Αριθμός 429/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καμπάνη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ε. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας παραστάθηκε αυτοπροσώπως με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23047/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1045/2011 και 1407/2011 διορθωτική της, του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14/9/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων προκύπτει ότι υπόχρεος προς πληρωµή της αµοιβής του δικηγόρου είναι εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης για την οποία αφορά η αµοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης, όταν αυτός δεν είναι ο εντολέας. Μόνο κατ' εξαίρεση, εάν ο αρχικός εντολοδόχος του κυρίου της υπόθεσης δικηγόρος έχει δικαίωµα από τη σύµβαση της εντολής µεταξύ αυτού και του πελάτη να διορίσει και διορίζει για την υπεράσπιση τούτου άλλο δικηγόρο, είτε ως µόνο υπερασπιστή είτε σε συµπαράσταση µε αυτόν, ο υποκατάστατος δικηγόρος έχει ευθεία αγωγή, σύµφωνα και µε τις διατάξεις των άρθρων 715 και 716 του Α.Κ., κατά του κυρίου της υπόθεσης, χωρίς να ευθύνεται παραλλήλως ο πρώτος εντολοδόχος. Εξάλλου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Στις 17.12.1997, επιβατικό αεροπλάνο της ουκρανικής εταιρίας "AEROSVIT" που εκτελούσε τακτική πτήση µεταφοράς επιβατών από το Διεθνές αεροδρόµιο της Οδησσού προ τον κρατικό αερολιµένα της Θεσσαλονίκης "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", προσέκρουσε σε ορεινή περιοχή των Πιερίων Ορέων µε αποτέλεσµα τον θάνατο του πληρώµατος και των επιβαινόντων. Μεταξύ των επιβατών ήταν η νεαρή σύζυγος του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) Ι. Μ. - Κ. και η µόλις ενός έτους κόρη τους Μ. Η.. Επιδιώκοντας την ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης καθώς και την αποκατάσταση της ζηµίας που υπέστη, ο εφεσίβλητος ανέθεσε στο δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ε. Ρ. να ασκήσει τις σχετικές αγωγές κατά της αεροπορικής εταιρίας, που ευθυνόταν για τα σφάλµατα των προστηθέντων από αυτήν κυβερνητών του σκάφους, και κατά του ελληνικού Δηµοσίου, ως υπεύθυνου για την αµέλεια που επέδειξαν οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, κατά τη διαδικασία της προσγείωσης του αεροσκάφους στο αεροδρόµιο της Θεσσαλονίκης. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο Ε. Ρ. κατέθεσε αφενός στο Πολυµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την 45798/1999 αγωγή κατά της αεροπορικής εταιρίας και αφετέρου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 23.10.2001 αγωγή κατά του Δηµοσίου, ζητώντας να καταψηφιστεί υπέρ του πελάτη του το ποσό των 413.500 και 760.087 ευρώ αντίστοιχα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 21160/2000 μη οριστική απόφασή του με την οποία διέταξε αποδείξεις, ενώ το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 3143/2002 οριστική απόφασή του, επιδίκασε στον εφεσίβλητο το ποσό των 48.000 ευρώ ως ηθική βλάβη και το ποσό των 175 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, για το χρονικό διάστημα από 17.12.1997 έως 27.2.2040. Το Νοέμβριο του 2002 ο εφεσίβλητος ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει στον Ε. Ρ. και παρέδωσε το φάκελο της υπόθεσης στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο), με την εντολή να συνεχίσει αυτός τις ενέργειες, ο δε εκκαλών αποδέχθηκε την εντολή. Στο μεταξύ, στις 30.4.1999, κι ενώ ο εφεσίβλητος συνεργαζόταν ακόμη με τον Ε. Ρ., οι γονείς και η αδελφή της Ι. Μ., με δήλωση την οποία υπέγραψαν στο ... και προσκομίζεται σε μετάφραση, δήλωσαν ότι παραχωρούν, εκχωρούν τα δικαιώματα τους για "δικαστική διαδικασία" με σκοπό την ικανοποίηση, εξασφάλιση των αξιώσεων αποζημίωσης σχετικά με το αεροπορικό δυστύχημα στον εφεσίβλητο και ότι μέχρις ότου δοθεί στην υπόθεση αυτή λύση από τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας, από την πλευρά τους δεν θα αναλάβουν σ' αυτήν την υπόθεση καμία νομική ενέργεια. Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος έδωσε εντολή στον εκκαλούντα να χειριστεί και αυτή την υπόθεση. Επειδή, όταν ο εκκαλών ανέλαβε την υπόθεση, οι αξιώσεις των εξ αίματος συγγενών της συζύγου και της κόρης του εφεσιβλήτου κατά της αεροπορικής εταιρίας είχαν ήδη υποπέσει στη διετή αποσβεστική προθεσµία του άρθρου 29 παρ. 1 της σύµβασης της Βαρσοβίας, ο εκκαλών άσκησε αγωγή µόνο σε βάρος του Δηµοσίου, την οποία κατέθεσε στο Τριµελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στις 12.12.2002, µε την οποία οι ενάγοντες αξίωναν να τους καταβληθεί συνολικά το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηµατική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Μεταξύ του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου αποδείχτηκε ότι δεν συµφωνήθηκε συγκεκριµένη αµοιβή, αλλά αυτή αφέθηκε να καθοριστεί στη συνέχεια και ανάλογα µε την πορεία της υπόθεσης και πάντως σε ποσοστό επί της υπόθεσης, το οποίο θα κυµαινόταν µεταξύ του 10 - 15%, εξ αιτίας του γεγονότος ότι στο δικηγορικό γραφείο του εκκαλούντος είχε ασκηθεί η µέλλουσα δεύτερη σύζυγος του εφεσίβλητου, η οποία και είχε µεσολαβήσει για να αναθέσει ο εφεσίβλητος τις παραπάνω υποθέσεις στον εκκαλούντα. Σε εκτέλεση των εντολών που έλαβε, ο εκκαλών αρχικά συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις για την µετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής στο Πολυµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση στις 27.9.2005. Εκδόθηκε η 41205/2005 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου µε την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα µέρος και αναγνωρίστηκε ότι η εναγόµενη αεροπορική εταιρία οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα (εφεσίβλητο) το ποσό των 130.000 ευρώ µε τους νόµιµους τόκους από την επίδοση της αγωγής, η δε εναγοµένη καταδικάστηκε και στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου από 4.000 ευρώ. Η εναγοµένη καθώς και ο εφεσίβλητος άσκησαν εφέσεις στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που τις συνεκδίκασε και τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιµες µε την 727/2007 απόφασή του. Ο εκκαλών παραστάθηκε στη συζήτηση της έφεσης και κατέθεσε προτάσεις για την υποστήριξη της έφεσης του πελάτη του και προτάσεις για την αντίκρουση της έφεσης της αντιδίκου του. Στη συνέχεια, µεταξύ της αεροπορικής εταιρίας και του εφεσίβλητου υπεγράφη το από 4.7.2007 ιδιωτικό συµφωνητικό µε το οποίο τα συµβαλλόµενα µέρη συµφώνησαν ώστε, προς αποφυγή περαιτέρω δικαστικών ενεργειών, να καταβληθεί από την εναγόµενη εταιρία στον εφεσίβλητο το ποσό των 219.000 ευρώ, πλέον της δικαστικής δαπάνης. Προς εξόφληση του ποσού η εναγοµένη παρέδωσε στον εκκαλούντα για λογαριασµό του εφεσίβλητου ισόποση τραπεζική επιταγή, πληρωτέα (κατά τα αναφερόµενα στο συµφωνητικό) εις διαταγήν του εφεσιβλήτου. Της συντάξεως του ιδιωτικού συµφωνητικού είχαν προηγηθεί διαπραγµατεύσεις µεταξύ του εκκαλούντος και του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγοµένης, που απέστειλε δύο τουλάχιστον σχέδια του συµφωνητικού στον εκκαλούντα επί των οποίων ο τελευταίος προέβαινε σε διορθώσεις. Βασική και εξαρχής διαφωνία του εκκαλούντος στο προτεινόµενο σχέδιο