Αριθμός 1332/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "YARMOUTH HOLDINGS LTD" που εδρεύει στα ..., νομίμως εκπροσωπουμένης στην Ελλάδα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Κοψίδα και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Π. Δ.-Μ., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Νικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 2. Α. Μ. του Ν., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Ε. συζ. Γ. Β., η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Άγγελου Νικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 4. Γ. Β. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5. Α. Κ. του Λ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Άγγελου Νικόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 6. Μ. συζ. Σ. Φ., 7. Σ. Φ. του Δ., 8. Ι. Λ. του Δ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. 9. Ν. Γ. και 10. Α. Γ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2004 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση των ήδη 1η, 2ου, 3ο, 4ο, των αναιρεσιβλήτων και την από 2-2-2005 κύρια παρέμβαση των 5, 6, 7, 8 των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1624/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3623/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 10-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1, 3, 5 αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 108, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ.1, 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ 4 εδ. 2 και 3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων τω διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά της μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. 12760/17-11-2011, 12764/17-11-2011, 12762/17-11-2011, 12761/17-11-2011, 12765/17-11-2011, 12767/17-11-2011 και 12766/17-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφό της από 25-11-2006 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-10-2012 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, αντίστοιχα στους εκ των αναιρεσιβλήτων Α. Μ., Γ. Β., Μ. συζ. Σ. Φ., Σ. Φ., Ι. Λ., Ν. Γ. και Α. Γ.. Επομένως, εφ' όσον δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία των ως ανωτέρω αναιρεσίβλητων. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση πρέπει να κατευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς για τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες της, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, με την άσκηση της κύριας κατά το άρθρο 79 ΚΠολΔ παρεμβάσεως, ο κύριος παρεμβαίνων, καθίσταται μεν και αυτός κύριος διάδικος, αλλά δεν δημιουργείται σχέση απλής ή αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ αυτού και των αρχικών διαδίκων ή μεταξύ των τελευταίων, αν δε η ασκηθείσα υπ' αυτού κυρία παρέμβαση απορρίφθηκε και δεν άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως που την απέρριψε δεν μπορεί να είναι αναιρεσίβλητος στην ασκούμενη από τον ενάγοντα κατά τω εναγομένων αναίρεση, με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως. Επομένως, κατά το μέρος που η ένδικη από 25-11-2006 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά των κυρίως παρεμβάντων στην ανοιγείσα δίκη με την ειδική αγωγή ήτοι κατά των: 1. Α. Κ., 2 Μ. συζ. Σ. Φ., 3 Σ. Φ. και 4 Ι. Λ., η ασκηθείσα από τους οποίους από 2-2-2005 κυρία παρέμβαση με αίτημα, αφ' ενός μεν να απορριφθεί η κύρια αγωγή, αφ' ετέρου να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο όρος που έχει περιληφθεί στη συστατική πράξη σύμφωνα με τον οποίο στον ιδιοκτήτη της υπό στοιχ. χ-1 αυτοτελούς ιδιοκτησίας του δώματος ανήκει η αποκλειστική χρήση του επακριβώς οριζόμενου τμήματος της ταράτσας, απορρίφθηκε τόσο πρωτοβαθμίως όσο και με σχετική διάταξη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενόσω και οι πλημμέλειες που προβάλλονται με αυτή δεν αναφέρονται σε διάταξη της που αφορά τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους. Επειδή, στο άρθρο 82 εδ. α' και γ' του ΚΠολΔ ορίζεται αντίστοιχα ότι όποιος προσθέτως παρεμβαίνει έχει δικαίωμα να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που επιτρέπονται στη δίκη προς το συμφέρον εκείνου για την υποστήριξη του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση και έχει την υποχρέωση να δεχθεί τη δίκη στη θέση που βρίσκεται κατά το χρόνο της παρέμβασής του. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υπόθεση, ακόμη και όταν γίνονται κεκλεισμένων των θυρών και πρέπει, για το σκοπό αυτό, να καλούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου81 παρ.3 του ίδιου κώδικα, ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια κα μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του καθώς και του άρθρου 558ΚΠολΔ, κατά την οποία η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται μεν κατά του απλώς προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί δεν είναι κύριος διάδικος, πρέπει όμως αυτός να καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, σε αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη. Επομένως, κατά το μέρος που η ένδικη από 25-11-2006 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά των 1. Ν. Γ. και 2. Α. Γ., ήτοι, κατά των απλώς προσθέτως παρεμβάντων πρωτοβαθμίως στην ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας και οι οποίοι κατά τα εκτεθέντα στην αμέσως προηγούμενη σκέψη κλητεύθηκαν στη συζήτησή της (βλ. προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αρ. 12767/17-11-2011 και 12766/17-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθ. 54 ΕισΝΑΚ), σαφώς συνάγεται ότι οι συνιδιοκτήτες κοινής οικοδομής που υπήχθησαν στο καθεστώς του νόμου αυτού μπορούν με ιδιαίτερη μεταξύ τους συμφωνία να ρυθμίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους τόσο ως προς τα αναγκαστικά αδιαίρετα πράγματα όσο και ως προς τις διαιρεμένες ιδιοκτησίες τους. Οι περιορισμοί της κυριότητας που απορρέουν από μια τέτοια σύμβαση έχουν κατά ρητή επιταγή του άρθρου 13 παρ. 3 του ίδιου νόμου το χαρακτήρα δουλείας και εφόσον ο κανονισμός έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγράφηκε δεσμεύουν και τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους τους (ΑΠ 748/1990 ΕλλΔνη 32.806). Έτσι και το ηλιακό δώμα, που εξομοιούται με τη στέγη και είναι κατά νόμο (όρθρο 2 παρ. 1 ν. 3741/1929) κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος της οικοδομής, μπορεί με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, που πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να καταχωρισθεί στα βιβλία των μεταγραφών, να συμφωνηθεί ότι τμήμα του δεν θα είναι κοινόχρηστο και θα ανήκει αποκλειστικά σε ορισμένους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε ένα μόνο από αυτούς, οπότε το τμήμα αυτό του ηλιακού δώματος δεν θα ανήκει σε όλους τους συνιδιοκτήτες από κοινού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που καθιερώνει την αυτονομία της ιδιωτικής βούλησης οι συμβαλλόμενοι έχουν όχι μόνο την ελευθερία να συνάψουν ή να μη συνάψουν μια σύμβαση, αλλά και να καθιερώσουν το περιεχόμενο αυτής. Συνεπώς, και κάθε όρος που έχει περιληφθεί στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή τον κανονισμό αυτής, είναι έγκυρος και δεσμευτικός, εκτός και αν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, αφού στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τους γενικούς περί δικαιοπραξιών κανόνες, ο όρος αυτός είναι άκυρος (άρθρα 174 και 178 ΑΚ). Εξάλλου, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν, η. καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση τους κατά τις περί δικαίου και ηθικής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Αντικειμενική δε καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου. Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος εφ' όσον αυτή έρχεται σε προφανή δηλ. έκδηλη αντίθεση προς αυτά. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τ' ακόλουθα αναφορικά με την προβληθείσα από τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής. Η ενάγουσα εταιρία είναι ιδιοκτήτρια του με στοιχεία Δ-1 οροφοδιαμερίσματος του τέταρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου επιφάνειας 45,88τ.