ΑΡΙΘΜΟΣ 981/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 159/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 13 Ιουνίου 2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1229/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 558/6-12-2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ'άρθρο 485 §1 Κ.Π.Δ. τις υπ'αρ. 14 και 15/13-6-2006 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2 , αμφοτέρων του ...., αντίστοιχα (δυνάμει του υπ΄αρ. .... από.... ειδικού πληρεξουσίου τους (συμβολαιογραφικού) προς την πληρεξούσια δικηγόρο Αθηνών Αλεξάνδρα Γιάκη), κατά του υπ'αριθ. 159/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αρ. 77 και 78/2005 εφέσεις των τώρα αναιρεσειόντων κατά του υπ'αρ. 656/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιά για πλαστογραφία με χρήση από κοινού κατ΄επάγγελμα και εξακολούθηση και απάτη από κοινού κατ΄επάγγελμα και εξακολούθηση με σκοπό περιουσιακού οφέλους δια βλάβης τρίτου και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Β) Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473§1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με τις ως άνω από 13-6-06 δηλώσεις των αναιρεσειόντων στο Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά, για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ΄αρ. 14 και 15/2006 εκθέσεις αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα τους είχε επιδοθεί την 19-6-06 και 12-6-06, αντίστοιχα, και είναι τυπικά δεκτές. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη (ΑΠ 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762). Δ) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131). Ε) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με αναφορά εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, που μνημονεύει όλα κατ΄είδος τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής: Α) Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπο και χρόνο ενεργώντας από κοινού με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα κατ' εξακολούθηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: Στον Πειραιά, κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-2002 έως 23-4-2002, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, κατάρτισαν εξ υπαρχής πλαστά κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησαν αυτά τα έγγραφα, ενώ αυτοί διαπράττουν πλαστογραφίες κατ΄επάγγελμα, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα χρησιμοποιώντας έγχρωμα φωτοαντίγραφα επιταγών των Τραπεζών "E.F.G Eurobank Ergasias" και "Εγνατία Τράπεζα ΑΕ" κατάρτισαν τις με αριθμούς...,...., ...., ...., ...., ...., .... και .... επιταγές της Τράπεζας "E.F.G Eurobank Ergasias" οι πέντε (5) πρώτες και της Εγνατίας Τράπεζας οι τελευταίες θέτοντας σε κάθε μία εξ αυτών: α) στην θέση "τόπος" την Αθήνα σης πέντε (5) πρώτες και τον Πειραιά σης τελευταίες, β) στην θέση "ημερομηνία" την ...., ..., ..., ...., ..., ...,... και ...αντιστοίχως γ) στη θέση "ποσό" το ποσό 7 των 43.100 ευρώ, 10.200 ευρώ, 54.910 ευρώ, 8.190 ευρώ, 13.800 ευρώ, 32.200 ευρώ, 23.930 ευρώ και 31.810 ευρώ αντιστοίχως, δ) στη θέση "αριθμός επιταγής" τους προαναφερόμενους αριθμούς, ε) στη θέση του εκδότη τις παραποιημένες σφραγίδες της εταιρείας "SUPER ΜΑΡΚΕΤ ΛΙΑΣΚΟΣ ΑΕΕ", στις πέντε (5) πρώτες και της εταιρείας "ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΒΕΕ" στις τελευταίες καθώς και κατ΄ απομίμηση την υπογραφή των νομίμων εκπροσώπων των εταιρειών αυτών, στ) στη θέση "με χρέωση του λογαριασμού μου" τους αριθμούς .... ... στις πέντε (5) πρώτες και τον αριθμό .....στις τελευταίες οι οποίοι δεν ανήκουν στους φερόμενους εκδότες αυτών, ζ) στη θέση "πληρώσατε με την επιταγή μου αυτή σε διαταγή" το όνομα "Ψ1" στις πρώτη, τρίτη και πέμπτη1 την επωνυμία "..... ΟΕ" στις δεύτερη και τέταρτη και το όνομα "Ψ2" στις τελευταίες οι οποίοι τυγχάνουν ανύπαρκτα πρόσωπα και η) στη θέση της "πρώτης οπισθογράφησης" τη σφραγίδα και την υπογραφή των ως άνω ανύπαρκτων προσώπων Ψ1 και Ψ2 αντίστοιχα, φερομένων ως ληπτών των επιταγών. Τις παραπάνω πλαστές επιταγές κατάρτισαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τn χρήση τους τον εγκαλούντα Ζ1 ,σχετικά με γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και δη σχετικά με το γεγονός ότι αυτές είναι γνήσιες εκδοθείσες κατά τον αναφερόμενο σε αυτές τόπο και χρόνο από το αναγραφόμενο στη θέση του εκδότη πρόσωπο, συρόμενες από τον τυπωμένο σε αυτές λογαριασμό του τελευταίου. Ακολούθως δε έκαναν χρήση των ανωτέρω πλαστών επιταγών, τις οποίες., αφού οπισθογράφησαν, τις παρέδωσαν στους υπαλλήλους της μεταφορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΦΑΜ ΑΕ ΕΘΝΙΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ" στην Λαχαναγορά, ώστε στην συνέχεια να τις παραδώσουν αυτοί στον ως άνω εγκαλούντα χάριν καταβολής του ισόποσου των επιταγών τιμήματος για τα τυροκομικά προϊόντα που αυτοί αγόρασαν από αυτόν και τους παραδόθηκαν. Με τις ανωτέρω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην αξία των πιο πάνω ειδών και ποσοτήτων τυριών που τους παραδόθηκαν, βλάπτοντας τον εγκαλούντα, ενώ εξάλλου αυτοί επιχειρούν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και τη διαμόρφωση σχετικής υποδομής (κατασκευή πλαστών σφραγίδων κλπ) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, το δε συνολικό όφελος το οποίο αποκόμισαν και το οποίο συνίσταται στην αξία των εμπορευμάτων που τους παραδόθηκαν και η αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ανερχόμενα σε 218.040 ευρω και Β) Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 25-2-2002 έως -23-4-2002, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος αφενός μεν έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, αφετέρου δε έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το έγκλημα της απάτης επιχείρησαν πράξη που περιέχει αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού, πλην δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους βούληση αλλά από εμπόδια εξωτερικό, ήτοι επιχείρησαν με τον ως άνω σκοπό να βλάψουν ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών δεν ολοκλήρωσαν όμως την μερικότερη πράξη του εγκλήματος αυτού από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς τους. Εξάλλου αυτοί διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσά των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρονικό διάστημα, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον εγκαλούντα Ζ1, ο οποίος όπως γνώριζαν από προηγούμενη συνεργασία τους, την οποία είχαν πραγματοποιήσει υπό την αληθινή τους ταυτότητα και ιδιότητα (έμποροι τυροκομικών προϊόντων), διατηρούσε τυροκομείο στη ....Λέσβου και ασχολείτο με τη χονδρική πώληση διαφόρων ειδών τυριών παραγωγής του σε διάφορους εμπόρους σε όλη την Ελλάδα και συστηνόμενοι σε αυτόν με τα ονόματα Ψ1 και Ψ2, τα οποία ανήκουν σε ανύπαρκτα πρόσωπα, ενεργώντας με τον πιο πάνω σκοπό, παρέστησαν σε αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι ήταν δήθεν τα ανωτέρω ανύπαρκτα πρόσωπα, ότι ήταν μεγαλέμποροι τυροκομικών προϊόντων και ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν από αυτόν μεγάλες ποσότητες τυριών διαφόρων ειδών και με τον τρόπο αυτό τον έπεισαν να καταρτίσει μαζί τους προφορική σύμβαση πώλησης των παρακάτω αναφερομένων λεπτομερώς κατ' είδος και ποσότητα εμπορευμάτων, ως τρόπο δε καταβολής του τιμήματος των προϊόντων αυτών συμφωνήθηκε το σύστημα της αντικαταβολής στην μεταφορική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΦΑΜ ΑΕ ΕΘΝΙΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ", εδρεύουσα στη Μυτιλήνη και διατηρούσα υποκατάστημα στην κεντρική λαχαναγορά Αθηνών επί της οδού ...., ίσης αξίας μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών διαφόρων πελατών τους, η πληρωμή των οποίων ήταν εξασφαλισμένη. Σε εκτέλεση δε της ως άνω σύμβασης ο εγκαλών τους απέστειλε και στη συνέχεια αυτοί παρέλαβαν μέσω της προαναφερόμενης μεταφορικής εταιρείας τις κάτωθι ποσότητες τυριών: 1) στις .... με το υπ' αριθμ..... δελτίο αποστολής- τιμολόγιο εκδόσεως του τους απέστειλε με τον παραπάνω τρόπο ποσότητα 2.861 κιλών γραβιέρας αξίας 17.619,75 ευρώ, η οποία τους παραδόθηκε από τον μεταφορέα Β1, τον οποίο είχαν προσλάβει προκειμένου να εκτελέσει την ως άνω μεταφορά με το υπ' αριθμ.