Αριθμός 411/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη-Eισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Χρίστο Μυλωνόπoυλο και Νέστορα Κουράκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 204/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ζ1, 2. Ζ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιάπη και 3. Ζ3 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάπη. Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 29 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 306/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών΄ και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται : α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτα απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία, ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Χωρίς την επέλευση βλάβης σε ξένη περιουσία δεν υφίσταται απάτη, ενώ σε περίπτωση επελεύσεως της βλάβης είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε, το πρόσωπο δε που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη. Τέτοιο πρόσωπο είναι και ο συμβολαιογράφος όταν, ύστερα από ψευδείς παραστάσεις πείθεται και συντάσσει συμβόλαιο πωλήσεως ή προσύμφωνο πωλήσεως πράγματος ή οποιαδήποτε συμβολαιογραφική πράξη που προσδίδει τίτλο κυριότητος που δεν ανήκει στον υπαίτιο, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη του κυρίου είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του, είτε με τον κίνδυνο αυτής από την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο εκηρύχθη ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ΄ είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Ε ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διατάξεως ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον ΄Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής αυτών στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ΄ αριθμ. 204/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ΄ είδος μνημονεύονται ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσαν επί 3ετίαν για απάτη, δεχθέντος ειδικότερα του δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ΄ αριθμόν ..... προικοσυμφώνου, που συντάχτηκε στο συμβολαιογραφείο της Δημογεροντίας Καστελλοριζιού και καταχωρήθηκε στο 4ο βιβλίο "Μνηστειών και Γάμων" μεταξύ των σελίδων ..και ..., περιήλθε στην ανώτερη δικαιοπάροχο των πολιτικώς εναγόντων .....και η επίδικη διόροφη οικία, που βρίσκεται στη νήσο ....Καστελλοριζιού παρά τη θέση "...". Αυτή (....) και μάμμη και ως πολιτικώς ενάγουσα Ζ1 κατοικούσε μέσα στην οικία μέχρι το έτος 1935 που απεβίωσε. Αμέσως μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο παραχωρήθηκε η οικία αυτή στη .... να τη χρησιμοποιεί ως κατοικία επειδή ήταν πτωχή. Αυτή παρέμεινε και κατοικούσε στην οικία αυτή μέχρι το έτος 1963, όπου και απεβίωσε. Μετά το θάνατο αυτής τα παιδιά της προαναφερόμενης ιδιοκτήτριας της οικίας αυτής ...,...και ...., που είχαν εν τω μεταξύ μεταναστεύσει στην Αυστραλία ήδη από το έτος 1955, επειδή πληροφορήθηκαν ότι μετά το θάνατο της προαναφερόμενης ...., αφαιρέθηκαν από την οικία αυτή ορισμένα πορτοπαράθυρα, παρακάλεσαν την ....(μάμμη του κατηγορουμένου) να επιβλέπει και να προσέχει την οικία από επεμβάσεις τρίτων. Η τελευταία έκτοτε και μέχρι το θάνατό της που έλαβε χώρα κατά το έτος 1986 επέβλεπε την οικία αυτή, μάλιστα δε το ισόγειο εχρησιμοποιείτο από το σύζυγό της για την εναπόθηση ηλεκτρολογικών εργαλείων. Οι παραπάνω .... και .... ουδέποτε εκδήλωσαν ενέργειες και πράξεις που να φανέρωναν διάθεση απεμπόλησης των δικαιωμάτων κυριότητας που είχαν στην επίδικη οικία, παρά το ότι ως οικονομικοί μετανάστες διέμεναν στην Αυστραλία. Αντίθετα μάλιστα από σειρά ενεργειών και πράξεων κατέδειξαν ότι ήθελαν να διατηρήσουν τη φυσική εξουσίαση επί της επίδικης οικίας. ΄Ετσι εκτός από την ανάθεση, κατά τα προαναφερόμενα, της αντιπροσωπεύσεώς τους στη μάμμη του κατηγορουμένου, όταν κατά το έτος 1981 επισκέφθηκε το Καστελλόριζο ο υιός του...., ...., ζήτησε τα κλείθρα της οικίας από την .... και διέμενε στην οικία επί πεντάμηνο περίπου. (βλ. σχετική φωτογραφία αυτού στο παράθυρο του ορόφου). Επίσης το 1983 επισκέφθηκε το Καστελλόριζο και ο ....