μ. και της με στοιχεία χ-1 χωριστής ιδιοκτησίας του δώματος επιφάνειας 11,16τ.μ. και επίσης των με στοιχεία Ρ-1, Ρ-7 θέσεων στάθμευσης και της με τα στοιχεία ΑΠ-2 αποθήκης του υπογείου της πολυκατοικίας επί της οδού ... αρ. 9 στη ... του Δήμου ..., που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ με την πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας .../1997 της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κατρίτση που έχει νόμιμα μεταγραφεί, έχει δε γίνει ιδιοκτήτρια ως άνω με το .../1999 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακούλας Κανακίδη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί. Οι εναγόμενοι είναι συνιδιοκτήτες οι μεν δύο πρώτοι του με τα στοιχεία Β-2 διαμερίσματος του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου, της με τα στοιχεία ΑΠ-5 αποθήκης του υπογείου και της με τα στοιχεία Ρ-2 θέσης στάθμευσης και οι άλλοι δύο του με τα στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, της με τα στοιχεία ΑΠ-1 αποθήκης του υπογείου και της με τα στοιχεία Ρ-3 θέσης στάθμευσης, έχουν δε γίνει ιδιοκτήτες ως άνω οι μεν δύο πρώτοι με το .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κατρίτση, οι δε τρίτη και τέταρτος με το .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα Παναγάκη σε συνδυασμό με το .../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κανακίδη, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί Η πολυκατοικία κτίστηκε σε οικόπεδο που ανήκε στους Ν. και Α. Γ., οι οποίοι την υπήγαγαν ως άνω στις διατάξεις της οροφοκτησίας με το πιο πάνω συμβόλαιο .../1997 της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Κατρίτση. Με το συμβόλαιο αυτό (Σύσταση-Κανονισμός) ορίστηκε ότι το δώμα της οικοδομής περιλαμβάνει: α) τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, δηλαδή το κεντρικό κλιμακοστάσιο, το πλατύσκαλο ορόφου, την απόληξη του φρέατος του ανελκυστήρα και τμήμα της ταράτσας εμβαδού 32,50 τ.μ. που εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικό στοιχεία Α-Β-Δ-Γ-Α στο από Νοεμβρίου 1996 σχεδιάγραμμα κατόψεως δώματος του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο και β) την αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία (στούντιο) επιφάνειας 11,16 τ.μ. που αποτελείται από ένα ενιαίο χώρο, στον εκάστοτε κύριο της οποίας θα ανήκει η αποκλειστική χρήση τμήματος της ταράτσας εμβαδού 100 τ.μ., που εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Δ-Γ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Δ στο πιο πάνω σχεδιάγραμμα. Επομένως, η ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια (και) της ως άνω με τα στοιχεία Χ-1 αυτοτελούς ιδιοκτησίας έχει και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του πιο πάνω τμήματος της ταράτσας εμβαδού 100 τ.μ, στο δε κοινόχρηστο πιο πάνω τμήμα της εμβαδού 32,50 τ.μ. είναι τοποθετημένοι μόνο οι ηλιακοί θερμοσίφωνες των τριών (3) ως άνω διαμερισμάτων των κυρίως παρεμβάντων που καταλαμβάνουν (3 χ 1,50 =) 4,5 τ.μ περίπου. Στο κοινόχρηστο αυτό τμήμα της επομένως υπάρχει και επαρκής ελεύθερος χώρος στον οποίο μπορούν σε περίπτωση ανάγκης (π.χ. πυρκαιάς ή σεισμού) να συγκεντρωθούν οι ένοικοι της πολυκατοικίας. Τούτο δε πέραν της ανοχής που οφείλει να επιδεικνύει στην περίπτωση αυτή η ενάγουσα για χρήση από τους ενοίκους και του τμήματος της αποκλειστικής χρήσης της. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο προεκτιθέμενος περιορισμός στη χρήση του πιο πάνω τμήματος της ταράτσας εμβαδού 100 τ.