κυκλ. .... φορτηγό του, την οποία αυτοί μεταφόρτωσαν σε φορτηγό μάρκας MERCEDES, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία τους και στη συνέχεια του παρέδωσαν χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος μέσω του πρακτορείου μεταφορών στη Μυτιλήνη τις με αριθμό .... και .... μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας E.F.G Eurobank-Ergasias, ποσού 8.190 ευρώ και 10.200 ευρώ εκάστη αντιστοίχως, συρόμενες από τον με αριθμό .... λογαριασμό, εκδοθείσες στην Αθήνα στις .... και ... αντιστοίχως από την εταιρεία SUPER ΜΑΡΚΕΤ ΛΙΑΣΚΟΣ ΑΕΕ σε διαταγή της εταιρείας με την επωνυμία "..... ΟΕ", τις οποίες η τελευταία φερόταν ότι μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα, 2) στις .... με το υπ' αριθμ..... δελτίο αποστολής- τιμολόγιο εκδόσεως του, τους απέστειλε με τον παραπάνω τρόπο ποσότητα 715 κιλών λαδοτύρι και 6.465 κιλών γραβιέρα, συνολικής αξίας 43.100 ευρώ, η οποία τους παραδόθηκε από μεταφορέα, τον οποίο είχαν προσλάβει προκειμένου να εκτελέσει την ως άνω μεταφορά και αυτοί του παρέδωσαν χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος μέσω του πρακτορείου μεταφορών στη Μυτιλήνη την με αριθμό .... μεταχρονολογημένη επιταγή της ως άνω Τράπεζας ποσού 43.100 ευρώ, συρόμενη από τον. αυτό ως άνω λογαριασμό, εκδοθείσα στην Αθήνα στις ....από την εταιρεία με την επωνυμία SUPER ΜΑΡΚΕΤ ΛΙΑΣΚΟΣ ΑΕΕ σε διαταγή του Ψ1, την οποία ο τελευταίος φερόταν ότι είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα, 3) στις.... με το υπ' αριθμ. .... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο εκδόσεώς του, τους απέστειλε με τον παραπάνω τρόπο ποσότητα 4.191 κιλών γραβιέρα, 180 κιλών λαδοτύρι και 1.375 κιλών φέτα, συνολικής αξίας 31.990,27 ευρώ, η οποία τους παραδόθηκε από μεταφορέα, τον οποίο είχαν προσλάβει προκειμένου να εκτελέσει την ως άνω μεταφορά και στη συνέχεια του παρέδωσαν χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος μέσω του πρακτορείου μεταφορών στη Μυτιλήνη την υπ'αριθμ..... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εγνατίας Τράπεζας, ποσού 32.200,συρόμενη από τον με αριθμό ....λογαριασμό, εκδοθείσα στον Πειραιά στις ... από την εταιρεία με την επωνυμία "Στεφάνου ΑΒΕΕ" σε διαταγή του Ψ2 , την οποία ο τελευταίος φερόταν ότι μεταβίβασε στον εγκαλούντα, 4) στις ... με το με αριθμό .... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής εκδόσεως του, τους απέστειλε με τον αυτό ως άνω τρόπο ποσότητα 8.260 κιλών γραβιέρα και 1.080 κιλών λαδοτύρι, συνολικής αξίας 56.927,30 ευρώ, η οποία τους παραδόθηκε από μεταφορέα, τον οποίο είχαν προσλάβει προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω μεταφορά και αυτοί του παρέδωσαν χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος μέσω του πρακτορείου μεταφορών στη Μυτιλήνη την με αριθμό .... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας EFG Eurobank-Ergasias ποσού 54.910 ευρώ, συρόμενη από το με αριθμό ..... λογαριασμό, εκδοθείσα στην Αθήνα στις ... από την εταιρεία με την επωνυμία SUPER ΜΑΡΚΕΤ ΛΙΑΣΚΟΣ ΑΕΕ σε διαταγή του Ψ1, την οποία ο τελευταίος φερόταν ότι είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα, 5) στις ... με το υπ' αριθμ..... τιμολόγιο-δελτίο αποστολής εκδόσεως του, τους απέστειλε με τον αυτό ως άνω τρόπο ποσότητα 3.049 κιλών γραβιέρα, 5.100 κιλών κεφαλογραβιέρα, 527 κιλών λαδοτύρι και 58 κιλών φέτα, συνολικής αξίας 53.105,85 ευρώ η οποία τους παραδόθηκε από μεταφορέα, τον οποίο είχαν προσλάβει προκειμένου να εκτελέσει την εν λόγω--.μεταφορά και αυτοί του παρέδωσαν χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος μέσω του πρακτορείου μεταφορών στη Μυτιλήνη τις με αριθμούς....και .... μεταχρονολογημένες επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 23.930 και 31.810 ευρώ αντιστοίχως, συρόμενες από το με αριθμό .... λογαριασμό, εκδοθείσες στον Πειραιά στις ... από την εταιρεία με την επωνυμία Στεφάνου ΑΒΕΕ σε διαταγή Ψ2, τις οποίες ο τελευταίος φερόταν ότι είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στον εγκαλούντα και 6) στις 23-4-2002 επιχείρησαν μερικότερη πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της απάτης και συγκεκριμένα με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος επιχείρησαν να βλάψουν ξένη περιουσία με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεώς τους, ειδικότερα δε αφού παρέστησαν ψευδώς κατά τα ανωτέρω στον εγκαλούντα, συστηνόμενοι τηλεφωνικά σε αυτόν με τα ανύπαρκτα ονόματα Ψ1 και Ψ2 ότι ήταν δήθεν τα ανωτέρω ανύπαρκτα πρόσωπα, ότι ήταν μεγαλέμποροι τυροκομικών προϊόντων και ενδιαφέρονταν να αγοράσουν από αυτόν 2.246 κιλά τυρί κεφαλογραβιέρα αξίας 13.689,37 ευρώ, του παρήγγειλαν την εν λόγω ποσότητα, την οποία αυτός τους απέστειλε με τον ίδιο ως άνω τρόπο εκδίδοντας για το λόγο τούτο το με αριθμό .... δελτίο αποστολής-τιμολόγιο, ακολούθως δε αυτοί επεχείρησαν να παραλάβουν το ως άνω εμπόρευμα χρησιμοποιώντας για την εκτέλεση της μεταφοράς από το πρακτορείο μεταφορών "ΕΦΑΜ ΕΘΝΙΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ" τον μεταφορέα Β1, τον οποίοι είχαν προσλάβει για το σκοπό αυτό και στον οποίο είχαν δώσει την με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας EFG Eurobank-Ergasias ποσού 13.800 ευρώ, προκειμένου να την παραδώσει στον εγκαλούντα μέσω του ως άνω πρακτορείου μεταφορών χάριν καταβολής του ως άνω τιμήματος, πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν τον εγκληματικό τους σκοπό από λόγους ανεξάρτητους της βουλήσεως τους και ειδικότερα διότι ενώ ο ως άνω μεταφορέας είχε παραλάβει τα εμπορεύματα από το προαναφερόμενο πρακτορείο μεταφορών παραδίδοντας συνάμα στους υπαλλήλους αυτού την ως άνω τραπεζική επιταγή και κατευθυνόταν προς το σημείο από όπου είχαν προσυμφωνήσει να παραλάβουν το εμπόρευμα (Ψυγεία .... Αθήνα), αυτοί επειδή αντιλήφθησαν την παρακολούθηση του φορτηγού αυτοκινήτου του ως άνω μεταφορέα από οχήματα της αστυνομίας τον ειδοποίησαν τηλεφωνικά, προφασιζόμενοι βλάβη του οχήματος τους στο οποίο θα γινόταν η μεταφόρτωση, να επιστρέψει το εμπόρευμα στο πρακτορείο μεταφορών από όπου το είχε παραλάβει. Πείθοντας δε με τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις τους τον εγκαλούντα να τους πωλήσει, και να τους παραδώσει τις προαναφερόμενες ποσότητες τυριών συνολικής αξίας 216.432,54 ευρώ, έβλαψαν την περιουσία του κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχο δικό τους παράνομο όφελος, εφόσον εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι οι ως άνω τραπεζικές επιταγές τις οποίες παρέδωσαν στον εγκαλούντα χάριν καταβολής του τιμήματος των ως άνω εμπορευμάτων κατά τα αρχικώς μεταξύ τους συμφωνηθέντα ήταν εξ ολοκλήρου πλαστές ως στην υπό στοιχείο Α πράξη του παρόντος λεπτομερώς αναφέρεται και ουδέποτε πληρώθηκαν κατά τον χρόνο εμφάνισης τους προς πληρωμή. Εξάλλου από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (όπως συνάγεται από τον τρόπο, τα μέσα, τις περιστάσεις και την επινοητικότητα υπό τις οποίες τέλεσαν την πράξη τους) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, το δε συνολικό όφελος αυτών και η αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, ανερχόμενα σε 218.040 ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε μετά την από 31-10-2002 έγκληση του εγκαλούντος Ζ1 , την οποία αυτός εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά αυθημερόν, καθώς και μετά αυτεπάγγελτη προανάκριση, που διενήργησαν οι αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές, το αποδεικτικό υλικό της οποίας διαβιβάσθηκε με την υπ' αρ. πρωτ.1053/3/8-γ/24-9-2002 αναφορά του Τμήματος Δημόσιας Ασφάλειας της Υπ/νσης Ασφάλειας Πειραιά στον ίδιο ως άνω Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά. Οι ποινικές δικογραφίες, που συσχετίσθηκαν και διενεργήθηκε στη συνέχεια κύρια ανάκριση, που περατώθηκε νόμιμα, είναι οι υπ' ABM A02-2786 και ΑΒΜ Γ02-7949, αντίστοιχα. Ο εγκαλών, Ζ1, διατηρεί από πολλών ετών τυροκομείο στην .... Λέσβου και πωλεί χονδρικώς τυριά διαφόρων ειδών παραγωγής του σε εμπόρους από ολόκληρη την Ελλάδα. Κατά το παρελθόν είχε εμπορική συνεργασία με τους νυν κατηγορούμενους Χ2 και Χ1, οι οποίοι διατηρούσαν εμπορική επιχείρηση τυροκομικών προϊόντων στην ... Πειραιά με την επωνυμία ".... Ο.