Αριθμός 683/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ......., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλονόμο, για αναίρεση της με αριθμό 545/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαΐου 2006 αίτησή της, καθώς και στο από 10 Αυγούστου 2006 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε ν΄απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 39 του Ν.5960/1933, ορίζει ότι: Ο εκδότης, ως και ο κομιστής της επιταγής δύναται να απαγορεύσει την εις χρήμα πληρωμήν αυτής, καταχωρίζων εις το έμπροσθεν μέρος αυτής πλαγΐως την μνειαν "πληρωτέαν εις λογαριασμόν" ή ισοδύναμον φράσιν. Εν τη περιπτώσει ταύτη η επιταγή δύναται να παράσχει από μέρους του πληρωτού αφορμήν μόνον εις λογιστικόν κανονίσμόν (πίστωσις εις λογαριασμόν γύρος ή συμφηψισμός). Ο λογιστικός κανονισμός ισχύει ως πληρωμή, Η διαγραφή της μνείας "πληρωτέα εις λογαριασμόν" θεωρείται μη γενομένη. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη λογιστική επιταγή και η λειτουργία αυτής (λογιστικής επιταγής) έγκειται στη διενέργεια της πληρωμής της υποχρεωτικώς με λογιστική πράξη χωρίς την καταβολή μετρητών. Διακριτικό γνώρισμα της επιταγής αυτής είναι η επ' αυτής σημειούμενη ρήτρα "εις λογαριασμόν" ή μία άλλη ισοδύναμη φράση, η οποία μπορεί να γράφεται με οποιονδήποτε τρόπο (χειρογράφως ή με μηχανικό μέσο) και να γίνεται σε κάθε επιταγή. Η σημείωση της ρήτρας αυτής γίνεται είτε από τον εκδότη είτε από τον κομιστή -χωρίς να απαιτείται να συνοδεύεται από υπογραφή- ενώ μπορεί, η εκδιδόμενη ως συνήθης (κοινή) επιταγή να μετατρέπεται από τον κομιστή της σε λογιστική. Ο λογιστικός κανονισμός της εν λόγω επιταγής μπορεί να γίνει με: α) την πίστωση σε λογαριασμό β) τον γύρο και γ) τον συμψηφισμό. Πίστωση σε λογαριασμό υπάρχει όταν ο κομιστής της επιταγής έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, οπότε για την πληρωμή της επιταγής πιστούται ο λογαριασμός αυτός. Γύρος, με την έννοια του νόμου υπάρχει όταν ο κομιστής δεν έχει λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά σε άλλο τραπεζίτη, οπότε για την πίστωση του λογαριασμού του απαιτείται η μεταφορά του ποσού της επιταγής στο λογαριασμό του άλλου Τραπεζίτη, ενώ με συμψηφισμό πληρώνεται η επιταγή μέσω του συμψηφιστικού γραφείου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προέκυψαν τα εξής: Η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της εδρεύουσας στον ....... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΙΤΑ ΑΒΕΕΕ - Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική και Εξαγωγική Εταιρία" εξέδωσε εις διαταγή του εγκαλούντος ..... μία επιταγή, πληρωτέα στη "Γενική Τράπεζα της "Ελλάδος ΑΕ" στις 24.11.1999 ποσού 2.668.311 δραχμών. Λόγω του ότι ο λήπτης της επιταγής αυτής δεν τηρούσε λογαριασμό στην πληρώτρια Τράπεζα, εμφάνισε αυτή προς πληρωμή εμπροθέσμως στην Τράπεζα "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", στην οποία τηρούσε λογαριασμό, αφού τη μετέτρεψε σε λογιστική επιταγή, με την έννοια όχι της πληρωμής του σε μετρητά, αλλά σε πίστωση του λογαριασμού του στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ. Η επιταγή αυτή αν και εμφανίσθηκε εμπροθέσμως από την κατέχουσα αυτή Τράπεζα (ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ) δεν πληρώθηκε με αμοιβαίο, μεταξύ αυτής της Γενικής Τράπεζας και της Τράπεζας Ελλάδος που ήταν η πληρώτρια, συμψηφισμό, για έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Με βάση τα προαναφερόμενα, σαφώς προκύπτει, ότι κομιστής της επίμαχης επιταγής, είναι ο εγκαλών και όχι η ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ, στην οποία δόθηκε η επιταγή από τον λήπτη απλώς προκειμένου να πληρωθεί από την πληρώτρια Τράπεζα "Γενική Α.