονται με την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του τρίτου αναιρεσίβλητου (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδάφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, και επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε διάδικο (ΑΠ 611/2021, ΑΠ 597/2021). Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ. 1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ. β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 215/2018). Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2101/2017), ενώ αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 530/2018). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 1008/2021). Τα αυτά ισχύουν και επί απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εφεσίβλητου (ΟλΑΠ 15/2001), διότι το έννομο συμφέρον του απόντος ομόδικου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 602/2021), και τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 568/2020, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 326/2009) καθώς καταβάλλεται το κατώτερο που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1075/2018). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην του τρίτου εφεσίβλητου - εναγόμενου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, Γερμανικού Δημοσίου, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, και, μεταξύ άλλων, απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, ενώ δεν ορίστηκε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας. Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής εφετειακής απόφασης στο ερημοδικασθέν τρίτο εφεσίβλητο και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι του έχει κοινοποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτό, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η παραπάνω προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Επομένως, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση αυτής, δεν άρχισε να τρέχει για το τρίτο αναιρεσίβλητο η προθεσμία των εξήντα ημερών από την τελευταία παραπάνω δημοσίευση περίληψης επίδοσης απόφασης για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (άρθρο 503 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, ως προς αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας, εφόσον στην αναιρετική διαδικασία ισχύει η αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτό, το οποίο συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με απλή ομοδικία, ενώ το έννομο συμφέρον του για την άσκηση ερημοδικίας δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη. Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιβάλλονται διότι, λόγω της ερημοδικίας του τρίτου αναιρεσίβλητου, δεν υφίσταται αίτημα αυτού. Με το ν. 18/1944, που θεσπίστηκε από τη νεοσύστατη Ελληνική Κυβέρνηση (Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας) το Νοέμβριο του 1944, ήτοι λίγο χρόνο μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ελληνικό έδαφος, ορίστηκε ότι νομισματική μονάδα είναι η δραχμή και καθορίστηκε η σχέση της εισαχθείσας δραχμής προς την παλαιά. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 §1 του Ν. 18/1944 "Περί νομισματικής διαρρυθμίσεως", "1. Νομισματική μονάς εν Ελλάδι είναι η δραχμή, υποδιαιρουμένη εις 100 λεπτά", κατά δε το άρθρο 5 αυτού, "1. Τα εν κυκλοφορία τραπεζογραμμάτια της Τραπέζης της Ελλάδος εκδόσεων προγενεστέρων της 26 Απριλίου 1941, ως και τα μετά την χρονολογίαν ταύτην εκδοθέντα, τμημάτων των δραχμών 50, 100, 1000, 5000, 10.000, 25.000, 50.000, 100.000, 500.000, 1.000.000, 5.000.000, 10.000.000, 25.000.000, 200.000.000, 500.000.000, 2.000.000.000, 10.000.000.000, και 100.000.000.000 θα εξακολουθήσουν να κυκλοφορούν μέχρι της ανταλλαγής αυτών. Η σχέσις των ως άνω τραπεζογραμματίων προς την δραχμήν του άρθρου 1 του παρόντος νόμου ορίζεται εις πεντήκοντα δισεκατομμύρια (50.000.000.000). Ο χρόνος της λήξεως της ανταλλαγής και της παραγραφής των τραπεζογραμματίων των ανωτέρω κατηγοριών θέλει ορισθή δι' αποφάσεως της Τραπέζης της Ελλάδος, κυρουμένης υπό του Υπουργού των Οικονομικών και δημοσιευομένης εις την Εφημ. της Κυβερνήσεως. 