Ε" επί της οδού .... και στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας επώλησε σε αυτούς σε συγκεκριμένα διαστήματα διάφορα είδη παραγωγής του. Στις 25-2-2002, ο εγκαλών δέχθηκε στο γραφείο της επιχείρησης του τηλεφώνημα από άτομο που δήλωσε ότι είναι τυρέμπορος από την Αθήνα, ότι έδρα της επιχειρήσεως του είναι η οδός ..., ότι ονομάζεται Ψ1 και ότι ενδιαφέρεται να του πωλήσει ο νυν εγκαλών διάφορα τυροκομικά προϊόντα παραγωγής του. Ο εγκαλών πληροφόρησε άμεσα τον ανωτέρω "Ψ1", ότι διέθετε στις αποθήκες του μεγάλες ποσότητες από όλα τα είδη τυριών, που πωλούσε χονδρικώς και ότι ήταν σε θέση να προβεί στην πώληση αυτών ανά πάσα στιγμή. Το άτομο που εμφανίστηκε με τα στοιχεία "Ψ1" είπε στον εγκαλούντα, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά 2.861 κιλών γραβιέρας και κατόπιν διαπραγματεύσεων ο εγκαλών συμφώνησε να του πωλήσει την ανωτέρω ποσότητα με τιμή μονάδος 5,81 ευρώ ανά κιλό, πλέον Φ.Π.Α 6%, ήτοι συνολικά αξίας 17.619,75 ευρώ. Ως τρόπος καταβολής συμφωνήθηκε η παράδοση με αντικαταβολή στο πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ (με το οποίο θα πραγματοποιούνταν η αποστολή) από τον "Ψ1" στην Αθήνα, μιας ισόποσης τραπεζικής επιταγής, πελάτη του και μάλιστα του Σούπερ Μάρκετ ΛΙΑΣΚΟΣ. Ο εγκαλών λαμβάνοντας υπόψη του ότι η παραπάνω επιχείρηση (σούπερ Μάρκετ) θεωρείται φερέγγυα στις συναλλαγές, αποδέχθηκε την συναλλαγή με το άτομο αυτό (Ψ1) και έτσι στις .... με το υπ'αριθμ..... δελτίο αποστολής -τιμολόγιο του απέστειλε με το ως άνω πρακτορείο μεταφορών την συμφωνηθείσα ποσότητα. Όπως προέκυψε εκ των υστέρων, η ποσότητα αυτή παρελήφθη από το πρακτορείο της ΕΦΑΜ στον ...επί της οδού .... από τον μεταφορέα Β1 για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία "Ψ1" και παρεδόθη εν τέλει στους εκκαλούντες. Μέσω του πρακτορείου αυτού παρέλαβε ο εγκαλών δύο μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ήτοι την υπ' αριθμ....., ποσού 8.190 ευρώ με ημερομηνία .... και την υπ' αριθμ. ....ποσού 10,200 ευρώ με ημερομηνία ... της Τράπεζας "Eurobank", οι οποίες φέρονταν εκδόσεως της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε." σε διαταγή "... Ο.Ε.", με τόπο έκδοσης την Αθήνα και με οπισθογράφηση τούτων από τον εμφανιζόμενο ως Ψ1. Μετά παρέλευση ενός δεκαημέρου το άτομο, που ενεφανίζετο ως "Ψ1", τηλεφώνησε εκ νέου στον νυν εγκαλούντα Ζ1 και του ζήτησε να του πωλήσει και να του αποστείλει με τον ίδιο τρόπο λαδοτύρι και γραβιέρα, συνολικής αξίας 43.762,10 ευρώ και η καταβολή του τιμήματος θα λάμβανε χώρα με αντικαταβολή τραπεζικής επιταγής ποσού 43.100 ευρώ. Έτσι με το ίδιο πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ ο εγκαλών απέστειλε 715 κιλά λαδοτύρι και 6.465 κιλά γραβιέρα και προέβη προς τούτο στην έκδοση του υπ' αριθμ. .... δελτίου αποστολής - τιμολογίου. Την ποσότητα αυτή παρέλαβε μεταφορέας για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία " Ψ1 ", οποίος παρέδωσε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω Τράπεζας με αριθμό .... ημερομηνία ..., ποσού 43.100 ευρώ, τόπο εκδόσεως την Αθήνα, σε διαταγή "Ψ1", εκδόσεως δήθεν της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε.", με οπισθόγραφο τον "Ψ1", την οποία και παρέλαβε ο εγκαλών από το ανωτέρω Πρακτορείο στην Λέσβο. Εν συνεχεία και μετά παρέλευση άλλου ενός δεκαημέρου ο εγκαλών δέχθηκε νέο τηλεφώνημα από την Αθήνα και από άτομο} που του συστήθηκε ως "Ψ2" έμπορος τυριών, οποίος του είπε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει τυριά,επειδή είχε καλές πληροφορίες από τον συνάδελφο του "Ψ1" αναφορικά με την ποιότητα των ήδη πωληθέντων τυριών και κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφωνήθηκε να του πωλήσει ο εγκαλών με αντικαταβολή δια παραδόσεως τραπεζικής επιταγής εκδόσεως πελάτου του, με ημερομηνία ..., 4.191 κιλά γραβιέρα, 180 κιλά λαδοτύρι και 1.375 κιλά φέτα, συνολικής αξίας 31.990,27 ευρώ. Έτσι, ο εγκαλών με το υπ αριθμ. .... δελτίο αποστολής -τιμολόγιο επώλησε και απέστειλε με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ την ποσότητα αυτή, η οποία παρελήφθη από μεταφορέα παραδίδοντας για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία "Ψ2" την υπ 'αριθμ. .... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Τράπεζας με τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ημερομηνία ..., ποσού 32.200 ευρώ, εκδόσεως "ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΒΕΕ", σε διαταγή Ψ2 , με οπισθογράφηση του ιδίου. Δύο ημέρες αργότερα τηλεφώνησε εκ νέου στον εγκαλούντα το άτομο, που ενεφανίζετο ως "Ψ1 " και του ζήτησε και πάλι να αγοράσει γραβιέρα και λαδοτύρι με τον ίδιο τρόπο πληρωμής. Έτσι στις .... μέσω του Πρακτορείου μεταφορών ΕΦΑΜ και με το υπ' αριθμ..... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, που εξέδωσε ο εγκαλών του απέστειλε 8.260 κιλά γραβιέρα και 1,080 κιλά λαδοτύρι, συνολικής αξίας 56.927,30 ευρώ. Την ποσότητα αυτή παρέλαβε μεταφορέας για λογαριασμό του "Ψ1", ο οποίος (μεταφορέας) παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους του Πρακτορείου ΕΦΑΜ την υπ' αριθμ, ... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της "Eurobank", με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία ..., ποσού 54.910 ευρώ, σε διαταγή "Ψ1", εκδόσεως της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε." και οπισθογραφήσεως "Ψ1", Στο τέλος Μαρτίου του 2002, τηλεφώνησε για μία ακόμη φορά στον εγκαλούντα ο εμφανιζόμενος ως "Ψ2" και παρήγγειλε γραβιέρα, κεφαλογραβιέρα, λαδοτύρι και φέτα. Έτσι με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ ο εγκαλών του απέστειλε δια του υπ' αριθμ....δελτίου αποστολής - τιμολογίου, που εξέδωσε, 3.049 κιλά γραβιέρα, 5.100 κιλά κεφαλογραβιέρα, 527 κιλά λαδοτύρι και 58 κιλά φέτα, συνολικής αξίας 53.105,85 ευρώ. Και αυτή τη φορά παρέλαβε τις ποσότητες αυτές μεταφορέας, ο οποίος παρέδωσε στο Πρακτορείο δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας και δη τις υπ' αριθ...., με τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ημερομηνία εκδόσεως ...,ποσού 23.930 ευρώ σε διαταγή Ψ2 και εκδόσεως "ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΒΕΕ" με οπισθογράφηση του ιδίου, καθώς και την υπ' αριθμ, .... με ημερομηνία ..., ποσού 31.810 ευρώ και τόπο εκδόσεως, εκδότη, σε διαταγή και οπισθόγραφο ίδιο με την ανωτέρω επιταγή. Όταν ο εγκαλών συγκέντρωσε όλες τις προαναφερθείσες επιταγές, παρατήρησε για πρώτη φορά, ότι σε όλες, παρά το γεγονός ότι εφέροντο να προέρχονται από δύο διαφορετικά πρόσωπα (Ψ1 και Ψ2), φαινομενικώς "άσχετα" μεταξύ τους, υπήρχε ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας. Θορυβηθείς εκ του γεγονότος αυτού μετέβη πάραυτα στο Κατάστημα της Τράπεζας "Eurobank" στην Μυτιλήνη), προκειμένου να ελέγξει τη γνησιότητα των επιταγών αυτών. Οι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας κατόπιν σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και πληροφόρησαν τον νυν εγκαλούντα. ότι όλες οι επιταγές ήταν πλαστές, οι αριθμοί που έφεραν ήταν ανύπαρκτοι, καθώς και ο λογαριασμός που αναγράφετο επί αυτών. Ειδικότερα, η πλαστότητα των επιταγών έγκειτο στο εξής: α) Η σφραγίδα του εκδότη των επιταγών ήταν παραποιημένη, όπως προέκυψε από την αντιπαραβολή με τα τηρούμενα μητρώα στο κατάστημα ....