συµβιβασµού (βλ. τις ιδιόχειρες σηµειώσεις του στα σχέδια αυτού) ήταν η απαίτηση της εναγοµένης να τής εκχωρήσει ο εφεσίβλητος τις απαιτήσεις του έναντι του Ελληνικού Δηµοσίου, ενώ τελικώς συµφωνήθηκε να τής εκχωρήσει ο εφεσίβλητος τις απαιτήσεις έναντι οιωνδήποτε τρίτων πλην του Δηµοσίου. Ο εκκαλών, µετά την παραλαβή της επιταγής, προέβη σε εξαργύρωση αυτής και ενέβασε το ποσό σε λογαριασµό που τού είχε υποδείξει ο εφεσίβλητος, αφού παρακράτησε ως αµοιβή το ποσό των 21.900 ευρώ, δηλαδή το 10% του καταβληθέντος ποσού καθώς και το ποσό των 4.000 ευρώ που αντιστοιχούσε στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος µέχρι τότε δεν είχε καταβάλει στον εκκαλούντα οποιαδήποτε αµοιβή, δυσαρεστήθηκε από την ενέργεια του εκκαλούντος, και παρόλο που ο τελευταίος του είχε ήδη γνωστοποιήσει πώς υπολόγιζε την αµοιβή του, θεώρησε ότι την καθόρισε µόνος του σε υπερβολικό για τις υπηρεσίες του ποσό και, µε µήνυµα που έστειλε στο κινητό τηλέφωνο του εκκαλούντος, ανακάλεσε την εντολή χειρισµού όλων των σχετικών υποθέσεων. Ο εκκαλών στη συνέχεια προσδιόρισε την αµοιβή του σύµφωνα µε τα κατώτατα όρια, όπως αυτά ορίζονται στον Κώδικα Δικηγόρων, τα οποία και ζήτησε από τον εφεσίβλητο, καταλογίζοντας το ποσό που ήδη έλαβε στην αµοιβή του για την υπόθεση του εφεσίβλητου κατά της Aerosvit. Στο µεταξύ είχε εκδοθεί από το Τριµελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η 3143/20.9.2002 απόφαση του, η οποία επιδίκασε στον εφεσίβλητο το ποσό των 48.000 ευρώ ως χρηµατική ικανοποίηση και το ποσό των 175 ευρώ µηνιαίως για το χρονικό διάστηµα από 17.12.1997 έως 27.2.2040 ως αποζηµίωση για την στέρηση διατροφής. Κατά την επιδίκαση του ποσού της χρηµατικής ικανοποίησης, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, ως προς την εκτίµηση της υπαιτιότητας των οργάνων του Δηµοσίου, ότι οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, οι οποίοι, επιδεικνύοντας αµελή, σύµφωνα µε τους κανονισµούς, συµπεριφορά, δεν κατόρθωσαν να καθοδηγήσουν τους πιλότους του αεροσκάφους σε ασφαλή προσγείωση στο αεροδρόµιο της Θεσσαλονίκης, ευθύνονταν για την συντριβή του αεροσκάφους και το θάνατο των επιβαινόντων σε ποσοστό 20%, ενώ το υπόλοιπο 80% βάρυνε τους προστηθέντες της Aerosvit, µε συνέπεια τα ποσά που επιδικάστηκαν να είναι ιδιαίτερα χαµηλά σε σχέση µε αυτά που είχαν ζητηθεί. Κατά της απόφασης ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τον εκκαλούντα, ως πληρεξούσιο του εφεσιβλήτου, και από το Δηµόσιο, οι οποίες συζητήθηκαν στις 14.12.2004. Ο εκκαλών παραστάθηκε κατά τη συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις για την υποστήριξη της έφεσης του εντολέα του και για την αντίκρουση της έφεσης του Δηµοσίου. Το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, µε την 2134/2005 απόφασή του, συνεκδίκασε και δέχθηκε τις εφέσεις και αφενός µείωσε το ποσό της αποζηµίωσης κατά τα αναφερόµενα στο διατακτικό της απόφασης µερικότερα ποσά, αφετέρου αύξησε το ποσό της χρηµατικής ικανοποίησης σε 60.000 ευρώ. Τέλος, για την υπόθεση των συγγενών της συζύγου του εφεσιβλήτου, ο εκκαλών, αµέσως µόλις έλαβε την εντολή, κατέθεσε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την µε ηµεροµηνία κατάθεσης 17.12.2002 αγωγή, η οποία συζητήθηκε στις 11.1.2005, οπότε ο εκκαλών παραστάθηκε κατά τη συζήτησή της και κατέθεσε προτάσεις, και γι αυτήν εκδόθηκε η 2488/2005 µη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία διέταξε τη συµπλήρωση των αποδείξεων. Η αγωγή συζητήθηκε εκ νέου στις 5.2.2007, οπότε και πάλι παραστάθηκε ο εκκαλών και κατέθεσε προτάσεις, και εκδόθηκε η 130/2008 οριστική απόφαση που υποχρέωσε το Ελληνικό Δηµόσιο να καταβάλει στον καθένα από τους δυο πρώτους ενάγοντες το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηµατική ικανοποίηση για τη ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο της κόρης και εγγονής τους και στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηµατική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο της αδελφής της, ενώ έκριναν ως µη νόµιµο το αίτηµα καταβολής χρηµατικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατο της ανεψιάς της". Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Στην προκείµενη περίπτωση, σύµφωνα µε όσα ήδη εκτέθηκαν, οι εξ αίµατος συγγενείς της Ι. Μ., Πολωνοί υπήκοοι, φέρονται να παραχωρούν /εκχωρούν τα δικαιώµατά τους από την δικαστική διαδικασία στον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα). Ανεξάρτητα από το περιεχόµενο της µεταξύ τους συµφωνίας, που αφορά τα ως άνω συµβαλλόµενα µέρη και την µεταξύ τους σχέση, αν δηλαδή πρόκειται για νόµιµη σύµβαση εκχωρήσεως ή όχι, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού καθίσταται σαφές και αναµφίβολο, ότι αυτός που έδωσε εντολή στον εκκαλούντα να χειριστεί την υπόθεση ήταν ο εφεσίβλητος και όχι τα µέλη της οικογένειας Μ.. Οι τελευταίοι ουδέποτε ήρθαν σε επαφή µε τον εκκαλούντα, ούτε σε οποιαδήποτε συνεννόηση µαζί του, ούτε ποτέ ο εφεσίβλητος δήλωσε στον εκκαλούντα ότι για την συγκεκριµένη υπόθεση ενεργεί για λογαριασµό και ως αντιπρόσωπός τους ή ότι η επιλογή του εκκαλούντος από τον εφεσίβλητο ως πληρεξούσιου δικηγόρου τελούσε υπό την έγκρισή τους. Να σηµειωθεί ότι η ως άνω δήλωση φέρεται ότι συντάχθηκε στις 30.4.1990 και µεταφράζεται από τα πολωνικά στα ελληνικά ήδη από τις 19.5.1999 (βλ. βεβαίωση του µεταφραστή), δηλαδή τρία και πλέον χρόνια πριν από την ανάθεση της εντολής στον εκκαλούντα, συνεπώς δεν έγινε καθ' υπόδειξή του και µε πρόθεση να δεσµεύσει τον εφεσίβλητο και δεν θα µπορούσε να έχει άλλο δικαιολογητικό λόγο από την ανάθεση στον εφεσίβλητο της εξουσίας να χειριστεί την υπόθεση. Η δε εντολή δόθηκε από τον εφεσίβλητο στον εκκαλούντα κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας. Αντίθετο συµπέρασµα δεν µπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι οι ως άνω απέστειλαν στον εκκαλούντα πληρεξούσιο θεωρηµένο από το προξενικό γραφείο της Ελλάδας στη Βαρσοβία ώστε να µπορέσει αυτός να τους εκπροσωπήσει στα διοικητικά δικαστήρια, διότι χωρίς αυτό η παράστασή του δεν θα ήταν νόµιµη. Τέλος, το γεγονός ότι οι ως άνω φέρονται να "ανακαλούν" την εντολή τους αµέσως µετά την διάρρηξη των σχέσεων µεταξύ εκκαλούντος και εφεσίβλητου, στη συνέχεια δε να ζητούν πληροφορίες για την υπόθεση µέσω των προξενικών αρχών, καταδεικνύει ότι ο εφεσίβλητος ήταν αυτός που ρύθµιζε την υποτιθέµενη σχέση τους µε τον εκκαλούντα και ότι ουδέποτε είχαν έρθει σε επαφή µε αυτόν για να του δώσουν οδηγίες ή να πληροφορηθούν την εξέλιξη της υπόθεσής τους. Μόνο το γεγονός ότι ήταν οι κύριοι της υπόθεσης, της οποίας τη δίκη διεξήγαγε ο εκκαλών, δεν αρκεί, σύµφωνα και µε όσα αναφέρονται στη µείζονα σκέψη, για να τους προσδώσει την ιδιότητα του εντολέα". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδ. με άρθρο 713 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ειδικότερα, οι παραδοχές της αποφάσεως ότι αυτός που έδωσε εντολή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο να χειριστεί την υπόθεση ήταν ο αναιρεσείων και όχι τα µέλη της οικογένειας Μ., τα οποία ουδέποτε ήρθαν σε επαφή ή συνεννόηση μαζί του, για να του δώσουν οδηγίες ή να πληροφορηθούν την εξέλιξη της υπόθεσής τους και ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων δήλωσε στον αναιρεσίβλητο ότι για την συγκεκριµένη υπόθεση ενεργεί για λογαριασµό και ως αντιπρόσωπός τους ή ότι η επιλογή του αναιρεσίβλητου ως πληρεξούσιου δικηγόρου τελούσε υπό την έγκρισή τους και ακόμη ότι αντίθετο συµπέρασµα δεν µπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι οι ως άνω απέστειλαν στον αναιρεσίβλητο (δικηγόρο) πληρεξούσιο θεωρηµένο από το προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Βαρσοβία ώστε να µπορέσει να τους εκπροσωπήσει στα διοικητικά δικαστήρια, διότι χωρίς αυτό η παράστασή του δεν θα ήταν νόµιµη, αποτελούν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία και στηρίζουν με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο η εντολή προς τον αναιρεσίβλητο προς διεξαγωγή της ως άνω υποθέσεως της οικογένειας Μ. δόθηκε από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.Α.Π. 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια δεν υπάρχει, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: α) της από 30-4-1999 δηλώσεως των μελών της οικογένειας Μ., β) του από 18-12-2002 πληρεξουσίου και γ) της από 4-7-2008 ανάκλησης αυτού, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα στα έγγραφα αυτά και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων ήταν ο εντολέας της υπόθεσης Μ. στο Διοικητικό Δικαστήριο και όχι ότι αυτός ενήργησε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό των αναφερομένων μελών της οικογένειας αυτής. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα της υποθέσεως (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκη βεβαίωση και έγγραφα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους) και τα ως άνω έγγραφα. Μάλιστα, εδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση επί λέξει αναφέρεται ότι "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού καθίσταται σαφές και αναμφίβολο, ότι αυτός που έδωσε εντολή στον εκκαλούντα (αναιρεσείοντα) να χειριστεί την υπόθεση ήταν ο εφεσίβλητος (αναιρεσείων) και όχι τα μέλη της οικογένειας Μ....... (και ότι) αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από το γεγονός ότι οι ως άνω απέστειλαν στον εκκαλούντα πληρεξούσιο θεωρημένο από το προξενικό γραφείο της Ελλάδος στη Βαρσοβία ώστε να μπορέσει αυτός να τους εκπροσωπήσει στα διοικητικά δικαστήρια, διότι χωρίς αυτό η παράστασή του δεν θα ήταν νόμιμη". Έτσι, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να τα εξάρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί με το λόγο αυτό πλήττεται στην πραγματικότητα το εκ της συνεκτίμησης αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου και επομένως συνιστά αιτίαση που ανάγεται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 "περί ρυθµίσεως θεµάτων τινών των δικηγόρων "στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρµόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν: α) Δια τας ενώπιον του µονοµελούς πρωτοβαθµίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριµελούς πρωτοβαθµίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθµίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τα ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις. Στη συνέχεια µε το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "περί ρυθµίσεως θεµάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι: ''Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ. 