Αριθμός 650/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λειβαδιώτου-Σαξωνή, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Αντωνίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν η 198/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 100/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-12-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 03.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 422/26/03.12.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 100/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της, εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 198/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την από 06.06.2016 με αριθμό κατάθεσης 34/2016 αγωγή αυτής περί αναγνώρισης ακυρότητος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ως καταχρηστικής, αποδοχής των υπηρεσιών της και καταψήφισης αποδοχών υπερημερίας (τις τελευταίες και επικουρικώς βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων) και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εν μέρει ως αόριστη και δη ως προς α) το αίτημα που έβαλε κατά του κύρους της καταγγελίας διότι η εναγομένη δεν έλαβε υπόψη τις οικονομικές και οικογενειακές ανάγκες της ενάγουσας, β) το αίτημα καταψήφισης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και γ) την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 45/2021, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού (ΑΠ 711/2021, ΑΠ 345/2021, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1694/2012). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 711/2021, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1694/2012). Εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, διότι, κατά τα ιστορούμενα στο οικείο δικόγραφο, η καταγγελία έλαβε χώρα από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας του εργοδότη συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε αυτόν, συμπεριφοράς του απολυθέντος ενάγοντος και συνακόλουθα ζητείται να επιδικασθούν αποδοχές υπερημερίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να απασχολήσει τον απολυθέντα μισθωτό στη προηγούμενη θέση του, ο προς απόκρουση της ως άνω αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα, όχι για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής (δηλαδή του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας) (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 179/2016). Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου να αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της εξακολούθησης της συσσώρευσης ζημιών (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 485/2019), η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 485/2019). Ούτε ελέγχεται δικαστικά η στα πλαίσια αυτά επιχειρηματική επιλογή του εργοδότη να αναθέσει ορισμένες εργασίες που μέχρι τώρα εκτελούνταν από προσωπικό της επιχείρησης σε τρίτη επιχείρηση, δυνάμει σχετικής σύμβασης έργου ή παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, καταργώντας έτσι θέσεις εργασίας (ΑΠ 485/2019). Ελέγχεται όμως, αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 345/2021, ΑΠ 485/2019 ΑΠ 606/2017, ΑΠ 1033/2017, ΑΠ 2243/2013, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 638/2008). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 128/2021, ΑΠ 1199/2018). Ειδικότερα, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή της και, επιπλέον, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 897/2018). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 232/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο από αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 1199/2018). Ο όρος "πράγματα" έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με εκείνο, που αναφέρεται πιο πάνω, της διάταξης του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε με την αγωγή, τις προτάσεις, την έφεση και τους πρόσθετους λόγος της έφεσής της χωρίς να επικαλείται, ποιά συγκεκριμένη πλημμέλεια στην ερμηνεία ή εφαρμογή και ποιών κανόνων δικαίου αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και ποιους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που προέβαλε δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με την παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι "η ήδη αναιρεσίβλητη εναγομένη (ως ναυτιλιακή εταιρία) λόγω των δυσμενών συνθηκών που επικρατούν στον κλάδο της ναυτιλίας, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και παγκοσμίως, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης κατά την τελευταία δεκαετία αναγκάστηκε να λάβει διάφορα οικονομικής φύσεως μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η συνέχιση της λειτουργίας της. Ειδικότερα, ... το μήνα Απρίλιο του 2016 αποφάσισε να καταργήσει το τμήμα καθαριότητας της επιχείρησής της, στο οποίο απασχολούνταν η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) και η .... και να αναθέσει τον καθαρισμό των εγκαταστάσεών της στην ….. σε εργολάβο εταιρία. ... Επομένως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας οφειλόταν στους προαναφερόμενους λόγους και όχι σε οποιοδήποτε αίσθημα μίσους ή εμπάθειας των εκπροσώπων της εναγομένης εναντίον της, αφού κάτι τέτοιο παρά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην αγωγή της δεν αποδείχθηκε ...", δέχθηκε ως πράγμα χωρίς απόδειξη τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στον κλάδο της ναυτιλίας εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης και εντεύθεν και της εναγομένης ως ναυτιλιακής εταιρίας και το πρόβλημα βιωσιμότητας αυτής (εναγομένης). Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή λόγο έφεσης, καθώς επί της ένδικης αγωγής από την απολυθείσα εργαζομένη (ήδη αναιρεσείουσα) με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της αορίστου χρόνου ως καταχρηστικής, διότι, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, η καταγγελία έλαβε χώρα από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας της εναγομένης εργοδότιδος (ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας) συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σ' αυτήν συμπεριφοράς της (και συνακόλουθα διώκεται και η επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας και η υποχρέωση της εναγομένης εργοδότιδος να απασχολήσει την απολυθείσα ενάγουσα μισθωτό στη προηγούμενη θέση της), ο προς απόκρουση της ως άνω αγωγής ισχυρισμός της εναγομένης εργοδότιδος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα, όχι για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, όπως για οικονομοτεχνικούς λόγους και δη την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της επιχείρησης και τη μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικούς που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, συνιστά, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και δη του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας' σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην σχετική του κρίση έλαβε υπόψη τα εν γένει προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους και αναφερόμενα στην απόφαση αυτήν αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα), χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογηθεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη. Επίσης ο ίδιος λόγος από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, με την παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η κατάργηση του τμήματος καθαριότητος ήταν η πιο ενδεδειγμένη ενέργεια εκ μέρους της εναγομένης εγοδότιδος εταιρίας για να μειώσει το λειτουργικό μισθολογικό κόστος, δέχθηκε πράγμα χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, ενόψει του ότι, σύμφωνα και με τα προεκτέθεντα στη νομική σκέψη, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, η απόφαση (επιλογή) του εργοδότη καθεαυτή να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό, όπως με την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την κατάργηση θέσεων εργασίας και τη μείωση του προσωπικού και εντεύθεν του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης, δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια (ενώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι με την αναίρεση, δεν προβάλλεται ζήτημα σχετικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio) ή/και τον τρόπο επιλογής της αναιρεσείουσας ως απολυτέας βάσει των κριτηρίων του άρθρου 281 ΑΚ). Επομένως, οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Άλλωστε, στην πραγματικότητα υπό την επίφαση προβολής του ανωτέρω αναιρετικού λόγου επιχειρείται να πληγεί η αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως (2ος), κατά της σ' αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, περιλαμβανόμενης αιτιάσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στον κλάδο της ναυτιλίας εξαιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης και το πρόβλημα βιωσιμότητας της εναγομένης, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "πράγματα" υπό την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για τον ίδιο ακριβώς λόγο που αναφέρεται αμέσως ανωτέρω κατά την απόρριψη του λόγου αναίρεσης εκ του αριθμ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης εφεσίβλητης τόσο κατά τον πρώτο όσο και κατά τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, αυτή, αρνούμενη τον επικαλούμενο στην αγωγή καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας, ισχυρίστηκε ότι αντιμετωπίζει όπως όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου τις δυσμενείς συνέπειες της οικονομικής κρίσης και με σκοπό την επιβίωσή της έχει ξεκινήσει μια συστηματική προσπάθεια εξορθολογισμού των δαπανών της, βελτιστοποίησης των λειτουργιών της και περιστολής των δαπανών της ... προκειμένου να επιβιώσει η εταιρία στο ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, και δεν ήταν αναγκαίο να παραθέτει επιπλέον στοιχεία ως προς τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπιζε, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη λόγων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ και δη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως περί του αντιθέτου ισχυρίζεται έστω και με τις προτάσεις της-υπόμνημα που κατέθεσε εντός του τριημέρου μετά τη συζήτηση (570 παρ. 1 ΚΠολΔ) η αναιρεσείουσα, και επομένως δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 03.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 422/26/03.12.2021 αίτηση αναίρεσης της 100/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27 Απριλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