της "Eurobank", β) Οι αριθμοί των επιταγών δεν υπήρχαν στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας και ο συγκεκριμένος εκδότης δεν είχε προμηθευτεί επιταγές με αυτά τα νούμερα, γ) επρόκειτο για φωτοαντίγραφα επιταγών (ιδέτε την από 25-4-2002 ένορκη κατάθεση του Δ/ντη του Καταστήματος της Τράπεζας "Eurobank" στην ... και το από 26-4-2002 Έγγραφο του Καταστήματος ....της ίδιας Τράπεζας). Πληροφορηθείς την πλαστότητα των επιταγών ο εγκαλών με τη συνοδεία του Διευθυντή του Καταστήματος Μυτιλήνης της ανωτέρω Τραπέζας .... μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Μυτιλήνης, για να καταγγείλει το γεγονός και να εντοπίσει τους δράστες των σε βάρος του τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας ... τον συμβούλευσαν, να μην προβεί σε καμία απολύτως περαιτέρω ενέργεια, αλλά να αναμείνει τη νέα επικοινωνία των ατόμων που εμφανίζονταν με τα στοιχεία "Ψ1" και "Ψ2" και την παραγγελία και άλλων ποσοτήτων τυριών, προκειμένου σε συνεργασία με την το Τμήμα Ασφάλεια Πειραιά να θέσουν υπό παρακολούθηση το μεταφορέα, που θα παραλάμβανε τις παραγγελθείσες ποσότητες τυροκομικών προϊόντων από το Πρακτορείο ΕΦΑΜ και έτσι να οδηγηθούν στους αληθινούς παραλήπτες αυτών. Κατόπιν, μάλιστα ,σχετικής έρευνας διαπιστώθηκε - όπως δηλώνει ο εγκαλών στην έγκληση του, -ότι στις διευθύνσεις, που οι ανωτέρω είχαν δηλώσει στον εγκαλούντα, ότι ασκούσαν τις εμπορικές τους δραστηριότητες, δεν υπήρχαν αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ο εγκαλών ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των αστυνομικών ανέμεινε σχετικό τηλεφώνημα και όντως στις .... του τηλεφώνησε εκ νέου ο φερόμενος ως "Ψ1" και του παρήγγειλε 2.246 κιλά κεφαλογραβιέρα συνολικής αξίας 13.689,37 ευρώ. Την 26-4-2002 ο εγκαλών εκδίδοντας το υπ' αριθμ. ......δελτίο αποστολής, τιμολόγιο του απέστειλε την ανωτέρω ποσότητα με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ, αφού πρώτα ειδοποίησε την Ασφάλεια Μυτιλήνης για την επικείμενη μεταφορά τυροκομικών προϊόντων. Όπως προέκυψε εκ τω υστέρων, ο μεταφορέας Β1, τον οποίο είχαν χρησιμοποιήσει οι κατηγορούμενοι και στο παρελθόν κατά την παραλαβή της πρώτης παρτίδας τυροκομικών προϊόντων από τον Ζ1, μετέβη στο ευρισκόμενο επί της οδού ... στον.... πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ και παρέλαβε την ανωτέρω ποσότητα τυροκομικών προϊόντων, αφού πρώτα παρέδωσε την τραπεζική επιταγή που του είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι. Η Ασφάλεια Πειραιά, η οποία είχε ειδοποιηθεί για την επίμαχη μεταφορά από την Ασφάλεια Μυτιλήνης, έθεσε σε άμεση παρακολούθηση το φορτηγό, που οδηγούσε ο Β1 με αριθμό κυκλοφορίας ..., για να διαπιστώσει σε ποιο σημείο και σε ποια άτομα θα παραδίδονταν τα τυριά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 27-4-2002 ένορκη κατάθεση του..... Αστυνομικού, υπηρετούντος στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Πειραιά αυτός πήρε εντολή από την υπηρεσία του να μεταβεί στις 06:30 ώρα της 27-4-2002 στα Λιμάνι του Πειραιά προκειμένου να περιμένει το καράβι από Μυτιλήνη, για να εντοπίσει και ακολουθήσει το υπ' αρ. κυκλ. .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που θα ερχόταν έμφορτο με κεφάλια γραβιέρας, για να μάθει τον προορισμό του. Πράγματι, το ως άνω ΙΧΦ. ήλθε και στη συνέχεια πήγε στο Πρακτορείο Μεταφορών Μυτιλήνης ΕΦΑΜ, που βρίσκεται στην οδό ...... Εκεί το ανέμενε το υπ' αρ. ...ΔΧΦ, στο οποίο και μεταφορτώθηκαν τα τυριά. Ο ως άνω Αστυνομικός ακολούθησε το τελευταίο αυτό ΔΧΦ, μέχρι που έφθασε στην ..., επί της οδού ...., οπότε ο οδηγός του άρχισε να ξεφορτώνει τα τυριά και να τα μεταφέρει σε μια αποθήκη. Ο Αστυνομικός τον πλησίασε και του δήλωσε την ιδιότητα του και σε σχετική ερώτηση του ο ως άνω οδηγός απάντησε ότι ονομάζεται Β1, ότι διαμένει στην ως άνω δ/νση και ότι τα ανωτέρω κεφάλια τυρί τα μεταφέρει για λογαριασμό κάπου Ψ1, ο οποίος θα έρθει τις προσεχείς ημέρες να τα να τα πάρει από την αποθήκη του. Ο Αστυνομικός τότε οδήγησε τον ανωτέρω μαζί με το φορτηγό του έμφορτο με τα τυριά στην υπηρεσία του για τα περαιτέρω. Εκεί, ο Β1 δίνει την πρώτη του, ένορκη κατάθεση (από 27-4-2002).όπου μεταξύ άλλων αναφέρει, ότι το ως άνω ΔΧΦ υπ' αρ. .... είναι ιδιοκτησίας του, ότι πριν δύο μήνες περίπου στο "SUPER MARKET CARREFOUR " στον ..., όπου είχε μεταφέρει φορτίο καφέ, τον πλησίασε ένα άνδρας 35-40 ετών, εύσωμος, ψηλός, με μαύρα μαλλιά και τον ρώτησε αν κάνει μεταφορές και του ζήτησε μια κάρτα του. Ο Β1 του την έδωσε και μετά λίγες ημέρες δέχθηκε τηλεφώνημα από άτομο με το όνομα "Ψ1", που του συστήθηκε ως το αφεντικό του άνδρα στον οποίο είχε κατά τα ανωτέρω δώσει την κάρτα του και του ζήτησε να κάνει μια μεταφορά τυριών από την μεταφορική " ΕΦΑΜ ΑΕ" στην Αθήνα. Αυτός δέχθηκε και πήγε στην " ΕΦΑΜ ΑΕ"; όπου τον περίμενε ο Ψ1 , φόρτωσε τα τυριά και ξεκίνησε για την Αθήνα. Στα μέσα περίπου της διαδρομής ο Χριστόπουλος του είπε να φέρει το εμπόρευμα σε τοποθεσία πίσω από τα ψυγεία "..." που βρίσκονται στην οδό ..., για να τα φορτώσουν σε δικό τους φορτηγό. Πράγματι, πήγε κι εκεί είδε ένα μικρό φορτηγό ψυγείο, που μεταφορτώθηκαν τα τυριά. Επίσης, ο Β1 κατέθεσε, πως την προηγούμενη ημέρα (26-4-2002) και περί ώρα 16:00 του τηλεφώνησε πάλι ο Ψ1 για να πάει πάλι στην "ΕΦΑΜ ΑΕ" και να φορτώσει τυριά, ενώ την ίδια ημέρα του έστειλε με άγνωστο άτομο μια επιταγή της "Eurobank" , για να τη δώσει στην ως μεταφορική εταιρεία. Την 27-4-2002, περί ώρα 09:30, ο Β1 πήγε στην "ΕΦΑΜ ΑΕ", όπου φόρτωσε τα τυριά, έδωσε την επιταγή και ξεκίνησε να πάει εκεί που βρίσκονται τα ψυγεία "..." όπου είχε πάει και την προηγούμενη φορά. Κατά τους ισχυρισμούς του δε βρήκε κανέναν τον περιμένει και τηλεφώνησε στο Ψ1 προφανώς (δε δίνει αριθμό τηλεφώνου), ο οποίος του ζήτησαν αν μπορεί να τα πάει στο σπίτι του και θα ερχόταν να τα πάρει, γιατί χάλασε το φορτηγό του. Πηγαίνοντας ο Β1 στο σπίτι του και αρχίζοντας να ξεφορτώνει ήλθε ο ως άνω Αστυνομικός ..... Στην ανωτέρω από 27-4-2002 κατάθεσή του ο Β1 , μετά από επίδειξη σ' αυτόν από την Αστυνομική Αρχή φωτογραφιών προσεσημασμένων δραστών αναγνώρισε ως "Ψ1 " κατά μεγάλο ποσοστό, όπως ανέφερε, τον ..... Η Αστυνομική Αρχή διαπίστωσε προφανώς, ότι ο .... κρατούταν στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού για απάτες, οπότε έλαβε δεύτερη ένορκη κατάθεση από (τον Β1 στις 28-6-2002, όπου και του το ανακοίνωσε υπό μορφή ερωτήματος. Εκείνος απάντησε στην από 28-6-2002 ένορκη κατάθεση του, ότι, "όπως σας είχα πει προσομοίασα σε ένα ποσοστό τον .... ως το άτομο που μου είχε παρουσιαστεί ως Ψ1 πλην όμως δεν είμαι 100% βέβαιος ότι είναι το ίδιο και το αυτό άτομο". Επίσης, κατέθεσε ότι στο CARREFOUR, στον .. και στον ..στην οδό ... είχε δει πάλι το μικρό φορτηγό, χρώματος λευκού, μάρκας MERCEDES, που έφερε πράσινη ρίγα στη μέση και τον οδηγό του, που είχε παραλάβει την πρώτη φορά (τέλη Φεβρουαρίου 2002) τα τυριά στην οδό ..., πίσω από τα ψυγεία "...", αλλά δεν κατάφερε να δει τον αριθμό της πινακίδας κυκλοφορίας, ούτε να το ακολουθήσει. Υποσχέθηκε, όμως, ότι, αν το ξανασυναντούσε, θα προσπαθούσε να σημειώσει τον αριθμό κυκλοφορίας και θα το ακολουθούσε, για να δει πού πηγαίνει και θα ενημέρωνε την Αστυνομία, ενώ περιέγραψε τον οδηγό του ως άνω μικρού φορτηγού ψυγείου "ψηλό, χονδρό, ηλικίας 30-35 ετών περίπου, με μαύρα μαλλιά και γυαλιά μυωπίας" Στις 12-9-2002, ο Β1 περί ώρα 12:30, στην ,οδό ..., απέναντι από το Γ' Α.