2 του αρθρ. 4 του ν. 4507/1966 εφαρµόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζοµένων υποθέσεων". Σκοπός των παραπάνω ρυθµίσεων ήταν ο καθορισµός της αµοιβής των δικηγόρων στις υποθέσεις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων, που ιδρύθηκαν µετά τη θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τρόπο οµοιόµορφο µε όσα ίσχυαν στις πολιτικές υποθέσεις, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρά το άρθρο 152 του κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόµενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθµιση ο νοµοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθµίζουν γενικά τις αµοιβές των δικηγόρων στις υποθέσεις ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αµοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Αντίθετο επιχείρηµα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείµενο του ν. 4507/1966 γιατί η λέξη "ενώπιον" που χρησιµοποιείται προς υποδήλωση της αρµοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ' αποκλεισµό των εργασιών της προδικασίας. Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιµοποιείται η διατύπωση" ενώπιον των ... " και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρα 99, 155 παρ. 1. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του 100 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "του Κώδικα περί Δικηγόρων", το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 107 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως το ελάχιστο όριο αµοιβής του µεν δικηγόρου του εναγοµένου είναι ίσο µε αυτό που ορίζεται στα άρθρα 100 επ. για τη σύνταξη της αγωγής (δηλαδή 2% επί της αξίας του αντικειµένου), του δε δικηγόρου του ενάγοντος το µισό (δηλ. 1%), το οποίο µισό ορίζεται ως αµοιβή µε το άρθρο 107 παρ. 2 για τους δικηγόρους και των δύο διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των εποµένων συζητήσεων στο ίδιο δικαστήριο . Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι δεν συµφωνήθηκε ιδιαίτερη συγκεκριµένη αµοιβή για την υπόθεση Μ. και εποµένως στον εκκαλούντα (αναιρεσίβλητο) οφείλονται τα ελάχιστα όρια αµοιβών, σύµφωνα µε τον Κώδικα περί Δικηγόρων, τα οποία και ζητεί µε την αγωγή του. Ακολούθως, την αμοιβή αυτή υπολόγισε ως εξής: Για τη σύνταξη της 669/2002 αγωγής στο Τριµελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ποσό 10.000 ευρώ (190.000 + 190.000 + 120.000 = 500.000 ευρώ * 2% = 10.000). Για την κατάθεση προτάσεων της πρώτης συζήτησης 5.000 ευρώ (500.000 * 1%). Για την κατάθεση προτάσεων της δεύτερης συζήτησης ομοίως 5.000 ευρώ και συνολικά 20.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση, από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου, ότι δεν οφείλεται στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο ιδιαίτερη αμοιβή για τη σύνταξη της ένδικης αγωγής γιατί αυτός προέβη σε αντιγραφή άλλης αγωγής άλλου δικηγόρου, που είχε την ίδια ιστορική και νομική αιτία και ως εκ τούτου δεν απαιτήθηκε για τη σύνταξή της ιδιαίτερη δικηγορική εργασία, είναι απαράδεκτη, γιατί ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το ποσό των 2.120 ευρώ που κατέβαλε ο αναιρεσείων στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο αποτελούσε έξοδα για καταθέσεις και επιδόσεις δικογράφων και έξοδα παραστάσεων, ενώ το ποσό αυτό αποτελούσε προείσπραξη δικηγορικής αμοιβής που προκαταβάλλεται στο ταμείο του Δικηγορικού Συλλόγου, κατ' άρθρο 96 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Με το λόγο όμως αυτό αποδίδεται σφάλμα στην απόφαση του Εφετείου περί την εκτίμηση πραγμάτων, ήτοι για κρίση αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επομένως, ο λόγος αυτός με τον οποίο προσάπτεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-10-2011 αίτηση του Κ. Κ. του Μ. για αναίρεση της 1045/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την 1407/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