2. Οφειλαί πάσης φύσεως εις δραχμάς στηριζόμεναι εις γενεσιουργόν αιτίαν υφισταμένην προ της ισχύος του παρόντος νόμου εξοφλούνται διά ισαρίθμων δραχμών των εν τη προηγουμένη παραγράφω τραπεζογραμματίων, εφ' όσον δεν παρήλθεν ο χρόνος της ανταλλαγής ως ανωτέρω, ή διά των κατά το άρθρον 1 δραχμών επί τη εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου σχέσει. Εξαιρούνται της διατάξεως ταύτης αι προς το Δημόσιον, τους Δήμους και τας Κοινότητας οφειλαί εκ φόρων εν γένει, ως και αι εισφοραί προς ασφαλιστικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου, αίτινες θέλουν ρυθμισθή υπό ειδικού νόμου". Με το άρθρο 1 § 2 του α.ν. 362/1945, προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 18/1944 που ορίζει ότι "ειδικός νόμος θέλει ορίση επίσης τον τρόπον καθ' ον θέλει ρυθμισθεί το ζήτημα των παρά ταμιευτήριοις μικρών καταθέσεων". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 §§ 2 και 3 του ν. 1073/1946 "2. Υποχρεώσεις αίτινες παρέμειναν ανεξόφλητοι κατά την 11 Νοεμβρίου 1944, εφ' όσον εμπίπουσιν εις την διά του άρθρ. 5 του ν. 18/1944, ''περί νομισματικής διαρρυθμίσεως" επελθούσαν ρύθμισιν, λογίζονται εξοφληθείσαι κατά την ημέραν ταύτην. 3. Ως εξοφληθείσα υποχρέωσις νοείται το ποσόν της κυρίας υποχρεώσεως, αι δικαστικαί ή άλλαι σχετικαί δαπάναι και οι μέχρι της ημέρας της εξοφλήσεως δεδουλευμένοι τόκοι". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 5 § 2 του ν. 18/1944 και 1 § 2, 3 του α.ν. 1073/1946, που είναι δημόσιας τάξης, προκύπτει ότι κάθε φύσης υποχρεώσεις σε δραχμές, οι οποίες στηρίζονται σε γενεσιουργό αιτία υφιστάμενη πριν από την ισχύ του πρώτου από τους ως άνω νόμους και οι οποίες παρέμειναν ανεξόφλητες κατά την 11.11.1944, λογίζονται εξοφληθείσες κατά την ημέρα αυτή, και με τον τρόπο αυτό αποσβέστηκε με βάση το νόμο το δικαίωμα απαίτησής τους (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 83/1976, ΑΠ 1000/1974, ΑΠ 291/1970). Η παραπάνω θεσπισθείσα πλασματική εξόφληση των υφισταμένων οφειλών δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή της αναλογικότητας και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ούτε και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, με τα οποία δεν επιτρέπεται η στέρηση των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας του φυσικού ή νομικού προσώπου. Τούτο, διότι το επιλεγέν από τον εθνικό νομοθέτη μέτρο της πλασματικής απόσβεσης υφισταμένων χρεών, αποτελεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, πρόσφορο και αναγκαίο για ικανοποίηση του επιδιωκόμενου με τις ανωτέρω διατάξεις σκοπού δημόσιου συμφέροντος, που συνίσταται στην επανεκκίνηση της Ελληνικής Οικονομίας μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ενόψει των έκτακτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και αναγκών, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας των ιδιωτών και δεν αντίκειται σε κανόνες διεθνούς δικαίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο Ι. Χ. του Ν., αφού εξέθετε με αυτήν ότι ο Ν. Χ. του Σ., του οποίου τυγχάνει εκ διαθήκης κληρονόμος στην τραπεζική κατάθεση του με αριθμ. ... βιβλιαρίου της Αγροτικής Τράπεζας, στην οποία είχε καταθέσει την 1.8.1938 και την 27-3-1938, το ποσό των 15.000 δρχ. και το ποσό των 5.000 δρχ., αντίστοιχα, με επιτόκιο 3,75% και με δικαίωμα ανάληψης οποτεδήποτε, που μαζί με τους τόκους Β' εξαμήνου 1938, ανήλθε σε 20.232 δρχ., το οποίο δεν ανέλαβε από την ανωτέρω τράπεζα - θεματοφύλακα πριν την από τον Απρίλιο 1941 επιβολή της στρατιωτικής κατοχής από το Γερμανικό κράτος ούτε μετά την αποχώρηση, τον Οκτώβριο του 1944, του τελευταίου από το Ελληνικό έδαφος, ζήτησε να υποχρεωθεί, μεταξύ άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο, να του καταβάλει το ποσό των 400.000,00 ευρώ, ως ισοδύναμο, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, των ανωτέρω τραπεζικών καταθέσεων του δικαιοπαρόχου του: 1) ως εγγυητή των τραπεζικών καταθέσεων στην Αγροτική Τράπεζα και 2) ως υπεισελθόν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Αγροτικής Τράπεζας Α.Ε., με τη μεταφορά των καταθέσεων αυτής, ως κατασχεθεισών, σε ειδικό λογαριασμό της Τράπεζας Ελλάδος και την υπέρ αυτού παραγραφή του δικαιώματος ανάληψης με τις διατάξεις του ν.