Τ. Πειραιά, σε ένα κατάστημα με συρόμενη πόρτα είδα πάλι τον οδηγό του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και λίγα μέτρα πιο κάτω και τα δύο αυτοκίνητα, που είχε ξαναδεί. Σε ερώτηση, που έκανε σε περαστικό, ο ως άνω μάρτυρας έμαθε, πως εκεί ήταν μια εταιρεία τυριών του Χ και συμπέρανε, πως εκεί θα πρέπει να βρισκόταν και ο υποτιθέμενος Ψ1 . Ακολούθησε έρευνα του Τμήματος Δημ. Ασφάλειας Πειραιά και στις 16-9-2002 κλήθηκαν στο ως άνω Τμήμα ο Β1 , ο .... και οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι. Στην ένορκη κατάθεση του ο Β1 (της 16-9-2002 και ώρα 10:30) αναγνώρισε ανεπιφύλακτα στο πρόσωπο του ... . τον οδηγό, που έφερε το λευκό φορτηγό με την πράσινη ρίγα, μάρκας MERCEDES, στα ψυγεία "....", στην οδό..., περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 και που έχοντας μαζί του δύο Πακιστανούς έκανε μεταφόρτωση των τυριών σ' αυτό το αυτοκίνητο από το δικό του φορτηγό (υπ' αρ....). Επίσης, στην ίδια κατάθεση του ο Β1 αναγνώρισε στο πρόσωπο του δεύτερου εκκαλούντος κατηγορούμενου Χ2 , το άτομο που εμφανίσθηκε μετά τη μεταφόρτωση στα τέλη Φεβρουαρίου 2002 και παρέλαβε τα τυριά, ο οποίος τότε του συστήθηκε ως Ψ1 . Σημείωσε, μάλιστα, πως τότε η μόνη διαφορά με τώρα είναι, πως ήταν αξύριστος μερικών ημερών. Για την απόδειξη της μεταφόρτωσης προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια. Ακολούθησε την ίδια ημέρα (16-9-2002 και ώρα 11:00) η ένορκη κατάθεση του ..., η οποία επιβεβαίωσε εκείνη του Β1 . Ειδικότερα, μεταξύ άλλων αναφέρει, πως στα τέλη Φεβρουάριου πήρε εντολή από το Χ2, να μεταβεί στα ψυγεία ..., για να μεταφορτώσει ποσότητα τυριών από φορτηγό, που θα τον ανέμενε εκεί. Πήγε με δύο Πακιστανούς και μεταφόρτωσαν από το υπ'αρ. ..., τύπου MERCEDES, αυτοκίνητο (του Β1 ). Πριν φύγουν, ήρθε στο μέρος εκείνο ο Χ1 και παρέλαβε το φορτηγό με το φορτίο τυριών, το οδήγησε μέχρι ένα σημείο και στη συνέχεια το οδήγησε ίδιος (...). Επίσης, μετά τη μεταφόρτωση ο ..., ο Χ1 και οι δύο Πακιστανοί πήγαν στην εταιρεία των "...." και ξεφόρτωσαν τα τυριά. Τέλος, ο ως άνω μάρτυρας καταθέτει ότι η μεταφόρτωση έγινε χωρίς τιμολόγιο (γεγονός που το αναιρεί στην από 19-11-2004 ανακριτική του κατάθεση) και ότι μόλις τελείωσε αυτή ήρθε και ο Χ2, ο οποίος εκείνο τον καιρό είχε αφήσει μικρό μουσάκι, δηλαδή, ήταν μερικές ημέρες αξύριστος (στην ως άνω ανακριτική του κατάθεση αναιρεί, ότι ανέφερε, πως είχε μούσι ο Χ2 , δεν αναιρεί, όμως, ότι αυτός προσήλθε στο σημείο της μεταφόρτωσης). Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες, και ισχυρίζονται, πως δεν έχουν σχέση ούτε με πρόσωπα, που εμφανίστηκαν με τα στοιχεία "Ψ1 " και "Ψ2 ", ούτε με τις επίδικες πλαστές επιταγές, ούτε με το φερόμενο ως εκδότη αυτών. Ήδη, βέβαια, όπως προκύπτει από την από 18-11-2004 ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος Ζ1 έχει επέλθει εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ αυτού και των εκκαλούντων και αυτός δηλώνει, μεταξύ άλλων, πως έχει πεισθεί, ότι δεν είναι οι αδελφοί ....αυτοί, οι οποίοι διέπραξαν τη σε βάρος του απάτη και την πλαστογραφία των αναφερόμενων στην έγκληση του επιταγών. Δε δίνει, όμως, καμιά εξήγηση ούτε αυτός, ούτε οι εκκαλούμενοι σχετικά με τις προαναφερθείσες καταθέσεις των Β1 και .... σε συνδυασμό και με εκείνες του ...., υπαλλήλου της "ΕΦΑΜ ΑΕ" και ..., Ειδικότερα, οι Β1 και .... δεν έχουν κανένα κίνητρο να καταθέσουν ψευδή περιστατικά. Αντίθετα, οι εκκαλούντες είχαν κίνητρο να διαπράξουν σε βάρος του εγκαλούντος τις διωκόμενες πράξεις. Συγκεκριμένα, στα απολογητικά τους υπομνήματα οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αναφέρουν, πως στα πλαίσια συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα του είχαν παραδώσει 13 μεταχρονολογημένες επιταγές της Ευrobank-Εργασίας, που σύρονταν από λογαριασμό του δεύτερου εκκαλούντος, συνολικού ποσού 243.557 ευρώ, προκειμένου να τους παραδώσει αντίστοιχης αξίας τυροκομικά προϊόντα. Ο εγκαλών όμως, τους απέστειλε προϊόντα συνολικής αξίας 136.365,64 ευρώ, από τα οποία του επέστρεψαν μάλιστα προϊόντα αξίας 58.449,24 ευρώ, ενώ αρνιόταν να επιστρέψει τις επιταγές, που αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο ποσό με αποτέλεσμα αυτοί να ανακαλέσουν μερικές από αυτές. Οι εκκαλούντες έστειλαν στον εγκαλούντα την από 23-9-2002 εξώδικη δήλωση τους μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που τους επιδόθηκε από τον τελευταίο στις 20-9-2002. Η παραπάνω αστική διαφορά, πρέπει να οδήγησε τους εκκαλούντες να διαπράξουν τις διωκόμενες πράξεις, γιατί ένιωθαν, προφανώς, ζημιωμένοι από την κατά τους ισχυρισμούς τους αντισυμβατική συμπεριφορά του εγκαλούντος και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (προσποιούμενοι άλλα πρόσωπα και με πλαστές επιταγές), του απέσπασαν εμπορεύματα, για να καλύψουν τις επιταγές, που εκείνος είχε στα χέρια του, αχρεωστήτως κατ' αυτούς. Απ' όσα παραπάνω εκτέθηκαν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις πως οι εκκαλούντες τέλεσαν τις διωκόμενες πράξεις, όπως, αναλυτικά αναφέρει το εκκαλούμενο βούλευμα και ορθά το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά τους παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά για να δικασθούν γι΄ αυτές, παρά τον εξωδικαστικό συμβιβασμό των αστικών τους διαφορών με τον εγκαλούντα. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά παραπέμφθηκαν με το πρωτόδικο βούλευμα οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο για τις ως άνω πράξεις. ΣΤ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στ΄, 26 § 1α, 27 § 1, 45, 94 § 1, 98, 216 § § 1 και 3 και 386 § § 1,3α Π.Κ., τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναίρεσης κατ'άρθρ. 484 §1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ : Ζ) Δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση (Α.Π.193/88, Π.Χ. ΛΗ/498) του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1334 & 1424/89, Π.Χ. Μ/586 & 705), καθόσον αρκεί η λήψη αυτών συνολικά (Α.Π. 798/88, Π.Χ. ΛΗ/889) και δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται τι συνήχθη από το καθένα (ΑΠ 1140/89, Π.Χ. Μ/424), όπως δε προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα (ανωτέρω υπό Ε'), το Συμβούλιο Εφετών συνεκτίμησε όλα κατ'είδος τ'αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1825/99, Π.Χ. Ν/810) και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των 2 αιτήσεων αναιρέσεως δεν ευσταθούν. ΠΙΟ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ: Η) Η επιβαλλόμενη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, εφόσον η τελευταία διαθέτει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 626/2005, Π.Χ. ΝΕ/999), όπως στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα. Κατ΄ακολουθία, πρέπει ν΄απορριφθεί ως αβάσιμη η αντίθετη άποψη (σελ. 4) των αιτήσεων αναίρεσης. Θ) Ομοίως αβάσιμες και απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις των σελ. 5 επ. των αναιρέσεων, που βασίζονται αποκλειστικά σε ουσιαστικές εκτιμήσεις, αφού αυτές άπτονται της ουσίας και βασικά είναι αρνητικές της κατηγορίας. Ι) Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε (υπό Ζ΄), δεν απαιτείται χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού στοιχείου (ΑΠ 472/2004, Π.Χ. ΝΕ/152), όπως υποστηρίζεται στη σελ. 6 των αναιρέσεων, διότι αρκεί η μνεία όλων κατ΄είδος των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 396/2004, Π.Χ. ΝΕ/133), αρκεί να προκύπτει, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα κατά κατηγορίες τ΄αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 430/2004, Π.Χ. ΝΕ/140) και δεν έγινε επιλεκτική αναφορά ορισμένων μόνο εξ αυτών (ΑΠ 301 και 312/1999, Π.Χ. ΜΘ/1047 και 1049). Κατ΄ακολουθία, είναι αβάσιμες και εδώ οι αντίθετες (βλ. ιδίως σελ. 6 και 7 αιτήσεων αναιρέσεων) αιτιάσεις. ΙΑ) Τέλος, ούτε ο αναφερόμενος εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων (σελ. 3 αιτήσεων) είναι δυνατόν να προσδώσει νομικές πλημμέλειες στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα, εφόσον δεν επισημαίνονται, όπως αντιθέτως υποστηρίζεται, ασάφειες, αντιφάσεις ή ελλιπής αιτιολογία γενικότερα. ΙΒ) Θα πρέπει λοιπόν ν΄απορριφθούν οι υπό κρίση 2 αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα. ΓΙ΄ ΑΥΤΟ Προτείνω: 1) Ν΄απορριφθούν οι υπ΄αρ. 14 και 15/13-6-2006 αιτήσεις αναίρεσης των Χ1 και Χ2 , αμφοτέρων του ..., κατοίκων ...., αντίστοιχα (δυνάμει του υπ΄αρ. .... ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου τους προς τη δικηγόρο Αθηνών Αλεξάνδρα Γιάκη), κατά του υπ΄αρ. 159/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους ως άνω αναιρεσείοντες. Αθήνα, 9 Οκτωβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι με αριθμούς και ημερομηνία 14/13-6-2006 και 15/3-6-2006 όμοιες κατά περιεχόμενο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1 και του Χ2 , αντίστοιχα, κατά του 159/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν. ΄Ελλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 εδ. δ΄ του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη της κατά τα άνω αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Εξ άλλου, η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 159/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες έφεση κατά του πρωτόδικου 656/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, με το οποίο έχουν παραπεμφθεί να δικασθούν 1) για πλαστογραφία με χρήση από κοινού και κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από δράστες που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα, σκόπευαν δε να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον με αντίστοιχο όφελος ή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) για απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα, διαπράττουν δε απάτες κατ' επάγγελμα και το συνολικό όφελος από την πράξη τους υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (άρθρα 13 στοιχ. στ΄, 42, 45, 216 παρ.1,3 386 παρ. 1, 3α του ΠΚ) Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του εισαγγελική πρόταση και με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Ο εγκαλών, Ζ1 , διατηρεί από πολλών ετών τυροκομείο στην ...Λέσβου και πωλεί χονδρικώς τυριά διαφόρων ειδών παραγωγής του σε εμπόρους από ολόκληρη την Ελλάδα. Κατά το παρελθόν είχε εμπορική συνεργασία με τους νυν κατηγορούμενους Χ2 και Χ1 , οι οποίοι διατηρούσαν εμπορική επιχείρηση τυροκομικών προϊόντων στην ...Πειραιά με την επωνυμία "....Ο.Ε" επί της οδού .... και στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας επώλησε σε αυτούς σε συγκεκριμένα διαστήματα διάφορα είδη παραγωγής του. Στις 25-2-2002, ο εγκαλών δέχθηκε στο γραφείο της επιχείρησης του τηλεφώνημα από άτομο που δήλωσε ότι είναι τυρέμπορος από την Αθήνα, ότι έδρα της επιχειρήσεως του είναι η οδός ...., ότι ονομάζεται .... και ότι ενδιαφέρεται να του πωλήσει ο νυν εγκαλών διάφορα τυροκομικά προϊόντα παραγωγής του. Ο εγκαλών πληροφόρησε άμεσα τον ανωτέρω "Ψ1", ότι διέθετε στις αποθήκες του μεγάλες ποσότητες από όλα τα είδη τυριών, που πωλούσε χονδρικώς και ότι ήταν σε θέση να προβεί στην πώληση αυτών ανά πάσα στιγμή. Το άτομο που εμφανίστηκε με τα στοιχεία "Ψ1" είπε στον εγκαλούντα, ότι ενδιαφέρεται για την αγορά 2.861 κιλών γραβιέρας και κατόπιν διαπραγματεύσεων ο εγκαλών συμφώνησε να του πωλήσει την ανωτέρω ποσότητα με τιμή μονάδος 5,81 ευρώ ανά κιλό, πλέον Φ.Π.Α 6%, ήτοι συνολικά αξίας 17.619,75 ευρώ. Ως τρόπος καταβολής συμφωνήθηκε η παράδοση με αντικαταβολή στο πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ (με το οποίο θα πραγματοποιούνταν η αποστολή) από τον "Ψ1 " στην Αθήνα, μιας ισόποσης τραπεζικής επιταγής, πελάτη του και μάλιστα του Σούπερ Μάρκετ ΛΙΑΣΚΟΣ. Ο εγκαλών λαμβάνοντας υπόψη του ότι η παραπάνω επιχείρηση (σούπερ Μάρκετ) θεωρείται φερέγγυα στις συναλλαγές, αποδέχθηκε την συναλλαγή με το άτομο αυτό (Ψ1 ) και έτσι στις...με το υπ'αριθμ.... δελτίο αποστολής -τιμολόγιο του απέστειλε με το ως άνω πρακτορείο μεταφορών την συμφωνηθείσα ποσότητα. Όπως προέκυψε εκ των υστέρων, η ποσότητα αυτή παρελήφθη από το πρακτορείο της ΕΦΑΜ στον ....επί της οδού...από τον μεταφορέα Β1 για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία "Ψ1 " και παρεδόθη εν τέλει στους εκκαλούντες. Μέσω του πρακτορείου αυτού παρέλαβε ο εγκαλών δύο μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, ήτοι την υπ' αριθμ....., ποσού 8.190 ευρώ με ημερομηνία ... και την υπ' αριθμ. ... ποσού 10,200 ευρώ με ημερομηνία ...της Τράπεζας "Eurobank", οι οποίες φέρονταν εκδόσεως της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε." σε διαταγή "..... Ο.Ε.", με τόπο έκδοσης την Αθήνα και με οπισθογράφηση τούτων από τον εμφανιζόμενο ως Ψ1 . Μετά παρέλευση ενός δεκαημέρου το άτομο, που ενεφανίζετο ως "Ψ1", τηλεφώνησε εκ νέου στον νυν εγκαλούντα Ζ1 και του ζήτησε να του πωλήσει και να του αποστείλει με τον ίδιο τρόπο λαδοτύρι και γραβιέρα, συνολικής αξίας 43.762,10 ευρώ και η καταβολή του τιμήματος θα λάμβανε χώρα με αντικαταβολή τραπεζικής επιταγής ποσού 43.100 ευρώ. Έτσι με το ίδιο πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ ο εγκαλών απέστειλε 715 κιλά λαδοτύρι και 6.465 κιλά γραβιέρα και προέβη προς τούτο στην έκδοση του υπ' αριθμ. .... δελτίου αποστολής - τιμολογίου. Την ποσότητα αυτή παρέλαβε μεταφορέας για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία " Ψ1", οποίος παρέδωσε μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ίδιας ως άνω Τράπεζας με αριθμό ... ημερομηνία ..., ποσού 43.100 ευρώ, τόπο εκδόσεως την Αθήνα, σε διαταγή "Ψ1 ", εκδόσεως δήθεν της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε.", με οπισθόγραφο τον "Ψ1 ", την οποία και παρέλαβε ο εγκαλών από το ανωτέρω Πρακτορείο στην Λέσβο. Εν συνεχεία και μετά παρέλευση άλλου ενός δεκαημέρου ο εγκαλών δέχθηκε νέο τηλεφώνημα από την Αθήνα και από άτομο} που του συστήθηκε ως "Ψ2" έμπορος τυριών, οποίος του είπε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει τυριά,επειδή είχε καλές πληροφορίες από τον συνάδελφο του "Ψ1" αναφορικά με την ποιότητα των ήδη πωληθέντων τυριών και κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφωνήθηκε να του πωλήσει ο εγκαλών με αντικαταβολή δια παραδόσεως τραπεζικής επιταγής εκδόσεως πελάτου του, με ημερομηνία ...., 4.191 κιλά γραβιέρα, 180 κιλά λαδοτύρι και 1.375 κιλά φέτα, συνολικής αξίας 31.990,27 ευρώ. Έτσι, ο εγκαλών με το υπ αριθμ. ... δελτίο αποστολής -τιμολόγιο επώλησε και απέστειλε με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ την ποσότητα αυτή, η οποία παρελήφθη από μεταφορέα παραδίδοντας για λογαριασμό του ατόμου με στοιχεία "Ψ2" την υπ 'αριθμ. .... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της ΕΓΝΑΤΙΑΣ Τράπεζας με τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ημερομηνία ....2, ποσού 32.200 ευρώ, εκδόσεως "ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΒΕΕ", σε διαταγή Ψ2, με οπισθογράφηση του ιδίου. Δύο ημέρες αργότερα τηλεφώνησε εκ νέου στον εγκαλούντα το άτομο, που ενεφανίζετο ως "Ψ1" και του ζήτησε και πάλι να αγοράσει γραβιέρα και λαδοτύρι με τον ίδιο τρόπο πληρωμής. Έτσι στις .... μέσω του Πρακτορείου μεταφορών ΕΦΑΜ και με το υπ' αριθμ..... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο, που εξέδωσε ο εγκαλών του απέστειλε 8.260 κιλά γραβιέρα και 1,080 κιλά λαδοτύρι, συνολικής αξίας 56.927,30 ευρώ. Την ποσότητα αυτή παρέλαβε μεταφορέας για λογαριασμό του "Ψ1 ", ο οποίος (μεταφορέας) παρέδωσε στους αρμοδίους υπαλλήλους του Πρακτορείου ΕΦΑΜ την υπ' αριθμ, .... μεταχρονολογημένη τραπεζική επιταγή της "Eurobank", με τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία 10-8-2002, ποσού 54.910 ευρώ, σε διαταγή "Ψ1", εκδόσεως της "SUPER MARKET ΛΙΑΣΚΟΣ Α.Ε.