μ., που διαφορετικά θα ήταν εξ ολοκλήρου κοινόχρηστη από το νόμο, είναι επιτρεπτός και σύμφωνος με το ν. 3741/1929 και επομένως, εφόσον και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε το ίδιο δεν έσφαλλε, οι δε σχετικοί λόγοι έφεσης, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε και ότι: α) οι δύο ηλιακοί θερμοσίφωνες που εξυπηρετούν τα διαμερίσματα των εναγομένων είναι τοποθετημένοι στο άλλο ως άνω τμήμα της ταράτσας που κατά τα άνω έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης η ενάγουσα και βρίσκονται στην ίδια συγκεκριμένη θέση από την ολοκλήρωση των εργασιών της πολυκατοικίας στο σημείο απόληξης των εσωτερικών σωληνώσεων που έχουν κατασκευαστεί προς τούτο από τους κατασκευαστές και δικαιοπαρόχους της ενάγουσας εταιρίας, ήτοι ήδη επί οκτώ (8) τουλάχιστον έτη, β) την κατάσταση αυτήν, ήτοι την θέση που βρίσκονται οι δύο αυτοί ηλιακοί θερμοσίφωνες αποδέχτηκαν οι κατασκευαστές και δικαιοπάροχοι της ενάγουσας καθώς και η ίδια η ενάγουσα μέχρι την άσκηση της αγωγής, γ) η ενάγουσα άσκησε την αγωγή της όταν ήδη με τη στάση των δικαιοπαρόχων της και της ίδιας ως άνω είχε δημιουργηθεί στους εναγομένους η πεποίθηση (που ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα) ότι δεν θα ανακινούσε ποτέ ~ο ένδικο ζήτημα, δ) η άσκηση της αγωγής από την ενάγουσα έγινε όχι διότι ενοχλείται από την τοποθέτηση των ηλιακών θερμοσίφωνων των διαμερισμάτων των εναγομένων στη συγκεκριμένη θέση, αλλά διότι οι εναγόμενοι μαζί με τους άλλους συνιδιοκτήτες διεκδίκησαν δικαστικά να απομακρυνθούν οι αυθαίρετες κατασκευές που η ενάγουσα είχε προβεί στην πολυκατοικία, η απομάκρυνση των οποίων και διατάχθηκε με την 770/2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ε) οι ηλιακοί θερμοσίφωνες δεν παρενοχλούν την ενάγουσα στη χρήση του χώρου που έχει ως άνω δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, δεδομένου ότι βρίσκονται στο άκρο του χώρου αυτού και καταλαμβάνουν πολύ μικρό τμήμα του και συγκεκριμένα 1,50 χ 1 μ. ο καθένας και στ) η τυχόν απομάκρυνση των ηλιακών αυτών θερμοσίφωνων των διαμερισμάτων των εναγομένων από τη θέση που βρίσκονται σήμερα καθιστά ανέφικτη την επανατοποθέτηση τους στην ταράτσα, δεδομένου ότι ο ελεύθερος ως άνω χώρος στο κοινόχρηστο τμήμα της δεν είναι κατάλληλος προς τούτο, αφού κατά τα μεγαλύτερο μέρος της ημέρας δεν το κτυπά ο ήλιος εξαιτίας του κλιμακοστάσιου και της πόρτας της απόληξης του που υπάρχουν εκεί. Υπό τα αποδεικνυόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η άσκηση του ένδικου δικαιώματος για απομάκρυνση των ηλιακών θερμοσίφωνων είναι πλέον μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και είναι γι' αυτό καταχρηστική, ήτοι αντίθετη στη διάταξη του όρθρου 281 του ΑΚ, αφού υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του, κατά τη βάσιμη σχετική ένσταση των εναγομένων. Είναι συνεπώς η αγωγή και η πρόσθετη ως άνω παρέμβαση που άσκησαν οι Ν. και Α. Γ. υπέρ της ενάγουσας, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής των εναγομένων, αβάσιμες κατ' ουσίαν και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν και συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον κατά τα άνω με την εκκαλούμενη απόφαση του, μετ' απόρριψη της ένστασης αυτής των εναγομένων, έκανε ως άνω δεκτή την αγωγή έσφαλε, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ αφού υπό τα ως άνω από την προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας να απομακρύνουν οι αναιρεσίβλητοι τους ηλιακούς θερμοσίφωνες που είναι τοποθετημένοι σε χώρο της αποκλειστικής αυτής χρήσης στην ταράτσα της επίμαχης πολυκατοικίας, δεν υπερβαίνει τα τιθέμενα από τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ όρια, και πρέπει επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η από 25-11-2006 αίτηση για αναίρεση της 3623/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους 1.Π. Δ. -Μ. 2.Α. Μ. 3. Ε. Β. και 4. Γ. Β. να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 ν. 4139/2013 στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3623/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Π. Δ. -Μ., 2. Α. Μ., 3. Ε. Β. και 4. Γ. Β.. Απορρίπτει την από 25-11-2006 αίτηση για αναίρεση της ως ανωτέρω απόφασης ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Παραπέμπει την υπόθεση ως προς τους ως ανωτέρω υπ. αριθμούς 1 έως και 4 αναιρεσιβλήτους προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους αυτούς στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