ΑΡΙΘΜΟΣ 552/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Παπαλάμπρου, περί αναιρέσεως της με αριθμό ΒΤ 6042/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 458/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ' αυτό, αλλά, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως ήδη ισχύει μετά το άρθρο 2 παρ.5 του Ν. 2408/1996, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή παραλείψει να απαντήσει στο ανωτέρω αίτημα ή δεν αιτιολογήσει, όταν το κρίνει απορριπτέο, ειδικά και εμπεριστατωμένα την απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται, αντιστοίχως, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως η έλλειψη αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ή Δ' ΚΠοινΔ. Το αίτημα αυτό για να είναι σαφές και ορισμένο πρέπει να προβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά το νόμο θεμελίωσή του, αλλιώς είναι απαράδεκτο ως αόριστο, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να απαντήσει ή ειδικώς να αιτιολογήσει την απόρριψή του (βλ. Α.Π. 16/1990). Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατά την απολογία του υπέβαλε αίτημα για να διαταχθεί η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης "ούτως ώστε με τον επί τόπου έλεγχο να διαπιστωθούν οι εργασίες". Το αίτημα όμως, αυτό για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υποβλήθηκε κατά σαφή και ορισμένο τρόπο που να δικαιολογεί την παραδοχή του ή την αιτιολογημένη απόρριψή του καθόσον και ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται σε εργασίες που έγιναν προ δεκαετίας σε μάρμαρα και μπάνια του ξενοδοχείου της αναφερόμενης εταιρείας, της οποίας ο αναιρεσείων ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, με το αίτημα αυτό δεν εκτίθενται ποιες εργασίες έγιναν, με ποιο κόστος έγιναν και με ποια υλικά, από που αυτά ήταν αγορασμένα και με βάση ποια τιμολόγια και δελτία αποστολής, από ποιους εργαζομένους τοποθετήθηκαν από 22-5-2000 μέχρι 1-3-2001, ήτοι σε διάστημα 9 μηνών και 9 ημερών και έναντι ποιας αμοιβής. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν υποχρεούτο να απαντήσει πλην όμως απάντησε, αφού δέχτηκε ότι "δεν αποδείχτηκε ότι οι όποιες εργασίες έγιναν από τον Κ. Γ. αφορούν τα επίδικα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, στα οποία δεν υπάρχει επιμέτρηση ή αναφορά των τετραγωνικών μέτρων ώστε να μπορεί να γίνει σχετικός έλεγχος". Όθεν, ο πρώτος λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ακροάσεως ή ελλείψεως αιτιολογίας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Β' και Δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφού στα αναγνωσθέντα έγγραφα δεν περιλαμβάνονται τα κριθέντα ως εικονικά τιμολόγια, τα οποία όμως το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την καταδικαστική κρίση του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον με την ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης ως και της προσβαλλόμενης ανεγνώσθησαν και τα εικονικά τιμολόγια, τα οποία αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό τούτων. Άλλωστε και αν ακόμη δεν είχαν αναγνωσθεί μπορούσαν να ληφθούν υπόψη αφού αποτελούσαν το σώμα του κρινόμενου εγκλήματος (ΑΠ 622/ 2010, 488/2010). Περαιτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι τα ένδικα τιμολόγια είναι τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και όχι τιμολόγια αγοράς προϊόντων, ώστε να απαιτείται η αναγραφή σε αυτά του είδους και της ποσότητος τούτων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 4 του ν.2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Εικονικό είναι το στοιχείο, που εκδίδεται και για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ... (παρ. 4). Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογίας εκ του ότι η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, όταν σε αυτό περιέχονται και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ως προς τον δόλο δεν απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αυτός, ως απλούς δόλος, ενυπάρχει στην περί ενοχής αιτιολογία δια της παραδοχής των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το έγκλημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων για το οποίο καταδικάστηκε ο δράστης. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ΒΤ-6042/2011 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Στη ... ο εκκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΜΑΝΚΟ ΑΕ - Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις", αποδέχθηκε από τον Κ. Γ., ο οποίος φερόταν, ότι λειτουργούσε ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τις διακοσμητικές εργασίες, τα αναφερόμενα στο διατακτικό της απόφασης αυτής σαράντα οκτώ (48) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών για τοποθέτηση μαρμάρων, πλακιδίων κλπ., συνολικής καθαρής αξίας 128.299.600 δραχμών (376.521,21 ευρώ), πλέον ΦΠΑ, τα οποία εκδόθηκαν από 22-5-2000 έως 1-3-2001. Τα τιμολόγια αυτά, όμως, ήταν εικονικά, γεγονός, που γνώριζε ο εκκαλών, διότι κατόπιν ελέγχου, που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Κέντρου Πειραιά διαπιστώθηκε ότι ο Κ. Γ.: α) δεν απασχολούσε στην ατομική επιχείρηση προσωπικό, β) δεν είχε πάγια στοιχεία ΦΙΧ κλπ., γ) τα έσοδά του από τα εκδοθέντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών προέρχονταν μόνο από την χειρωνακτική του εργασία, η οποία σε έξι μήνες του απέφερε εισόδημα 100.557.600 δραχμών για τη χρήση του 2000 και για χρονικό διάστημα δύο μηνών το ποσό των 31.008.000 δραχμών για τη χρήση του 2001, ποσό υπερβολικά μεγάλο για αυτή τη χειρωνακτική εργασία, δ) οι αγορές του σε διάφορα υλικά για το έτος 2000 είναι 318.882 δραχμές, ενώ για το έτος 2001 ο Κ. Γ. δεν προσκόμισε στοιχεία, ε) για τις εν λόγω αγορές δεν υπάρχουν παραστατικά ή φορτωτικές για τη μεταφορά τους στο χώρο που αναλώθηκαν ή τοποθετήθηκαν, στ) δεν υπάρχει επιμέτρηση της παρασχεθείσας εργασίας και δεν αναγράφονται τα τετραγωνικά μέτρα για τη τοποθέτηση των μαρμάρων, πλακιδίων κλπ, για τα οποία εκδόθηκαν τα αντίστοιχα τιμολόγια και ζ) όλα τα τιμολόγια έχουν εξοφληθεί τοις μετρητοίς, γεγονός σύνηθες στις εικονικές συναλλαγές. Περαιτέρω, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2000 - 2001) η εταιρία του εκκαλούντος προέβη μεν σε εργασίες ανακαίνισης του ξενοδοχείου, που διατηρεί, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε, ότι όλες οι εργασίες έγιναν από τον εκδότη των επίδικων τιμολογίων, Κ. Γ., ούτε ότι οι εργασίες, που έγιναν απ' αυτόν, αφορούν τα επίδικα Τ.Π.