Ε." και οπισθογραφήσεως "Παναγιώτη Χριστόπουλου", Στο τέλος Μαρτίου του 2002, τηλεφώνησε για μία ακόμη φορά στον εγκαλούντα ο εμφανιζόμενος ως "Ψ2" και παρήγγειλε γραβιέρα, κεφαλογραβιέρα, λαδοτύρι και φέτα. Έτσι με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ ο εγκαλών του απέστειλε δια του υπ' αριθμ..... δελτίου αποστολής - τιμολογίου, που εξέδωσε, 3.049 κιλά γραβιέρα, 5.100 κιλά κεφαλογραβιέρα, 527 κιλά λαδοτύρι και 58 κιλά φέτα, συνολικής αξίας 53.105,85 ευρώ. Και αυτή τη φορά παρέλαβε τις ποσότητες αυτές μεταφορέας, ο οποίος παρέδωσε στο Πρακτορείο δύο μεταχρονολογημένες επιταγές της Εγνατίας Τράπεζας και δη τις υπ' αριθ...., με τόπο εκδόσεως τον ...., ημερομηνία εκδόσεως ...,ποσού 23.930 ευρώ σε διαταγή Ψ2 και εκδόσεως "ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΒΕΕ" με οπισθογράφηση του ιδίου, καθώς και την υπ' αριθμ,.... με ημερομηνία ..., ποσού 31.810 ευρώ και τόπο εκδόσεως, εκδότη, σε διαταγή και οπισθόγραφο ίδιο με την ανωτέρω επιταγή. Όταν ο εγκαλών συγκέντρωσε όλες τις προαναφερθείσες επιταγές, παρατήρησε για πρώτη φορά, ότι σε όλες, παρά το γεγονός ότι εφέροντο να προέρχονται από δύο διαφορετικά πρόσωπα (Ψ1 και Ψ2), φαινομενικώς "άσχετα" μεταξύ τους, υπήρχε ο ίδιος γραφικός χαρακτήρας. Θορυβηθείς εκ του γεγονότος αυτού μετέβη πάραυτα στο Κατάστημα της Τράπεζας "Eurobank" στην ..., προκειμένου να ελέγξει τη γνησιότητα των επιταγών αυτών. Οι υπάλληλοι της εν λόγω Τράπεζας κατόπιν σχετικού ελέγχου διαπίστωσαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και πληροφόρησαν τον νυν εγκαλούντα. ότι όλες οι επιταγές ήταν πλαστές, οι αριθμοί που έφεραν ήταν ανύπαρκτοι, καθώς και ο λογαριασμός που αναγράφετο επί αυτών. Ειδικότερα, η πλαστότητα των επιταγών έγκειτο στο εξής: α) Η σφραγίδα του εκδότη των επιταγών ήταν παραποιημένη, όπως προέκυψε από την αντιπαραβολή με τα τηρούμενα μητρώα στο κατάστημα ... της "Eurobank", β) Οι αριθμοί των επιταγών δεν υπήρχαν στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας και ο συγκεκριμένος εκδότης δεν είχε προμηθευτεί επιταγές με αυτά τα νούμερα, γ) επρόκειτο για φωτοαντίγραφα επιταγών (ιδέτε την από 25-4-2002 ένορκη κατάθεση του Δ/ντη του Καταστήματος της Τράπεζας "Eurobank" στην .... και το από 26-4-2002 Έγγραφο του Καταστήματος ....της ίδιας Τράπεζας). Πληροφορηθείς την πλαστότητα των επιταγών ο εγκαλών με τη συνοδεία του Διευθυντή του Καταστήματος Μυτιλήνης της ανωτέρω Τραπέζας ... μετέβη στο Τμήμα Ασφαλείας Μυτιλήνης, για να καταγγείλει το γεγονός και να εντοπίσει τους δράστες των σε βάρος του τελεσθεισών αξιοποίνων πράξεων. Οι αστυνομικοί του Τμήματος Ασφαλείας Μυτιλήνης τον συμβούλευσαν, να μην προβεί σε καμία απολύτως περαιτέρω ενέργεια, αλλά να αναμείνει τη νέα επικοινωνία των ατόμων που εμφανίζονταν με τα στοιχεία "Ψ1" και "Ψ2" και την παραγγελία και άλλων ποσοτήτων τυριών, προκειμένου σε συνεργασία με την το Τμήμα Ασφάλεια Πειραιά να θέσουν υπό παρακολούθηση το μεταφορέα, που θα παραλάμβανε τις παραγγελθείσες ποσότητες τυροκομικών προϊόντων από το Πρακτορείο ΕΦΑΜ και έτσι να οδηγηθούν στους αληθινούς παραλήπτες αυτών. Κατόπιν, μάλιστα ,σχετικής έρευνας διαπιστώθηκε - όπως δηλώνει ο εγκαλών στην έγκληση του, -ότι στις διευθύνσεις, που οι ανωτέρω είχαν δηλώσει στον εγκαλούντα, ότι ασκούσαν τις εμπορικές τους δραστηριότητες, δεν υπήρχαν αντίστοιχες επιχειρήσεις. Ο εγκαλών ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες των αστυνομικών ανέμεινε σχετικό τηλεφώνημα και όντως στις 23-4-2002 του τηλεφώνησε εκ νέου ο φερόμενος ως "Ψ1" και του παρήγγειλε 2.246 κιλά κεφαλογραβιέρα συνολικής αξίας 13.689,37 ευρώ. Την 26-4-2002 ο εγκαλών εκδίδοντας το υπ' αριθμ. ....δελτίο αποστολής, τιμολόγιο του απέστειλε την ανωτέρω ποσότητα με το Πρακτορείο ΕΦΑΜ, αφού πρώτα ειδοποίησε την Ασφάλεια Μυτιλήνης για την επικείμενη μεταφορά τυροκομικών προϊόντων. Όπως προέκυψε εκ τω υστέρων, ο μεταφορέας Β1 , τον οποίο είχαν χρησιμοποιήσει οι κατηγορούμενοι και στο παρελθόν κατά την παραλαβή της πρώτης παρτίδας τυροκομικών προϊόντων από τον Ζ1, μετέβη στο ευρισκόμενο επί της οδού ....πρακτορείο μεταφορών ΕΦΑΜ και παρέλαβε την ανωτέρω ποσότητα τυροκομικών προϊόντων, αφού πρώτα παρέδωσε την τραπεζική επιταγή που του είχαν δώσει οι κατηγορούμενοι. Η Ασφάλεια Πειραιά, η οποία είχε ειδοποιηθεί για την επίμαχη μεταφορά από την Ασφάλεια Μυτιλήνης, έθεσε σε άμεση παρακολούθηση το φορτηγό, που οδηγούσε ο Β1 με αριθμό κυκλοφορίας ....., για να διαπιστώσει σε ποιο σημείο και σε ποια άτομα θα παραδίδονταν τα τυριά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 27-4-2002 ένορκη κατάθεση του .... Αστυνομικού, υπηρετούντος στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Πειραιά αυτός πήρε εντολή από την υπηρεσία του να μεταβεί στις 06:30 ώρα της 27-4-2002 στα Λιμάνι του Πειραιά προκειμένου να περιμένει το καράβι από Μυτιλήνη, για να εντοπίσει και ακολουθήσει το υπ' αρ. κυκλ. .... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που θα ερχόταν έμφορτο με κεφάλια γραβιέρας, για να μάθει τον προορισμό του. Πράγματι, το ως άνω ΙΧΦ. ήλθε και στη συνέχεια πήγε στο Πρακτορείο Μεταφορών Μυτιλήνης ΕΦΑΜ, που βρίσκεται στην οδό ..... Εκεί το ανέμενε το υπ' αρ. .... ΔΧΦ, στο οποίο και μεταφορτώθηκαν τα τυριά. Ο ως άνω Αστυνομικός ακολούθησε το τελευταίο αυτό ΔΧΦ, μέχρι που έφθασε στην .... επί της οδού ...., οπότε ο οδηγός του άρχισε να ξεφορτώνει τα τυριά και να τα μεταφέρει σε μια αποθήκη. Ο Αστυνομικός τον πλησίασε και του δήλωσε την ιδιότητα του και σε σχετική ερώτηση του ο ως άνω οδηγός απάντησε ότι ονομάζεται Β1, ότι διαμένει στην ως άνω δ/νση και ότι τα ανωτέρω κεφάλια τυρί τα μεταφέρει για λογαριασμό κάπου Ψ1, ο οποίος θα έρθει τις προσεχείς ημέρες να τα να τα πάρει από την αποθήκη του. Ο Αστυνομικός τότε οδήγησε τον ανωτέρω μαζί με το φορτηγό του έμφορτο με τα τυριά στην υπηρεσία του για τα περαιτέρω. Εκεί, ο Β1 δίνει την πρώτη του, ένορκη κατάθεση (από 27-4-2002).όπου μεταξύ άλλων αναφέρει, ότι το ως άνω ΔΧΦ υπ' αρ. .... είναι ιδιοκτησίας του, ότι πριν δύο μήνες περίπου στο "SUPER MARKET CARREFOUR " στον ...., όπου είχε μεταφέρει φορτίο καφέ, τον πλησίασε ένα άνδρας 35-40 ετών, εύσωμος, ψηλός, με μαύρα μαλλιά και τον ρώτησε αν κάνει μεταφορές και του ζήτησε μια κάρτα του. Ο Β1 του την έδωσε και μετά λίγες ημέρες δέχθηκε τηλεφώνημα από άτομο με το όνομα "Ψ1 ", που του συστήθηκε ως το αφεντικό του άνδρα στον οποίο είχε κατά τα ανωτέρω δώσει την κάρτα του και του ζήτησε να κάνει μια μεταφορά τυριών από την μεταφορική " ΕΦΑΜ ΑΕ" στην Αθήνα. Αυτός δέχθηκε και πήγε στην " ΕΦΑΜ ΑΕ"; όπου τον περίμενε ο Ψ1, φόρτωσε τα τυριά και ξεκίνησε για την Αθήνα. Στα μέσα περίπου της διαδρομής ο Ψ1 του είπε να φέρει το εμπόρευμα σε τοποθεσία πίσω από τα ψυγεία "..." που βρίσκονται στην οδό ..., για να τα φορτώσουν σε δικό τους φορτηγό. Πράγματι, πήγε κι εκεί είδε ένα μικρό φορτηγό ψυγείο, που μεταφορτώθηκαν τα τυριά. Επίσης, ο Β1 κατέθεσε, πως την προηγούμενη ημέρα (26-4-2002) και περί ώρα 16:00 του τηλεφώνησε πάλι ο Ψ1 για να πάει πάλι στην "ΕΦΑΜ ΑΕ" και να φορτώσει τυριά, ενώ την ίδια ημέρα του έστειλε με άγνωστο άτομο μια επιταγή της "Eurobank" , για να τη δώσει στην ως μεταφορική εταιρεία. Την 27-4-2002, περί ώρα 09:30, ο Β1 πήγε στην "ΕΦΑΜ ΑΕ", όπου φόρτωσε τα τυριά, έδωσε την επιταγή και ξεκίνησε να πάει εκεί που βρίσκονται τα ψυγεία "..." όπου είχε πάει και την προηγούμενη φορά. Κατά τους ισχυρισμούς του δε βρήκε κανέναν τον περιμένει και τηλεφώνησε στο Ψ1 προφανώς (δε δίνει αριθμό τηλεφώνου), ο οποίος του ζήτησαν αν μπορεί να τα πάει στο σπίτι του και θα ερχόταν να τα πάρει, γιατί χάλασε το φορτηγό του. Πηγαίνοντας ο Β1 στο σπίτι του και αρχίζοντας να ξεφορτώνει ήλθε ο ως άνω Αστυνομικός ..... Στην ανωτέρω από 27-4-2002 κατάθεσή του ο Β1, μετά από επίδειξη σ' αυτόν από την Αστυνομική Αρχή φωτογραφιών προσεσημασμένων δραστών αναγνώρισε ως "Ψ1" κατά μεγάλο ποσοστό, όπως ανέφερε, τον ..... Η Αστυνομική Αρχή διαπίστωσε προφανώς, ότι ο .... κρατούταν στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού για απάτες, οπότε έλαβε δεύτερη ένορκη κατάθεση από (τον Β1 στις 28-6-2002, όπου και του το ανακοίνωσε υπό μορφή ερωτήματος. Εκείνος απάντησε στην από 28-6-2002 ένορκη κατάθεση του, ότι, "όπως σας είχα πει προσομοίασα σε ένα ποσοστό τον... ως το άτομο που μου είχε παρουσιαστεί ως Ψ1 πλην όμως δεν είμαι 100% βέβαιος ότι είναι το ίδιο και το αυτό άτομο". Επίσης, κατέθεσε ότι στο CARREFOUR, στον ... και στον ... στην οδό ... είχε δει πάλι το μικρό φορτηγό, χρώματος λευκού, μάρκας MERCEDES, που έφερε πράσινη ρίγα στη μέση και τον οδηγό του, που είχε παραλάβει την πρώτη φορά (τέλη Φεβρουαρίου 2002) τα τυριά στην οδό ..., πίσω από τα ψυγεία "...", αλλά δεν κατάφερε να δει τον αριθμό της πινακίδας κυκλοφορίας, ούτε να το ακολουθήσει. Υποσχέθηκε, όμως, ότι, αν το ξανασυναντούσε, θα προσπαθούσε να σημειώσει τον αριθμό κυκλοφορίας και θα το ακολουθούσε, για να δει πού πηγαίνει και θα ενημέρωνε την Αστυνομία, ενώ περιέγραψε τον οδηγό του ως άνω μικρού φορτηγού ψυγείου "ψηλό, χονδρό, ηλικίας 30-35 ετών περίπου, με μαύρα μαλλιά και γυαλιά μυωπίας" Στις 12-9-2002, ο Β1, περί ώρα 12:30, στην ,οδό ......, απέναντι από το Γ' Α.