με την οικογένειά του και αφού προέβη σε μερική επισκευή της οικίας διέμενε σ΄ αυτή. Η .... με την από 12-1-1981 επιστολή της που την απευθύνει προς την....(σύζυγο .... και υιός της προαναφερομένης....) αναγνώριζε ότι η οικία ανήκε στους .... Αναφέρει μάλιστα στην επιστολή ότι ήλθε στο Καστελλόριζο ο υιός του ...(είναι ο ... που κατά τα προαναφερόμενα διέμενε στην οικία κατά το έτος 1980). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στη επιστολή γράφει ότι ο υιός του ...(που είναι ο...) "είδε το σπίτι σας", αναγνωρίζοντας έτσι το δικαίωμα κυριότητας στους .... Ο κατηγορούμενος αμφισβητεί τη γνησιότητα αυτής της επιστολής, ισχυριζόμενος ότι η μάμμη του αυτή είχε πρόβλημα στα μάτια (καταράκτη) και ήταν αδύνατο να τη γράψει. Όμως ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται από τη με ημερομηνία 12-9-1979 υπεύθυνη δήλωση της μάμμης του Χ1, που έχει βέβαιη χρονολογία αφού το γνήσιο της υπογραφής της θεωρήθηκε από το διοικητή του τμήματος της αστυνομίας ... Καστελλοριζίου. Η επιστολή αυτή είναι χειρόγραφη, ο δε γραφικός χαρακτήρας της υπεύθυνης αυτής δήλωσης είναι ο ίδιος με την προαναφερόμενη επιστολή. Ο κατηγορούμενος που γεννήθηκε στο Καστελλόριζο το έτος 1960 μέχρι το 12 έτος της ηλικίας του διέμενε στο Καστελλόριζο συνεχώς. Αλλά και κατά τη διάρκεια των σπουδών του επισκέπτετο το Καστελλόριζο και μετά την αποφοίτησή του από το Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης ακολούθησε το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού, και με τη δική του εκπόνηση σχεδίων και επίβλεψη ανεγέρθηκαν περί τις είκοσι κατοικίες στο Καστελλόριζο. Επομένως όλα αυτά τα χρόνια, αφού η πατρική του οικία που κατοικούσε, απέχει μόλις 20 μέτρα περίπου από την επίδικη οικία, έβλεπε και αντιλαμβανόταν όλα τα διαδραματιζόμενα αναφορικά με την οικία αυτή, δηλαδή την αντιπροσώπευση της οικογένειας ...στο Καστελλόριζο από τη μάμμη του Χ1, τις συχνές επισκέψεις μελών της οικογένειας.... στην επίδικη οικία και ότι επομένως η μητέρα του Χ1 δεν είχε κανένα δικαίωμα αποκτήσει στην οικία αυτή, εν τούτοις εμφανίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρόδου Βασιλείας Χρυσή και ζήτησε τη σύνταξη του .... συμβολαίου γονικής παροχής και παρέστησε σ΄ αυτή ότι η εκπροσωπούμενη από αυτόν δυνάμει του υπ΄ αριθ. .... πληρεξουσίου της ίδιας συμβολαιογράφου, μητέρα του Χ1, είχε τη νομή της επί εικοσαετία τουλάχιστον και απέκτησε κυριότητα με χρησικτησία. Τα περιστατικά όμως αυτά που δήλωσε στην παραπάνω συμβολαιογράφο ήταν ψευδή, και έτσι έπεισε τη συμβολαιογράφο να συντάξει το παραπάνω συμβόλαιο, με το οποίο περιήρχετο σ΄ αυτόν το 1/2 της επίδικης οικίας, πράξη όμως στην οποία δεν θα προέβαινε η συμβολαιογράφος αν εγνώριζε την πραγματική κατάσταση, που ήταν ότι η μητέρα του κατηγορουμένου δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας με το πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Αποτέλεσμα της παραπάνω πράξεώς του ήταν να περιέλθει η κυριότητα σ΄ αυτόν, με αντίστοιχη ζημία των πολιτικώς εναγόντων, πραγματικών κυρίων της οικίας. Πρέπει εδώ να τονισθεί ότι ο κατηγορούμενος κατά τη σύνταξη του προαναφερομένου συμβολαίου γονικής παροχής σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες ή δηλώσεις της μητέρας του Χ1, αφού στο προαναφερόμενο πληρεξούσιο, που του παρέχεται η δυνατότητα να μεταβιβάσει σ΄ αυτόν τον ίδιο και με αυτοσύμβαση ακίνητα ανήκοντα στη μητέρα του, δεν αναφέρεται καν η επίδικη οικία και πολύ περισσότερο (δεν αναφέρεται) τρόπος κτήσεως κυριότητας. Αλλά ό,τι δήλωσε κατά τη σύνταξη του συμβολαίου, το δήλωσε ως έχοντας αυτός ο ίδιος ίδια αντίληψη αναφορικά με την κατάσταση της μεταβιβαζομένης οικίας, ότι δηλαδή η μητέρα του ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και ότι απέκτησε την κυριότητα με χρησικτησία, πράγμα όμως, που, όπως προκύπτει κατά τρόπο σαφή με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρθηκαν και όλα γενικά τα στοιχεία της δικογραφίας, ήταν ψευδές. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α΄ Π.Κ.). Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών ή ελλιπών αιτιολογιών και έτσι η απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως, επαναλαμβανομένου και πάλιν εδώ ότι παραπλανηθείσα στην εξεταζομένη περίπτωση είναι η συμβολαιογράφος, η οποία, πεισθείσα στις ψευδείς, ως άνω παραστάσεις του αναιρεσείοντος προέβη στη σύνταξη του συμβολαίου γονικής παροχής, από τη σύνταξη του οποίου ζημιώθηκαν οι αληθείς κύριοι - πολιτικώς ενάγουσες. Συνεπώς, οι τέταρτος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων και του κυρίου αντιστοίχως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη αναφοράς στην προσβαλλομένη απόφαση των κατ΄ ιδίαν αποδεικτικών μέσων και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ (άρθρ. 510 παρ. 1 Δ, Ε ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ΄ αυτήν διαφορετικός χαρακτηρισμός, αλλιώς αν δηλαδή ασκηθεί, παρά την απαγόρευση, δίωξη, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (λόγω δεδικασμένου). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι προϋπόθεση του δεδικασμένου είναι, μεταξύ άλλων, ταυτότητα προσώπου, οία νοείται του κατηγορουμένου και ταυτότητα πράξεως, δηλαδή πραγματικών περιστατικών, άσχετα από το νομικό τους χαρακτηρισμό, η οποία (ταυτότητα πράξεως) δεν μπορεί να υπάρχει όταν είναι διαφορετικό το πρόσωπο του παθόντος. Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και αξιολογήσει και αυτεπάγγελτα. Στην εξεταζομένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για απάτη, πράξη που φέρεται τελεσθείσα στη Ρόδο στις 30-5-1997 σε βάρος των κληρονόμων της .... και δη γιατί παρέστησε ψευδώς στη συμβολαιογράφου Ρόδου Βασιλείας Χρυσή, ότι η εκπροσωπουμένη απ΄ αυτόν Χ1 είχε στην ιδιοκτησία της μία διώροφη ερειπωμένη οικία, ευρισκομένη στη θέση "..." της νήσου ...Δωδεκανήσου, η οποία δήθεν περιήλθε σ΄ αυτήν από χρησικτησία πέραν των 20 ετών, πείθοντάς την έτσι να προβείς τη σύνταξη του .... συμβολαίου γονικής παροχής, δυνάμει του οποίου η οικία μεταβιβαζόταν στον ίδιο και στον αδελφό του ...., ενώ το αληθές ήταν ότι ουδέποτε η ανωτέρω δικαιοπάροχός του είχε αποκτήσει τη νομή της εν λόγω οικίας με έκτακτη χρησικτησία, με αποτέλεσμα με τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και την, συνεπεία αυτών, σύνταξη του συμβολαίου γονικής παροχής να ζημιώσει τους ανωτέρω αληθινούς ιδιοκτήτες κατά το ποσό της αξίας της με αντίστοιχο περιουσιακό αυτού και του αδελφού του όφελος. Περαιτέρω, με το υπ΄ αριθμ. 46/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου, που έχει καταστεί αμετάκλητο, κρίθηκε να μη γίνει κατηγορία, εκτός των άλλων και εις βάρος του αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία σε πράξεις απάτης και ψευδούς βεβαιώσεως, πράξεις που συνίσταντο εις το ότι αυτός έπεισε τον κατηγορούμενο τότε, ως φυσικό αυτουργό, πρώην δήμαρχο Καστελόριζου, ....στη .... και στη Ρόδο Δωδεκανήσου κατά το έτος 1997 να συντάξει ψευδείς βεβαιώσεις ότι δεν όφειλε -για ακίνητο- του οποίου δεν προκύπτει η ταυτότητα- εις τον Δήμο Τ.Α.Π. (Τέλος Ακίνητης Περιουσίας). Η πράξη, επομένως, της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων δεν ταυτίζεται με εκείνη, για την οποία εκδόθηκε το παραπάνω απαλλακτικό γι΄ αυτόν βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου. Η περαιτέρω αναφορά εις το βούλευμα στις σκέψεις της εισαγγελικής προτάσεως "προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων", έγινε καθό μέρος οι σκέψεις αυτής (εισαγγελικής προτάσεως), συμβιβάζονται με τις παραδοχές του βουλεύματος, όσον αφορά εις την έκδοση των πιστοποιητικών με τα οποία βεβαιωνόταν ότι δεν οφείλεται ΤΑΠ από τους ιδιώτες που ενέμοντο και κατείχαν τα περιγραφόμενα στα πιστοποιητικά αυτά ακίνητα, ενώ ρητώς δέχεται το βούλευμα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ότι στα πιστοποιητικά αυτά δεν βεβαιωνόταν ότι οι κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, ενέμοντο και κατείχαν τα προαναφερθέντα ακίνητα για μία εικοσαετία, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο τελευταίος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, περί παραβιάσεως του δεδικασμένου, απορρέοντος από το προαναφερθέν αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου (άρθρ. 510 παρ. 1 ΣΤ ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον ΄Αρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Περαιτέρω, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο θεωρείται και η ταινία μαγνητοφώνου, στην οποία αποτυπώνεται συνομιλία με τη χρήση μηχανικού μέσου και στη συνέχεια λαμβάνει χώρα απομαγνητοφώνηση του περιεχομένου, προκειμένου να ληφθεί υπόψη το κείμενο στο σύνολό του και να εκτιμηθεί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Προϋπόθεση, όμως, για να ληφθεί υπόψη είναι να έχει ληφθεί νομίμως δηλαδή με τη συναίνεση των συνδιαλεγομένων προσώπων, διότι διαφορετικά θεωρείται παράνομο αποδεικτικό μέσο μη δυνάμενο να συνεκτιμηθεί στην ποινική διαδικασία. Αν δε παρά ταύτα ληφθεί υπόψη δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Προσθέτως από την ως άνω διάταξη (άρθρ. 171 παρ. 1δ ΚΠΔ) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 331, 333, 369 και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο εγγράφου προκειμένου να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς αυτό να αναγνωσθεί κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να ασκήσει αυτός το δικαίωμα που του παρέχεται από το άρθρο 358 ΚΠΔ, δηλαδή να κάνει παρατηρήσεις και δηλώσεις αναφορικά προς το αποδεικτικό αυτό μέσο, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος αυτού, η οποία συνεπάγεται την αναίρεση της καταδικαστικής αποφάσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλά και για παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας (στο ακροατήριο) (άρθρ. 510 παρ. 1 Γ ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως επιδείχθηκαν (στους διαδίκους) και 30 φωτογραφίες (α/α 66 και 67 αναγνωσθέντων - επισκοπηθέντων εγγράφων) ενώ περαιτέρω, προσκομισθείσα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των πολιτικώς εναγουσών μαγνητοταινία που κατ΄ αυτόν, περιείχε τηλεφωνική συνομιλία της Ζ3 με τον απολιπόμενο μάρτυρα ...., δεν αναγνώσθηκε από τον Προεδρεύοντα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου περί απόλυτης ακυρότητας που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 παρ. 1δ και 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ) και ο τρίτος περί παραβιάσεως της δημοσιότητας (άρθρ. 510 παρ. 1 Γ ΚΠΔ), λόγω μη επιδείξεως στον αναιρεσείοντα "φωτογραφιών" πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος και καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι από τη μη αναγνωσθείσα, αλλ΄ απλώς προσκομισθείσα, ως άνω μαγνητοταινία δημιουργήθηκε "δυσμενής εντύπωση περί της ενοχής του", πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, τόσο μάλλον καθόσον δεν είναι γνωστό ποίο είναι το περιεχόμενο της συνομιλίας αυτής και αν περιέχει δυσμενείς για τον αναιρεσείοντα κρίσεις, οι οποίες (δυσμενείς κρίσεις) εν πάση περιπτώσει δεν ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι είχαν επίδραση στην καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου. Ο αυτός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου ότι παραβιάσθηκε η παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ με την ύπαρξη στην δικογραφία συκοφαντικών δημοσιευμάτων της Εφημερίδας ".....", τα οποία και αναγνώσθηκαν, παραβιασθέντος έτσι του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι διότι η παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που καθιερώνεται με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως ή του βουλεύματος. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 εδ. β, 370 εδ. β, 511 και 514 ΚΠΔ (προ της τροποποιήσεως των δύο τελευταίων με το άρθρο 50 παρ. παρ. 5 και 7 του ν. 3160/2003, ισχύοντος από 30 Ιουνίου 2003) προκύπτει, ότι η παραγραφή, όχι μόνο μπορεί να προταθεί από τον κατηγορούμενο με νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως, αλλ΄ εξετάζεται, ως θεσμός δημοσίας τάξεως και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον ΄Αρειο Πάγο, με μόνη προϋπόθεση το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, το νομότυπο δηλαδή και εμπρόθεσμο αυτής και την αναφορά ενός τουλάχιστον σαφούς και ορισμένου λόγου αναιρέσεως από τους αναφερομένους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ (διαφορετικά το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως είναι άκυρο και η αναίρεση απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ), χωρίς να είναι αναγκαία και η έρευνα της βασιμότητας αυτού (Ολ. ΑΠ 583, 584 και 585/1991). Εφόσον δε ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει τη συμπλήρωση της παραγραφής και μετά την άσκηση της αναιρέσεως οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλομένη καταδικαστική, για την πράξη, που έχει παραγραφεί, απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β΄ ΚΠΔ. Ενόψει, όμως, της δημοσιεύσεως του Ν. 3160/2003 την 30ην Ιουνίου 2003, από την οποία άρχισε και η ισχύς του, με το άρθρο 50 παρ. 5 του οπίου αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "....... ο ΄Αρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν κριθεί (εκτός από παραδεκτός) και βάσιμος ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως", της φύσεως της διατάξεως αυτής, ως δικονομικού δικαίου και της εντεύθεν εφαρμογής της από την δημοσίευση του νόμου (30 Ιουνίου 2003) και στις εκκρεμείς (κατά το χρόνο ισχύος της), ποινικές υποθέσεις, έστω και αν οι διατάξεις για το θεσμό και το χρόνο της παραγραφής είναι ουσιαστικού δικαίου καθώς και της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως την 3 Νοεμβρίου 2006, μετά δηλαδή την ισχύ του νόμου, η λήψη υπόψη της παραγραφής της πράξεως προϋποθέτει και βασιμότητα, ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως. Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 54 παρ. 4 του ιδίου νόμου, κατά την οποία "αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, υπόκεινται στα ένδικα μέσα και τις διατυπώσεις άσκησής τους, που προέβλεπε ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσής τους", όχι μόνο δεν συνάγεται η ίδια ρύθμιση, αφού εξ αυτής (διατάξεως) γίνεται πρόδηλη η βούληση του νομοθέτη, να αποκλείσει την εφαρμογή των νέων διατάξεων, αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση του καθορισμού των αποφάσεων που υπέκειντο σε ένδικα μέσα προ της ισχύος του νόμου και στις διατυπώσεις άσκησής τους και όχι σε άλλες περιπτώσεις δικονομικών ρυθμίσεων. Ούτε ανακύπτει στην περίπτωση αυτή ζήτημα χειροτερεύσεως της θέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί, εκτός από το παραδεκτό και η βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως και να ληφθεί υπόψη η παραγραφή, μόνον εφόσον ένας τουλάχιστον λόγος, είναι βάσιμος. Με βάση τις σκέψεις που προηγήθηκαν και εφόσον κανένας λόγος τόσον του κυρίου όσο και του προσθέτου δικογράφου δεν κρίθηκε βάσιμος κατ΄ ουσίαν, αλλά όλοι απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι κατ΄ ουσίαν, έπεται ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου, λόγω παραγαφής της, πλημμεληματικού χαρακτήρος, πράξεως που φέρεται τελεσθείσα την 30-5-1997. Απορριπτομένων, επομένως, όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών (άρθρ. 176 και 183 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιανουαρίου 2005 αίτηση και τους από 29 Μαρτίου 2006 πρόσθετους λόγους του Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 204/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Δωδεκανήσου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστασών πολιτικώς εναγουσών εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