δ/τος 1195/1942, και επικουρικά λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι καθ' ολοκληρίαν μη νόμιμη. Και τούτο διότι η καταρτισθείσα μεταξύ του Ν. Χ. του Σ., άμεσου δικαιοπαρόχου του αρχικώς ενάγοντος και απώτερου δικαιοπαρόχου του ήδη συνεχίζοντος τη δίκη αναιρεσείοντος και της Αγροτικής Τράπεζας, κατάθεση του αναφερόμενου χρηματικού ποσού των 20.232 δρχ., έφερε κατ' αρχήν το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης του άρθρου 830 ΑΚ και η παραπάνω τράπεζα, υποχρεούταν σε απόδοση του ποσού της κατάθεσης πριν από την 11.11.1944, πλην όμως λογίζεται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι εξοφλήθηκε έκτοτε, δηλαδή από 11.11.1944, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 2, 3 του α.ν. 1073/1946, κατά τις οποίες υποχρεώσεις κάθε είδους σε δραχμές από γενεσιουργή αιτία υφιστάμενη πριν από την ισχύ του πρώτου από τους νόμους αυτούς (18/1944), οι οποίες παρέμειναν ανεξόφλητες, λογίζονται ότι εξοφλήθηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία. Δηλαδή, η υποχρέωση αυτή της Αγροτικής Τράπεζας προς απόδοση του ποσού των 20.000 δρχ., μετά των τόκων, υφιστάμενη στις 11.11.1944, λογίστηκε εξοφληθείσα κατά την ημέρα αυτή, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις και, συνεπώς, αποσβέστηκε με βάση το νόμο το δικαίωμα να απαιτηθεί η πιο πάνω τραπεζική κατάθεση. Μάλιστα η παραπάνω απόδοση τραπεζικής κατάθεσης δεν εξαιρείται από τη θεσπισθείσα με τις ως άνω διατάξεις πλασματική εξόφληση των οφειλών, μη υπαγόμενη στις αναφερόμενες στο άρθρο 5 § 2 εδ. β` του ν. 18/1944 εξαιρέσεις (οφειλές προς το Δημόσιο, τους Δήμους και τις Κοινότητες από φόρους γενικά), ενώ μέχρι και σήμερα δεν έχει εκδοθεί ο προβλεπόμενος από το άρθρο 1 § 2 α.ν. 362/1945 ειδικός νόμος που θα ρυθμίσει το ζήτημα των μικρών καταθετών ταμιευτηρίου, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα, να θεωρείται ότι και το ζήτημα των μικρών καταθετών ταμιευτηρίου εμπίπτει στην παραπάνω πλασματική εξόφληση των οφειλών. Για τον ίδιο παραπάνω λόγο η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς τη βάση περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση πλασματικής εξόφλησης της εκτιθέμενης στην αγωγή τραπεζιτικής χρηματικής κατάθεσης στον καταθέσαντα και δεν θεμελιούται η προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας (πρβλ ΑΠ 1006/2021, ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 745/1986). Λόγω της ανωτέρω πλασματικής απόσβεσης, στις 11-11-1944, της υποχρέωσης της Αγροτικής Τράπεζας να αποδώσει την ανωτέρω χρηματική κατάθεση στον Ν. Χ. του Σ., καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει ο ενάγων, το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο, δεν υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της Αγροτικής Τράπεζας, ενώ δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του νδ/τος 1195/1942, με βάση το οποίο (άρθρο 3) οι καταθέσεις μετρητών και οι τόκοι στις εθνικές τράπεζες περιέρχονται οριστικά στο Δημόσιο αν δεν έχουν αναζητηθεί από τους δικαιούχους τους, για διάστημα είκοσι ετών για τις καταθέσεις, και για διάστημα πέντε ετών για τους τόκους, αφού δεν παρήλθε μέχρι την παραπάνω απόσβεση το οριζόμενο χρονικό διάστημα των 20 ετών, ώστε το Ελληνικό Δημόσιο να προβεί σε δέσμευση υπέρ αυτού. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά εμπίπτει, ως ανεξόφλητη στις 11-11-1944, η ένδικη τραπεζική κατάθεση στις ρυθμίσεις του άρθρου 5 του Ν. 18/1944, καθώς και των άρθρων 1 §§ 2 και 3 του ν. 1073/1946, και δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4332/1929, με την οποία ορίζεται ότι "Επιτρέπεται διά πράξεως του υπουργικού Συμβουλίου να δοθή εγγύησις του Κράτους διά τας καταθέσεις ταύτας" και της πράξης υπουργικού Συμβουλίου της 15/24 Φεβρ.1930 με την οποία αποφασίσθηκε, οι καταθέσεις πάσης μορφής, τις οποίες δικαιούται να δέχεται η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, να τελούν υπό την εγγύησιν του Κράτους. Η προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου πλασματική εξόφληση των παραπάνω υφιστάμενων οφειλών, ρύθμιση του α.ν. 18/1944, με τις οποίες μηδενίστηκε η αξία της προπολεμικής δραχμής, και με τις οποίες η κυβέρνηση "Εθνικής Ενότητας" αμέσως μετά την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής από τη Χώρα, με σκοπό την επανεκκίνηση της μεταπολεμικής ελληνικής οικονομίας, προέβη στη διαγραφή των αναφερόμενων υποχρεώσεων σε δραχμές, ενόψει της εισαχθείσας με τις διατάξεις του νομισματικής μονάδας της δραχμής και της σχέσης αυτής (νέας) προς την παλαιά δραχμή, κρίνεται, κατά τη μείζονα σκέψη, σύμφωνη με τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Και τούτο, διότι η πλασματική εξόφληση των καταθετών, μεταξύ των οποίων και μικροί καταθέτες, λόγω μη έκδοσης του σχετικού ειδικού νόμου, έλαβε χώρα ενόψει έκτακτων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και αναγκών και της νέας νομισματικής ρύθμισης, με τη συνδρομή σοβαρού λόγου δημόσιου συμφέροντος, και υπό τις ως άνω δεδομένες συνθήκες κρίνεται απολύτως αναγκαία και πρόσφορη για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, δεν διαταράσσεται η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών, δεν αντίκειται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και της οικονομικής ελευθερίας των ιδιωτών. Το Εφετείο το οποίο έκρινε ότι η αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο είναι μη νόμιμη, ορθά τις διατάξεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 του ν. 18/1944, 1 παρ. 2 του α.ν. 362/1945, 1 παρ. 2-3 του ν. 1073/1946 και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ε.Σ.Δ.Α. ερμήνευσε και εφάρμοσε και, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως. Επομένως, ο από το άρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οικείος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004). Προϋπόθεση για να ιδρυθεί ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι το δικαστήριο να ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσίαν και όχι όταν απέρριψε αυτήν ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 954/2021, ΑΠ 532/2021, ΑΠ 430/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της αγωγής ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την αγωγή αλλά απέρριψε αυτήν καθ' ολοκληρίαν ως μη νόμιμη, και, επομένως, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης. Με το νόμο 4021/2011, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος. Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων: " [...], δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007". Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα. Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο. Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (§1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις. Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007). Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Οι εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από εκείνο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 42/2021, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 507/2018, ΟλΣτΕ 3014/2014). Περαιτέρω, με τη με αρ. 46/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2208/27-7-2012) απόφαση της ΕΠΑΘ της ΤτΕ, κατ' εξουσιοδότηση του άρ. 68 ν. 3601/2007 εκδοθείσας μετά τη διαπίστωση της ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος "..." και της αδυναμίας αποκατάστασής της, της εντεύθεν έλλειψης βιωσιμότητας εξαιτίας της οποίας δεν δικαιούται κεφαλαιακής ενίσχυσης από το ΤΧΣ, και της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασής του, λόγω τη οποίας καθίσταται ανέφικτη η παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ και έκτακτης ρευστότητας από την ΤτΕ, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής και καθορίστηκε ότι τούτο επιτρέπεται εφεξής να διενεργεί μόνον τις πράξεις που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης. Με τη με αρ. 4/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2209/27-7-2012) απόφαση της ΕΜΕ της ΤτΕ, ομοίως κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου, αποφασίστηκε ως μέτρο εξυγίανσης του άνω πιστωτικού ιδρύματος η μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων (όπως αναφέρονται στο Παράρτημα της απόφασης αυτής) στο πιστωτικό ίδρυμα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", κατόπιν της επιτυχούς αξιολόγησης της υποβληθείσας ενώπιον της άνω Επιτροπής προσφοράς της (εγκριθείσας από το ΔΣ του ΤΧΣ) για την απόκτησή τους. Με την ως άνω απόφαση δόθηκε και η εντολή προς τον ειδικό εκκαθαριστή για την παραχρήμα μεταβίβαση στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε. των διαλαμβανομένων στο Παράρτημα αυτής (απόφασης) περιουσιακών στοιχείων της Αγροτικής Τράπεζας Α.Ε. ως ακολούθως: " 1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." (εφεξής: "η Πειραιώς") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (εφεξής: "η Αγροτική") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως "η Πειραιώς", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτική" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α` έως και ιστ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία". Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που θα μεταβιβασθούν στην "Πειραιώς" συγκαταλέγονται, εκτός αν περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ιδίως τα ακόλουθα: α) Τα ταμειακά διαθέσιμα της "Αγροτική". β) Οι έννομες σχέσεις της Αγροτική που πηγάζουν ή σχετίζονται με καταθέσεις της στην Τράπεζα της Ελλάδος, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα ελάχιστα υποχρεωτικά αποθεματικά. γ) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" που πηγάζουν ή σχετίζονται με καταθέσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς που η "Αγροτική" τηρεί σε πιστωτικά ιδρύματα της Ελλάδος ή του Εξωτερικού. δ)....ε)....στ)...Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται έννομες σχέσεις οι οποίες πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με πελάτες της "Αγροτική" που περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία. ζ)... η)... ι)...ια)... ιβ)... ιγ)... ιδ)... ιε)... ιστ... ιζ)... ιη)... ιθ)... κ)... κα) Οι αξιώσεις της "Αγροτική" για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη), συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεων της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανεξαρτήτως αιτίας, καθώς και αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού. Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται αξιώσεις που συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία. κβ)... 2. Δεν μεταβιβάζονται στην "Πειραιώς" τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α` έως και ιστ` (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Αγροτική". Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ` αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α)...β)...γ)...δ)...ε)...στ)... ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία η)...θ)...ι)...ια)...ιβ)...ιγ)...ιδ)...: ί)..., ii) ..., iii)..., ίν) .. ". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι επί δίκης που έχει αρχίσει πριν τη θέση της "Αγροτικής Τράπεζας" σε ειδική εκκαθάριση αυτή συνεχίζεται, χωρίς διακοπή της δίκης, επί μεν μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων στην Τράπεζα Πειραιώς από την τελευταία, επί δε μη μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων από την Αγροτική Τράπεζα, παριστάμενη δια του ειδικού εκκαθαριστή της. Επίσης, από την από 27-2-2012 Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού & Παθητικού Πιστωτικού Ιδρύματος, υπό το πρίσμα του άρθρου 63 Δ του ν. 3601/2007 και της Κοινοτικής Οδηγίας 2001/24, και του σκοπού των μέτρων εξυγίανσης της Αγροτικής Τράπεζας να διαφυλαχθεί η συστημική ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως κεντρικού πυλώνα της εθνικής οικονομίας από την αποσταθεροποίηση της τραπεζικής αγοράς, προκύπτει ότι στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία προς την "Πειραιώς" δεν συγκαταλέγονται αποσβεσθείσες, στις 11-11-1944, πλασματικά (από το νόμο) απαιτήσεις απόδοσης τραπεζικών καταθέσεων σε βάρος της υπό εξυγίανση Αγροτικής Τράπεζας, αλλά συγκαταλέγονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία της "Αγροτικής", και, συνεπώς, στη σχετική δίκη απόδοσης αυτών, για οποιαδήποτε αιτία, νομιμοποιείται η υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 517, 62 και 73 του ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνου του νομικού προσώπου που ήταν νικήσαν αντίδικό του ή του νομικού προσώπου που υπεισήλθε αυτοδικαίως στη θέση του μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή μετά την έκδοση της απόφασης αυτού, έναντι των οποίων ο εκκαλών έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την εξαφάνιση ή τη μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1039/2020, ΑΠ 655/2016, ΑΠ 323/2016). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο, ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παράβασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1039/2020, ΑΠ 700/2020). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ένδικων μέσων (ΑΠ 254/2022, ΑΠ 532/2020), ενώ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης που στηρίζει την παθητική νομιμοποίηση άσκησης της έφεσης αυτής, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 β ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (πρβλ ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 354/2008, ΑΠ 1355/2004, ΑΠ 1495/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, σε σχέση με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικός ενάγων Ι. Χ. του Ν., στρεφόμενος, μεταξύ άλλων, κατά της εναγόμενης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ", ήδη μη διάδικος, αφού εξέθεσε ότι ο Ν. Χ. του Σ., του οποίου είναι καθολικός εκ διαθήκης διάδοχος, στις 1-8-1938 και 27-3-1939, κατέθεσε στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε στην εναγόμενη ανωτέρω τραπεζική εταιρία, τα ποσά των 15.000 δρχ. και 5.000 δρχ., αντίστοιχα, με επιτόκιο 3,75%, με το δικαίωμα της οποτεδήποτε ανάληψης αυτών, ότι το συνολικό ποσό μετά των τόκων αυτού δεσμεύτηκε μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος για την εξυπηρέτηση των κατοχικών δανείων προς το Γερμανικό Δημόσιο, και ότι δεν ανέλαβε από την παραπάνω τράπεζα έως και τον Απρίλιο του έτους 1941 ούτε μετά την αποχώρηση του Γερμανικού κράτους από το ελληνικό έδαφος, κατά το μήνα Οκτώβριο 1944, οπότε χώρησε παράνομη από το νόμο απόσβεση, ζήτησε να υποχρεωθεί, μεταξύ άλλων, η ανωτέρω Αγροτική Τράπεζα, να του καταβάλει το ποσό των 400.000,00 ευρώ, ως ισοδύναμο στις 27-3-1939, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, της ανωτέρω τραπεζικής κατάθεσης, ως φερόμενη απόδοση της μεταξύ τους σύμβασης παρακατάθεσης, άλλως κατά τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στις 7-3-2013, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραστάθηκε η εναγόμενη "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.", εκπροσωπούμενη νομίμως από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής, όπως διαλαμβάνεται και στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις της, ως τεθείσα σε ειδική εκκαθάριση, με τη με αριθμ 46/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2208/27-7-2012) απόφαση της ΕΠΑΘ της ΤτΕ, κατ' εξουσιοδότηση του άρ. 68 ν. 3601/2007, και νομιμοποιούμενη παθητικά, ως αφορώσας της δίκης μη μεταβιβαζόμενο περιουσιακό στοιχείο, με την από 27-7-2012 Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού & Παθητικού Πιστωτικού Ιδρύματος και τη με αριθμ. 4/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2209/27-7-2012) απόφαση της Επιτροπής Μέσων Εξυγίανσης της ΤτΕ, στο πιστωτικό ίδρυμα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.". Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς την εναγόμενη σε ειδική εκκαθάριση "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.". Στη συνέχεια, ο ενάγων Ι. Χ. του Ν., επικαλούμενος ότι η απαίτησή του αποτελούσε μεταβιβαζόμενο στοιχείο στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. έστρεψε την έφεσή του κατά της εκκαλούμενης απόφασης και της μη διάδικης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε.", καθιστώντας αυτήν για πρώτη φορά διάδικο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα εξής : "Η με αριθμό κατάθεσης 141/2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 67/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, στρεφόταν μεταξύ άλλων και κατά της τράπεζας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (7-3-2013) είχε ήδη τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση δυνάμει της υπ' αριθμ. 4/27-7-2012 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, και παραστάθηκε νόμιμα με την ως άνω ιδιότητα. Στην από 27-7- 2012 Σύμβαση Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού Πιστωτικού Ιδρύματος, που καταρτίστηκε μεταξύ της Αγροτικής Τράπεζας και της Τράπεζας Περαιώς (ΦΕΚ 2209/27-7- 2012 τ. 2°) και την υπ' αριθμ. 4/27-7-2012 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και στο παράρτημα αυτής, αναφέρονται όλα τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία καθώς και τα μη μεταβιβαζόμενα, όπως τα τελευταία αναλύονται στο Παράρτημα παρ. 2, που ορίζει ότι δεν μεταβιβάζονται στην "Πειραιώς", μεταξύ άλλων και " περ. ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού...", για τα οποία (μη μεταβιβαζόμενα) ορίζεται ότι "διατηρούνται υπό την ιδιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικά) την "Αγροτική" εφόσον δε στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική" (Παράρτημα παρ. 2). Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω στοιχεία, η επίδικη έννομη σχέση που αφορά σε αποζημίωση από συμβατική αιτία, καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς, αλλά παρέμεινε στην Αγροτική Τράπεζα η οποία και εξακολουθεί να είναι συμβαλλόμενη και να νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά κατά την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν από αυτήν, ενώ η πρώτη εφεσίβλητη Τράπεζα Πειραιώς, δεν νομιμοποιείται παθητικά ούτε και είναι καθολική (αλλά ούτε και ειδική) διάδοχος της Αγροτικής Τράπεζας αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση και για το λόγο αυτό η κρινόμενη έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, γιατί ασκήθηκε κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικο στην πρωτόδικη δίκη ούτε κατέστη καθολική κατά τις ως άνω παραδοχές, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αυτό". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, διότι η τελευταία δεν ήταν διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη, ούτε υπεισήλθε στη θέση της εναγόμενης μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στη πρωτοβάθμια δίκη ή μετά την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεση, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης στην άσκηση αυτής, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη το σχετικό λόγο έφεσης για την παθητική νομιμοποίηση άσκησης της έφεσης κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρ. 578 ΚΠολΔ). Και τούτο διότι διάδικος - εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν η υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα Α.Ε., η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραστάθηκε δι' εαυτήν νόμιμα και νομιμοποιούνταν για τη συνέχιση της δίκης, καθώς επρόκειτο για ανύπαρκτη απαίτηση από σύμβαση του δικαιοπάροχου του αρχικώς ενάγοντος, λόγω απόσβεσης αυτής από το νόμο, και δη από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 2- 3 του α.ν. 1073/1946, ήδη από την 11-11-1944, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της από 27-7-2012 Σύμβασης Μεταβίβασης Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού Πιστωτικού Ιδρύματος, και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να συγκαταλεγούν, κατόπιν διαπραγμάτευσης, στα μεταφερόμενα στην Τράπεζα Πειραιώς περιουσιακά στοιχεία, αλλά αποτελούσαν μη μεταβιβαζόμενα σ' αυτήν περιουσιακά στοιχεία και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και, επομένως, στη συνέχιση της δίκης επί της ένδικης απαίτησης, θεμελιούμενης σε οποιαδήποτε αιτία (σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης ή αδικαιολόγητο πλουτισμό), νομιμοποιείται η υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση, κατά τη συνεδρίαση της 17-3-2013, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των προτάσεων της παρασταθείσας ως άνω Αγροτικής Τράπεζας, ότι η φερόμενη απαίτηση δεν αποτελεί μεταβιβαζόμενο στοιχείο στην "Πειραιώς" και αντίστοιχα αποτελεί μη μεταβιβαζόμενο στοιχείο, ενώ, εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η παρασταθείσα υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζική εταιρία εκπροσωπούσε την ανώνυμη τραπεζική εταιρία Τράπεζα Πειραιώς, διότι στο πεδίο του αστικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με τις διατάξεις 63 παρ. 1α, 116, 118 αρ. 5. 259 παρ. 2 και 310 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν υφίσταται ο θεσμός της εκούσιας αντιπροσώπευσης. Επομένως, ο από τους αρ. 14 και 8β (και όχι και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οικείος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης και του δεύτερου των αναιρεσίβλητου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο μειωμένα, κατ' άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957, 183, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-10-2020 αίτηση του Δ. Χ. του Ι. για αναίρεση της με αριθμ. 2864/2018 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της πρώτης και του δεύτερου των αναιρεσίβλητων στον αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ και τριακόσια (300,00) ευρώ, αντίστοιχα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