Τ. Πειραιά, σε ένα κατάστημα με συρόμενη πόρτα είδα πάλι τον οδηγό του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και λίγα μέτρα πιο κάτω και τα δύο αυτοκίνητα, που είχε ξαναδεί. Σε ερώτηση, που έκανε σε περαστικό, ο ως άνω μάρτυρας έμαθε, πως εκεί ήταν μια εταιρεία τυριών του .... και συμπέρανε, πως εκεί θα πρέπει να βρισκόταν και ο υποτιθέμενος Ψ1. Ακολούθησε έρευνα του Τμήματος Δημ. Ασφάλειας Πειραιά και στις 16-9-2002 κλήθηκαν στο ως άνω Τμήμα ο Β1, ο ... και οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι. Στην ένορκη κατάθεση του ο Β1 (της 16-9-2002 και ώρα 10:30) αναγνώρισε ανεπιφύλακτα στο πρόσωπο του ... τον οδηγό, που έφερε το λευκό φορτηγό με την πράσινη ρίγα, μάρκας MERCEDES, στα ψυγεία "...", στην οδό ..., περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2002 και που έχοντας μαζί του δύο Πακιστανούς έκανε μεταφόρτωση των τυριών σ' αυτό το αυτοκίνητο από το δικό του φορτηγό (υπ' αρ.....). Επίσης, στην ίδια κατάθεση του ο Β1 αναγνώρισε στο πρόσωπο του δεύτερου εκκαλούντος κατηγορούμενου Χ2, το άτομο που εμφανίσθηκε μετά τη μεταφόρτωση στα τέλη Φεβρουαρίου 2002 και παρέλαβε τα τυριά, ο οποίος τότε του συστήθηκε ως Ψ1. Σημείωσε, μάλιστα, πως τότε η μόνη διαφορά με τώρα είναι, πως ήταν αξύριστος μερικών ημερών. Για την απόδειξη της μεταφόρτωσης προσκόμισε τα σχετικά τιμολόγια. Ακολούθησε την ίδια ημέρα (16-9-2002 και ώρα 11:00) η ένορκη κατάθεση του ...., η οποία επιβεβαίωσε εκείνη του Β1. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων αναφέρει, πως στα τέλη Φεβρουάριου πήρε εντολή από το Χ2, να μεταβεί στα ψυγεία ...., για να μεταφορτώσει ποσότητα τυριών από φορτηγό, που θα τον ανέμενε εκεί. Πήγε με δύο Πακιστανούς και μεταφόρτωσαν από το υπ'αρ. ..., τύπου MERCEDES, αυτοκίνητο (του Β1). Πριν φύγουν, ήρθε στο μέρος εκείνο ο Χ1 και παρέλαβε το φορτηγό με το φορτίο τυριών, το οδήγησε μέχρι ένα σημείο και στη συνέχεια το οδήγησε ίδιος (.....). Επίσης, μετά τη μεταφόρτωση ο ...., ο Χ1 και οι δύο Πακιστανοί πήγαν στην εταιρεία των "...." και ξεφόρτωσαν τα τυριά. Τέλος, ο ως άνω μάρτυρας καταθέτει ότι η μεταφόρτωση έγινε χωρίς τιμολόγιο (γεγονός που το αναιρεί στην από 19-11-2004 ανακριτική του κατάθεση) και ότι μόλις τελείωσε αυτή ήρθε και ο Χ2, ο οποίος εκείνο τον καιρό είχε αφήσει μικρό μουσάκι, δηλαδή, ήταν μερικές ημέρες αξύριστος (στην ως άνω ανακριτική του κατάθεση αναιρεί, ότι ανέφερε, πως είχε μούσι ο Χ2, δεν αναιρεί, όμως, ότι αυτός προσήλθε στο σημείο της μεταφόρτωσης). Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται τις σε βάρος τους κατηγορίες, και ισχυρίζονται, πως δεν έχουν σχέση ούτε με πρόσωπα, που εμφανίστηκαν με τα στοιχεία "Ψ1" και "Ψ2", ούτε με τις επίδικες πλαστές επιταγές, ούτε με το φερόμενο ως εκδότη αυτών. Ήδη, βέβαια, όπως προκύπτει από την από 18-11-2004 ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος Ζ1 έχει επέλθει εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ αυτού και των εκκαλούντων και αυτός δηλώνει, μεταξύ άλλων, πως έχει πεισθεί, ότι δεν είναι οι αδελφοί ...αυτοί, οι οποίοι διέπραξαν τη σε βάρος του απάτη και την πλαστογραφία των αναφερόμενων στην έγκληση του επιταγών. Δε δίνει, όμως, καμιά εξήγηση ούτε αυτός, ούτε οι εκκαλούμενοι σχετικά με τις προαναφερθείσες καταθέσεις των Β1 και ... σε συνδυασμό και με εκείνες του ..., υπαλλήλου της "ΕΦΑΜ ΑΕ" και..., Ειδικότερα, οι Β1 και ....δεν έχουν κανένα κίνητρο να καταθέσουν ψευδή περιστατικά. Αντίθετα, οι εκκαλούντες είχαν κίνητρο να διαπράξουν σε βάρος του εγκαλούντος τις διωκόμενες πράξεις. Συγκεκριμένα, στα απολογητικά τους υπομνήματα οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αναφέρουν, πως στα πλαίσια συνεργασίας τους με τον εγκαλούντα του είχαν παραδώσει 13 μεταχρονολογημένες επιταγές της Ευrobank-Εργασίας, που σύρονταν από λογαριασμό του δεύτερου εκκαλούντος, συνολικού ποσού 243.557 ευρώ, προκειμένου να τους παραδώσει αντίστοιχης αξίας τυροκομικά προϊόντα. Ο εγκαλών όμως, τους απέστειλε προϊόντα συνολικής αξίας 136.365,64 ευρώ, από τα οποία του επέστρεψαν μάλιστα προϊόντα αξίας 58.449,24 ευρώ, ενώ αρνιόταν να επιστρέψει τις επιταγές, που αντιστοιχούσαν στο υπόλοιπο ποσό με αποτέλεσμα αυτοί να ανακαλέσουν μερικές από αυτές. Οι εκκαλούντες έστειλαν στον εγκαλούντα την από 23-9-2002 εξώδικη δήλωση τους μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που τους επιδόθηκε από τον τελευταίο στις 20-9-2002. Η παραπάνω αστική διαφορά, πρέπει να οδήγησε τους εκκαλούντες να διαπράξουν τις διωκόμενες πράξεις, γιατί ένιωθαν, προφανώς, ζημιωμένοι από την κατά τους ισχυρισμούς τους αντισυμβατική συμπεριφορά του εγκαλούντος και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (προσποιούμενοι άλλα πρόσωπα και με πλαστές επιταγές), του απέσπασαν εμπορεύματα, για να καλύψουν τις επιταγές, που εκείνος είχε στα χέρια του, αχρεωστήτως κατ' αυτούς. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει στο εν λόγω βούλευμά του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διεξαχθείσα κυρία ανάκριση και από τα οποία συνήγαγε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των ως άνω εγκλημάτων, μνημονεύει δε τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και σχημάτισε την κρίση για την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων, παραθέτει δε, τέλος, τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αποδιδόμενη στο βούλευμα αιτίαση της μη αιτιολογίας του δόλου είναι αβάσιμη αφού, ειδικώς διαλαμβάνεται σ'αυτό ότι οι κατηγορούμενοι με την κατάρτιση και αποστολή στον εγκαλούντα πλαστών επιταγών και την εμφάνισή τους ως εμπόρων οικονομικά εύρωστων και φερέγγυων, σκοπούσαν να παραπλανήσουν εκείνον ώστε να πεισθεί να δεχθεί την προς αυτούς αποστολή των ποσοτήτων τυριών, η εξόφληση του τιμήματος των οποίων θα γινόταν με μεταχρονολογημένες επιταγές, αυτοί δε να ωφεληθούν παράνομα κατά το μη καταβληθέν τίμημα των εμπορευμάτων τα οποία παρέλαβαν. Ακόμη, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα προέβη σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων του Β1 και ότι δεν έλαβε υπόψη του την ευνοϊκή γι' αυτούς ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος. Το βούλευμα αναφέρεται και στην ανακριτική κατάθεση του εγκαλούντος την οποία, για συγκεκριμένους λόγους, δεν κρίνει πειστική. Η ιδιαίτερη μνεία στο σκεπτικό του βουλεύματος της καταθέσεως του μεταφορέα των τυριών Β1 γίνεται διότι ο μάρτυρας αυτός οδήγησε στην αποκάλυψη της ταυτότητας των κατηγορουμένων ως δραστών των εγκλημάτων και γιατί το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν μεγαλύτερη αποδεικτική σημασία, χωρίς από το γεγονός αυτό να υποδηλώνεται ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και οι λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις. Τέλος, τα αναφερόμενα στις αιτήσεις αναιρέσεως για τις εμπορικές συναλλαγές των αναιρεσειόντων με τον εγκαλούντα, την εξέλιξη των μεταξύ τους δοσοληψιών, η προβαλλόμενη άρνηση της κατηγορίας και η διάφορη απ' αυτούς αξιολόγηση του αποδεικτικού, συνιστούν αιτιάσεις οι οποίες βάλλουν κατά της ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του συμβουλίου και εκ του λόγου αυτού είναι απαράδεκτες. Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.δ΄ του ΚΠοινΔ μόνος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο βούλευμα η πλημμέλεια της μη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και, πρέπει, οι αιτήσεις αναιρέσεως να απορριφθούν, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 14/13-6-2006 και 15/13-6-2006 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, για αναίρεση του 159/2006 βουλέυματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜATΕΑΣ