Αριθμός 1425/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες. Με τη παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμ. 47/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του, του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην 9 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1116/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική ποινική δικογραφία με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, με αριθμ. πρωτ. 52/24-1-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθ. 7/9-6-2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Ναυπλίου Ιωάννη Γκιόλα, δυνάμει της από 8-6-2006 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθμ. 47/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ναυπλίου με το υπ΄αριθ. 1052/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ΄αριθμ. 47/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 1-6-2006 (βλ. το οικείο αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ....), η δε αίτηση ασκήθηκε την 9-6-2006 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Ναυπλίου, συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθ. 7/9-6-2006 έκθεση, στην οποία διατυπώνεται αναλυτικά ο λόγος για τον οποίο ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθεί οι προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ. όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντα ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματώνεται, αντικειμενικώς μεν με την από τον δράστη παράνομη, δηλαδή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ΄αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του, υποκειμενικώς δε με τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστικού Κώδικα και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2) όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα, κατ΄άρθρο 719 ΑΚ, κάθε τι που έλαβε, καθώς και ό,τι, κατ΄άρθρο 721 του ίδιου Κώδικα, προκαταβλήθηκε σε αυτόν από τον εντολέα προς εκτέλεση της εντολής και δεν διατέθηκε προς τούτο, δεδομένου ότι δεν καθίσταται κύριος των δοθέντων εις αυτόν προς εκτέλεση της εντολής (ΑΠ 1425/2002 Π.Χ. ΝΓ΄510, ΑΠ 394/2003 ΠΧ ΝΔ 30, ΑΠ 115/2004 ΠΧ ΝΕ 32). Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ΄είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. ΄Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ ΝΓ΄ 536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ ΝΑ΄244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ ΝΓ΄ 795). Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ΄είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων (τους οποίους κατονομάζει), σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν από το 1976 ναυτιλιακός πράκτορας στην ...... της ναυτιλιακής εταιρείας ΣΕΡΡΕΣ ΑΝΕ, που εκτελούσε μεταφορές στον Αργοσαρωνικό . Το 1998 η εταιρεία αυτή απορροφήθηκε από την εγκαλούσα Α.Ν.Ε. FLYING DOLPFΙNS με έδρα τον Πειραιά (αρ. Μητρώου ΑΕ : ....) η οποία συνέχισε το ίδιο μεταφορικό έργο. Η νέα εταιρεία συνέχισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο αφού τον επέλεξε για την ίδια θέση του πράκτορα, λόγω της εμπειρίας του και της επιτυχημένης πολυετούς συνεργασίας του με την προηγούμενη εταιρεία. Σύμφωνα με την σύμβαση που υπήρχε μεταξύ τους ο κατηγορούμενος, αφού εφοδιαζόταν με εισιτήρια από την εγκαλούσα ΑΝΕ, τα διέθετε για μεταφορές επιβατών και οχημάτων και στην συνέχεια απέδιδε σ' αυτή τα χρήματα που εισέπραττε, αφού αφαιρούσε : α) ποσοστό 8% για δική του προμήθεια και β) τα έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, το δέσιμο των πλοίων και την ΔΕΗ. Τα εισιτήρια ο κατηγορούμενος τα διέθετε κατά κανόνα με το ηλεκτρονικό σύστημα που είχε εγκατασταθεί και κατ' εξαίρεση χειρόγραφα. Κάθε μήνα ο κατηγορούμενος εξέδιδε εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, ενώ η εγκαλούσα ΑΝΕ κάθε δεκαπενθήμερο προέβαινε σε λογιστικοποίηση των πωλήσεων για κάθε μορφή διαθέσεως ( ηλεκτρονικά - χειρόγραφα ) και εξέδιδε σχετικές αναλυτικές καταστάσεις. Ακόμα η εγκαλούσα ΑΝΕ εξέδιδε λογιστικές καρτέλες όπου εμφανίζονταν η προμήθεια του κατηγορουμένου, τα έξοδα του, η προμήθεια του και γενικά ότι έπρεπε να του αποδοθεί επιπλέον. Ο κατηγορούμενος το πρώτο εξάμηνο του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις λογαριασμών για τα εισιτήρια που διέθεσε, τόσο μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, όσο και χειρόγραφα, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις μόνο για χειρόγραφα εισιτήρια. Με βάση τα στοιχεία αυτά : Α) το πρώτο εξάμηνο του 2001: α) οι πωλήσεις του, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, ανήλθαν στο ποσό των 93.904.074 δρχ. κατά την εγκαλούσα και στο ποσό των 93.875.150 δρχ. κατά τον κατηγορούμενο, υπάρχει δηλαδή πολύ μικρή διαφορά ύψους 28.924 δρχ. και β) οι πωλήσεις του με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσό των 1.505.390 δρχ. και κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 1.452.473 δρχ. δηλαδή υπάρχει πάλι μικρή διαφορά ύψους 52.917 δρχ. και Β) οι πωλήσεις με χειρόγραφα εισιτήρια για το δεύτερο εξάμηνο του 2001 ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσό των 2.307.165 δρχ., ενώ κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 2.268.845 δρχ., δηλαδή υπάρχει και πάλι μία μικρή διαφορά ύψους δρχ. 38.320. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι τις 10-6-2002. ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε καθόλου εκκαθαρίσεις λογαριασμού και τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν είναι αυτά της εγκαλούσας τα οποία πρέπει να γίνουν δεκτά, αφού όσα προσκόμισε για προηγούμενα διαστήματα συμπίπτουν κατά κανόνα, με ελάχιστες αποκλίσεις, από τα αντίστοιχα του κατηγορουμένου. Σύμφωνα λοιπόν και με τα υπόλοιπα στοιχεία και συγκεντρωτικά : α) το έτος 2001 ο κατηγορούμενος από πωλήσεις εισιτηρίων της εγκαλούσας εισέπραξε συνολικά 175.923.294 δρχ. και, αφού κράτησε τα έξοδά του (11.795.612 δρχ.) και την προμήθεια του (11.096.443 δρχ.), στην συνέχεια κατέβαλε σ' αυτή 142.264.818 δρχ. δηλ. λιγότερα 10.766.421 δρχ. ή 31.596,25 ΕΥΡΩ και β) από 1-1-2002 μέχρι 10-6-2002 ο κατηγορούμενος από πωλήσεις εισιτήριων της εγκαλούσας εισέπραξε συνολικά 28.923,89 ΕΥΡΩ και αφού κράτησε τα έξοδα του (271.26 ΕΥΡΩ ) και την προμήθειά του ( 8.933,27 ΕΥΡΩ ) κατέβαλε σ' αυτή 20.839,00 ΕΥΡΩ δηλ. λιγότερα 944,86 ΕΥΡΩ . Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι οφειλή του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα ΑΝΕ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 10-6-2002 ανέρχεται συνολικά σε 32.541,11 ευρώ ποσό δηλ, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο αρνήθηκε να αποδώσει σ' αυτή ( εγκαλούσα) όταν του το ζήτησε με το από 28-1-2002 εξώδικο της. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, εκτός των άλλων, από την αξιολόγηση όλων τον εγγράφων που προσκομίστηκαν και από την αντιπαραβολή : Α) της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της .....που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 22.177,64 ΕΥΡΩ, η οποία όμως εσφαλμένα εξέφρασε την άποψη ότι στην οφειλή του δεν πρέπει να συμπεριληφθεί ποσό 8.246,26 ΕΥΡΩ για καταβολή λιμενικών τελών, αφού είχε στην διάθεση της περιορισμένα παραστατικά στοιχεία και β) της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας ..... που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 66.917,73 ΕΥΡΩ, ο οποίος όμως εσφαλμένα προσθέτει στις οφειλές του κατηγορουμένου και το ποσό 11.713.834 δρχ. ή 34.376,62 ΕΥΡΩ, που αποτελεί υπόλοιπο από μεταφορά του έτους 2000, χωρίς να ελέγξει την ορθότητα αυτής της οφειλής και όλες τις συναλλαγές του 2000. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και την έφεση του: α) αρνείται την οφειλή του αυτή και την υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος β) περιορίζει την οφειλή του σε 1.500 περίπου ΕΥΡΩ και γ) θεωρεί ότι η πράξη του σε κάθε περίπτωση έχει την μορφή πλημμελήματος. Οι θέσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες και δεν πρέπει να γίνουν δεκτές επειδή η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος : α) βασίζεται σε δικές του κατά μεγάλο μέρος εγγραφές και β) συμπορεύεται κατά κανόνα με τις εκθέσεις της πραγματογνώμονος και του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ΄αριθμ. 1052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 Π.Κ., την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου . Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας αυτής δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην κρινόμενη αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, με την άρνησή του να αποδόσει το οφειλόμενο ποσό στην εγκαλούσα εταιρεία, όταν αυτή που το ζήτησε με το από 28-1-2002 εξώδικό της, εξωτερίκευσε τη βούλησή του να το ιδιοποιηθεί παρανόμως. Περαιτέρω δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του την από 5-2-2002 εξώδικη δήλωσή του προς την εγκαλούσα εταιρεία, αφού, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, στα οποία ασφαλώς περιλαμβάνεται και η ως άνω εξώδικη δήλωση. Το ότι δεν την μνημονεύει ρητώς δεν σημαίνει ότι δεν την έλαβε υπόψη. Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 7/9-6-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ΄αριθμ. 47/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Και Β) Να επιληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα. Αθήνα 7 Νοεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαίρεσης απαιτείται αντικειμενικώς, α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και, επιπλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή 73.000 ευρώ κατά το άρθρο 5 του Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε, δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή μερικά κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε ή το τίμημα που έλαβε από την πώλησή του. Εξάλλου, η πρακτορεία αποτελεί σύμβαση, με την οποία ο πράκτορας διενεργεί υλικές πράξεις ή συνάπτει δικαιοπραξίες με τρίτους, ενδεχομένως και στο όνομα του εντολέα του. Τέτοια σύμβαση αποτελεί και η σύμβαση του μόνιμου ναυτικού πράκτορα με τον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, η οποία είναι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία δεν ρυθμίζεται ιδιαίτερα στον Εμπορικό Νόμο, ταυτίζεται όμως κατά τα ουσιώδη στοιχεία με την παραγγελία. Ως παραγγελία κατά την έννοια του άρθρου 90 του ΕμπΝ χαρακτηρίζεται η σύμβαση εκείνη, με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους, ο παραγγελιοδόχος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να συνάψει στο δικό του όνομα, αλλά για λογαριασμό του αντισυμβαλλόμενου, του παραγγελέα, σύμβαση με κάποιον τρίτο, η παροχή του οποίου προορίζεται για τον παραγγελέα, ο οποίος την αποκτά έμμεσα, δηλαδή μέσω του παραγγελιοδόχου, επειδή αυτός και όχι ο παραγγελέας, είναι ο αντισυμβαλλόμενος του τρίτου στη σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του παραγγελιοδόχου και τρίτου, αφού η σύμβαση αυτή συνάπτεται από τον παραγγελιοδόχο στο δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, η παραγγελία αποτελεί περίπτωση έμμεσης αντιπροσωπείας, έτσι ώστε, όλα τα αποτελέσματα της μεταξύ του παραγγελιοδόχου και του τρίτου καταρτιζόμενης σύμβασης, τόσο τα ενοχικά, όσο και τα εμπράγματα επέρχονται μόνον υπέρ και κατά του παραγγελιοδόχου, τα οποία υποχρεούται ο τελευταίος να μεταφέρει στον παραγγελέα δια χωριστών μεταβιβαστικών πράξεων. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το συμβούλιο εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα στο αιτιολογικό του βουλεύματος ή και σε συνδυασμό με το διατακτικό του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κύρια και προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο παραπέμπεται ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με βάση τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου για τη συγκεκριμένη πράξη. Εξ άλλου, η αιτιολογία επιτρεπτώς θεμελιώνεται από το Συμβούλιο Εφετών με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμά του πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών, εφόσον η τελευταία περιέχει τις ανωτέρω αναγκαίες αναφορές. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, για να καταλήξει στην παραπεμπτική για τον ήδη αναιρεσείοντα κρίση, ότι δηλαδή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής αυτού για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, ότι από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε από την κύρια ανάκριση, που περατώθηκε νομίμως, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων (τους οποίους κατονομάζει), σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ1 ήταν από το 1976 ναυτιλιακός πράκτορας στην ..... της ναυτιλιακής εταιρείας ΣΕΡΡΕΣ ΑΝΕ, που εκτελούσε μεταφορές στον Αργοσαρωνικό . Το 1998 η εταιρεία αυτή απορροφήθηκε από την εγκαλούσα Α.Ν.Ε. FLYING DOLPFΙNS με έδρα τον Πειραιά (αρ. Μητρώου ΑΕ: .....), η οποία συνέχισε το ίδιο μεταφορικό έργο. Η νέα εταιρεία συνέχισε την συνεργασία της με τον κατηγορούμενο, αφού τον επέλεξε για την ίδια θέση του πράκτορα, λόγω της εμπειρίας του και της επιτυχημένης πολυετούς συνεργασίας του με την προηγούμενη εταιρεία. Σύμφωνα με την σύμβαση που υπήρχε μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος, αφού εφοδιαζόταν με εισιτήρια από την εγκαλούσα ΑΝΕ, τα διέθετε για μεταφορές επιβατών και οχημάτων και, στην συνέχεια, απέδιδε σ' αυτή τα χρήματα που εισέπραττε, αφού αφαιρούσε : α) ποσοστό 8% για δική του προμήθεια και β) τα έξοδα που κατέβαλε για λιμενικά τέλη, το δέσιμο των πλοίων και τη ΔΕΗ. Τα εισιτήρια ο κατηγορούμενος τα διέθετε κατά κανόνα με το ηλεκτρονικό σύστημα που είχε εγκατασταθεί και κατ' εξαίρεση χειρόγραφα. Κάθε μήνα ο κατηγορούμενος εξέδιδε εκκαθαριστικούς λογαριασμούς, ενώ η εγκαλούσα ΑΝΕ κάθε δεκαπενθήμερο προέβαινε σε λογιστικοποίηση των πωλήσεων για κάθε μορφή διαθέσεως (ηλεκτρονικά- χειρόγραφα) και εξέδιδε σχετικές αναλυτικές καταστάσεις. Ακόμα η εγκαλούσα ΑΝΕ εξέδιδε λογιστικές καρτέλες, όπου εμφανίζονταν η προμήθεια του κατηγορουμένου, τα έξοδά του, η προμήθειά του και γενικά ό,τι έπρεπε να του αποδοθεί επιπλέον. Ο κατηγορούμενος το πρώτο εξάμηνο του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις λογαριασμών για τα εισιτήρια που διέθεσε, τόσο μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, όσο και χειρόγραφα, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα του 2001 εξέδωσε εκκαθαρίσεις μόνο για χειρόγραφα εισιτήρια. Με βάση τα στοιχεία αυτά : Α) το πρώτο εξάμηνο του 2001: α) οι πωλήσεις του, μέσω ηλεκτρονικού συστήματος, ανήλθαν στο ποσό των 93.904.074 δρχ. κατά την εγκαλούσα και στο ποσό των 93.875.150 δρχ. κατά τον κατηγορούμενο, υπάρχει δηλαδή πολύ μικρή διαφορά ύψους 28.924 δρχ. και β) οι πωλήσεις του με χειρόγραφα εισιτήρια ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσό των 1.505.390 δρχ. και κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 1.452.473 δρχ. δηλαδή υπάρχει πάλι μικρή διαφορά ύψους 52.917 δρχ. και Β) οι πωλήσεις με χειρόγραφα εισιτήρια για το δεύτερο εξάμηνο του 2001 ανήλθαν κατά την εγκαλούσα στο ποσό των 2.307.165 δρχ., ενώ κατά τον κατηγορούμενο στο ποσό των 2.268.845 δρχ., δηλαδή υπάρχει και πάλι μία μικρή διαφορά ύψους δρχ. 38.320. Για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι τις 10-6-2002, ο κατηγορούμενος δεν υπέβαλε καθόλου εκκαθαρίσεις λογαριασμού και τα μόνα στοιχεία που υπάρχουν είναι αυτά της εγκαλούσας, τα οποία πρέπει να γίνουν δεκτά, αφού όσα προσκόμισε για προηγούμενα διαστήματα συμπίπτουν κατά κανόνα, με ελάχιστες αποκλίσεις, από τα αντίστοιχα του κατηγορουμένου. Σύμφωνα λοιπόν και με τα υπόλοιπα στοιχεία και συγκεντρωτικά : α) το έτος 2001 ο κατηγορούμενος από πωλήσεις εισιτηρίων της εγκαλούσας εισέπραξε συνολικά 175.923.294 δρχ. και, αφού κράτησε τα έξοδά του (11.795.612 δρχ.) και την προμήθεια του (11.096.443 δρχ.), στην συνέχεια κατέβαλε σ' αυτή 142.264.818 δρχ. δηλαδή λιγότερα 10.766.421 δρχ. ή 31.596,25 ΕΥΡΩ και β) από 1-1-2002 μέχρι 10-6-2002 ο κατηγορούμενος από πωλήσεις εισιτήριων της εγκαλούσας εισέπραξε συνολικά 28.923,89 ΕΥΡΩ και αφού κράτησε τα έξοδά του (271.26 ΕΥΡΩ) και την προμήθειά του (8.933,27 ΕΥΡΩ) κατέβαλε σ' αυτή 20.839,00 ΕΥΡΩ δηλαδή λιγότερα 944,86 ΕΥΡΩ . Από τα στοιχεία αυτά συνάγεται ότι οφειλή του κατηγορουμένου προς την εγκαλούσα ΑΝΕ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 10-6-2002 ανέρχεται συνολικά σε 32.541,11 ευρώ, ποσό δηλαδή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο αρνήθηκε να αποδώσει σ' αυτή ( εγκαλούσα) όταν του το ζήτησε με το από 28-1-2002 εξώδικο της. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει, εκτός των άλλων, από την αξιολόγηση όλων τον εγγράφων που προσκομίστηκαν και από την αντιπαραβολή: Α) της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της ....., που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 22.177,64 ΕΥΡΩ, η οποία όμως εσφαλμένα εξέφρασε την άποψη ότι στην οφειλή του δεν πρέπει να συμπεριληφθεί ποσό 8.246,26 ΕΥΡΩ για καταβολή λιμενικών τελών, αφού είχε στην διάθεση της περιορισμένα παραστατικά στοιχεία και β) της εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας ....., που υπολογίζει την συνολική οφειλή του κατηγορουμένου σε 66.917,73 ΕΥΡΩ, ο οποίος όμως εσφαλμένα προσθέτει στις οφειλές του κατηγορουμένου και το ποσό 11.713.834 δρχ. ή 34.376,62 ΕΥΡΩ, που αποτελεί υπόλοιπο από μεταφορά του έτους 2000, χωρίς να ελέγξει την ορθότητα αυτής της οφειλής και όλες τις συναλλαγές του 2000. Ο κατηγορούμενος στην απολογία του και την έφεσή του: α) αρνείται την οφειλή του αυτή και την υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος β) περιορίζει την οφειλή του σε 1.500 περίπου ΕΥΡΩ και γ) θεωρεί ότι η πράξη του σε κάθε περίπτωση έχει την μορφή πλημμελήματος. Οι θέσεις του όμως αυτές είναι αβάσιμες και δεν πρέπει να γίνουν δεκτές, επειδή η κρίση του προσβαλλόμενου βουλεύματος: α) βασίζεται σε δικές του κατά μεγάλο μέρος εγγραφές και β) συμπορεύεται κατά κανόνα με τις εκθέσεις της πραγματογνώμονος και του τεχνικού συμβούλου της εγκαλούσας. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με αυτά που δέχθηκε και, ακολούθως, απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ΄αριθμ. 1052/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ενήργησε κατόπιν εντολής της εγκαλούσας εταιρείας, δυνάμει της οποίας ήταν εμπιστευμένα σ' αυτόν (λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου) τα παραπάνω χρηματικά ποσά και η οποία (εντολή) σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, σύμφωνα με τις παραδοχές του βουλεύματος, στη συνδέουσα αυτόν με την εγκαλούσα σύμβαση πρακτορείας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, που δεν ρυθμίζεται ιδιαίτερα από τον Εμπορικό Νόμο, αλλά από τις διατάξεις αυτού περί παραγγελίας και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, η οποία (παραγγελία) αποτελεί περίπτωση έμμεσης αντιπροσωπείας, με συνέπεια, τα αποτελέσματα των μεταξύ του παραγγελιοδόχου και των τρίτων καταρτιζόμενων συμβάσεων, τόσο τα ενοχικά, όσο και τα εμπράγματα, να επέρχονται αμέσως μόνον στο πρόσωπο του παραγγελιοδόχου, δηλαδή εν προκειμένω στο πρόσωπο του ναυτικού πράκτορα, που είναι ο αναιρεσείων, τα οποία ο τελευταίος υποχρεούται να μεταφέρει στον παραγγελέα, δηλαδή εν προκειμένω στην εγκαλούσα εταιρεία, η οποία αντιπροσωπεύθηκε από αυτόν εμμέσως, με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις. Συνεπώς, ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ' αριθμ. 47/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που είχαν κρίνει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007 Και, Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