Υ., στα οποία, εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπάρχει επιμέτρηση ή αναφορά των τετραγωνικών μέτρων, ώστε να μπορεί να γίνει σχετικός έλεγχος, ούτε προσκομίστηκαν παραστατικά αγοράς των μαρμάρων, πλακιδίων κλπ. Η κατάθεση δε του Κ. Γ., ότι αυτά έχουν χαθεί, δεν κρίνεται πειστικός. Συνεπώς, πρέπει, ο εκκαλών - κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος." Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων με το ακόλουθο διατακτικό: Στη ... κατά το χρονικό διάστημα 22-5-2000 μέχρι 1-3-2001 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερον απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλ. φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, αρχομένης της παραγραφής του [αδικήματος] την 31-7-2007, χρόνος κατά τον οποίον θεωρήθηκε η συνημμένη από 26-7-2007 έκθεση ελέγχου του διενεργήσαντος τον έλεγχο περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Πειραιά του Υπ. Οικονομίας και Οικονομικών και πιο συγκεκριμένα, διατελέσας κατά το άνω χρονικό διάστημα Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της επιχείρησης "ΑΝΜΑΝΚΟ ΑΕ - Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις", εδρευούσης στην ... αρμοδιότητος ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης τα πιο κάτω αναλυτικά αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία [Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών ΤΟΥ] τα οποία είναι εικονικά, διότι αφορούν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές, τα οποία φέρονται ως εκδοθέντα από την ατομική επιχείρηση "Διακοσμητικές εργασίες" του Κ. Γ. του Γ., που εδρεύει στην θέση "..." ...: ΧΡΗΣΗ 2000 ΚΑΘΑΡΗ ΑΞΙΑ Φ.Π.Α. ΣΥΝΟΛΟ Τ.Π.Υ Νο 1/22-5-2000 3.130.000 563.400 3.693.400 Τ.Π.Υ Νο 2/26-5-2000 2.880.000 518.000 3.398.000 Τ.Π.Υ Νο 3/3-6-2000 980.000 176.400 1156.400 Τ.Π.Υ Νο 4/8-6-2000 850.000 153.000 . 1.003.000 Τ.Π.Υ Νο 5/11-6-2000 1350.000 243.000 1593.000 Τ.Π.Υ Νο 6/12-6-2000 980.000 176.400 1156.400 Τ.Π.Υ Νο 7/15-6-2000 1 .400.000 252.000 Ί .652.000 Τ.Π.Υ Νο 8/22-6-2000 1 .430.000 257.000 1 .687.000 Τ.Π.Υ Νο 9/25-6-2000 1650.000 297.000 1947.000 Τ.Π.Υ.Νο 10/27-6-2000 3.130.000 563.400 3.693.400 Τ.Π.Υ.Νο 11/1 -7-2000 3.230.000 581400 3.811400 Τ.Π.Υ.Νο 12/6-7-2000 2.635.800 474.444 3.110.244 Τ.Π.Υ.Νο 13/13-7-2000 2.580.000 464.400 3.044.400 Τ.Π.Υ Νο 14/21-7-2000 2.430.000 437.000 2.867.000 Τ.Π.Υ.Νο 15/26-7-2000 1 .260.000 226.800 1486.800 Τ.Π.Υ. Νο 16/30-7-2000 2.070.000 372.600 2.442.600 Τ.Π.Υ Νο 17/2-8-2000 2.880.000 518.000 3.398.000 Τ.Π.Υ Νο 18/5-8-2000 2.780.000 500.400 3.280.400 Τ.Π.Υ Νο 19/1 0-8-2000 4.500.000 810.000 5.310.000 Τ.Π.Υ.Νο 20/1 9-8-2000 3.800.000 684,000 4.484.000 Τ.Π.Υ Νο 21/21 -8-2000 3.580.000 644.000 4.224.000 Τ.Π.Υ Νο 22/27-8-2000 2.780.000 500.400 3.280.400 Τ.Π.Υ Νο 23/26-8-2000 5.600.000 1080.000 6.680.000 Τ.Π.Υ Νο 24/28-8-2000 1430.000 257.000 1 .687.000 Τ.Π.Υ Νο 25/4-9-2000 2.995.000 539.000 3.534.000 Τ.Π.Υ Νο 26/8-9-2000 1650.000 297.000 1947.000 Τ.Π.Υ. Νο 27/1 1-9-2000 2.070.000 372.600 2.442.600 Τ.Π.Υ. Νο 28/1 2-8-2000 2.635.800 474.444 3.110.244 Τ.Π.Υ. Νο 29/1 8-9-2000 3.580.000 644.000 4.224.000 Τ.Π.Υ Νο 30/29-9-2000 3.440.000 619.200 4.059.200 Τ.Π.Υ Νο 31/26-9-2000 3.130.000 563.400 3.693.400 Τ.Π.Υ Νο 32/29-9-2000 3.580.000 644.000 4.224.000 Τ.Π.Υ Νο 33/2-1 0-2000 1650.000 297.000 1947.000 Τ.Π.Υ Νο 34/9-1 0-2000 1 .400.000 252.000 1 .652.000 Τ.Π.Υ Νο 35/20-1 0-2000 2.070.000 372.500 2.442.600 Τ.Π.Υ. Νο 36/3-1 1-2000 2.100.000 378.000 2.478.000 Τ.Π.Υ. Νο 37/7-1 1-2000 2.875.000 517.500 3.392.500 Τ.Π.Υ Νο 38/1 3-1 1-2000 3.130.000 563.400 3.693.400 Τ.Π.Υ Νο 39/1 -12-2000 1650.000 297.000 1947.000 ΣΥΝΟΛΟ 97.291.600 17.581.188 114.872.788 ΧΡΗΣΗ 2001 Τ.Π.Υ Νο 42/5-1-2001 3.205.000 576.900 3.781.900 Τ.Π.Υ Νο 43/12-1 -2001 1.930.000 347.400 2.277.400 Τ.Π.Υ Νο 44/12-1-2001 2.880.000 518.400 3.398.400 Τ.Π.Υ Νο 45/20-1-2001 5.600.000 1.080.000 6.680.000 Τ.Π.Υ Νο 46/31-1-2001 6.240.000 1.123.200 7.363.200 Τα .Π.Υ Νο 47/7-2-2001 5.613.000 1.010.000 6.623.000 Τ.Π.Υ Νο 48/1-3-2001 5.540.000 997.000 6.537.000 ΣΥΝΟΛΟ 31.008.000 5.652.900 36.660.900 Δηλαδή απεδέχθη [48] εικονικά φορολογικά στοιχεία καθαρής αξίας 128.299.600 δρχ. [376.521,21 ευρώ], με πλέον ΦΠΑ που ανέρχεται στο ποσό των 151.533.688 δρχ. [444.706,35 ευρώ]." Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997, την οποία δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ασάφεια στην αιτιολογία της αφού η απόφαση στο σκεπτικό της ξεκαθαρίζει ότι δεν αποδείχτηκε ότι όλες οι εργασίες έγιναν από τον εκδότη των επίδικων τιμολογίων Κ. Γ., ούτε ότι οι εργασίες που έγιναν από αυτόν αφορούν τα επίδικα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών. Δέχεται δηλαδή το Δικαστήριο ότι και αν ο Γ. έκανε κάποιες εργασίες δεν πρόκειται για τις εργασίες στις οποίες αναφέρονται τα επίδικα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, δεχόμενο περαιτέρω, ότι αυτός δεν διέθετε καμία υποδομή, ήτοι μεταφορικά μέσα, προσωπικό κλπ για να εκτελέσει τέτοιες εργασίες, ενώ εξάλλου δεν προσκόμισε παραστατικά, φορτωτικές κλπ, δεν χρησιμοποίησε υλικά, ούτε υπάρχουν επιμετρήσεις για τις δήθεν παρασχεθείσες εργασίες και παρ' όλα αυτά φέρεται να έχει λάβει το αναφερόμενο μεγάλο ποσό και μάλιστα τοις μετρητοίς. Εξάλλου, ο Γ. ή ο αναιρεσείων θα έπρεπε να προσκομίσουν τουλάχιστον τιμολόγια αγοράς μαρμάρων, πλακιδίων ή άλλων υλικών απαραίτητων για την τοποθέτησή τους ως και τις σχετικές φορτωτικές, πράγμα που δεν έπραξαν αφού κατά τις παραδοχές δεν υπήρξαν τέτοια παραστατικά λόγω μη αγοράς των άνω υλικών. Περαιτέρω, δεν απαιτείτο η ειδική αιτιολόγηση του δόλου, αφού κατά το νόμο αυτός είναι απλός δόλος και ενυπάρχει δια της παραδοχής των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το έγκλημα τούτο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα προς μόρφωση της περί ενοχής κρίσεώς του και δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφέρεται σε κάθε αποδεικτικό μέσο ξεχωριστά. Ήτοι, το δικαστήριο προέβη σε αξιολογική συσχέτιση και μόρφωσε την περί ενοχής κρίση του, χωρίς να λάβει υπόψη του επιλεκτικά ορισμένα εκ των αποδεικτικών μέσων, αλλά συνεκτίμησε και αξιολόγησε το σύνολο τούτων. Οι αναφορές του αναιρεσείοντος στο περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων αφορά την ουσία της κρινόμενης υπόθεσης που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο. Όθεν και οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-2-2012 αίτηση του Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΒΤ- 6042/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