Ε.", προς τον σκοπό πιστώσεως του λογαριασμού του αναιρεσίβλητου που τηρούσε στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ. Συνεπώς ο εγκαλών, ως κομιστής της επίμαχης επιταγής, εδικαιούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Ν.5960/1933 όπως η παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1α του Ν.2408/1996, να υποβάλλει την έγκληση κατά της νομίμου εκπροσώπου της εκδότριας της επιταγής ανώνυμης εταιρίας. Εντεύθεν, οι σχετικοί (υπό στοιχ. Ι) λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας, εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 5 του Ν.5960/1933 σε συνδ. προς άρθρα 118 ΠΚ, 63 ΚΠΔ και 914 και 932 ΑΚ, και περί υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Η΄ (δ) ΚΠΔ), διότι την έγκληση στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να την υποβάλει η ΑΛΦΑ Τράπεζα Πίστεως, η οποία είχε καταστεί κομίστρια της επιταγής από οπισθογράφηση πρέπει να απορριφθούν, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι. Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Εξάλλου το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" ορίζει ότι εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η παρ. 3 του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι, το αξιόποινο της πράξης της παρ. 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 3 του ίδιου Νόμου, προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, εξαλείφεται, δηλαδή η πράξη καθίσταται μη αξιόποινη, αν ο "υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής. Η πλήρης αποζημίωση του κομιστή δεν ταυτίζεται με την πληρωμή της επιταγής, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής. Επομένως ο ισχυρισμός της αναιρεσειούσης ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση της παρ. 3 του άρθρου 79 του Ν.5960/1933, την κατεδίκασε για τη συνολική οφειλή από την επιταγή, ενώ επήλθε μερική εξόφληση του χρέους με την καταβολή από αυτή στον εγκαλούντα ποσού 130.000 δρχ. έναντι της εκ δραχμών 2.668.311 αξίας της επιταγής, είναι αβάσιμος, αφού η ως άνω καταβολή, δεν επέφερε εξάλειψη του αξιοποίνου, αφού δεν επέφερε την ολοκληρωτική απόσβεση της απαίτησης από την επίδικη επιταγή και την πλήρη αποζημίωση του κομιστή κατά την έννοια του άρθρου 79 παρ. 3 του Ν.5960/1933, αφού κατά το προεκτιθέμενα η πλήρης αποζημίωση είναι έννοια ευρύτερη ως περιλαμβάνουσα και την αποκατάσταση κάθε ζημίας που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμής της επιταγής, που στην προκειμένη περίπτωση δεν εξοφλήθηκε ούτε κατά το κεφάλαιο αυτής. Ειρήσθω ότι εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ δεν έχει εφαρμογή. Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε, Η (δ) (υπό στοιχ. ΙΙ) λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τ΄ αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, κατά διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεως του με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972), "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν, i) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, ii) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, iii) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και iν) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της έκδοσης δηλαδή επιταγής, που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη από συνήγορο, για την πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (παράβαση του άρθρου 79 Ν.5960/1933), σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, που μετετράπη σε χρηματική, καθώς και σε χρηματική ποινή οκτακοσίων (800) ευρώ. Στην αιτιολογία της απόφασης αναφέρονται ότι από την κύρια διαδικασία, την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και από όλη της συζήτηση της υπόθεσης "αποδείχθηκε ότι, η κατηγορούμενη, ......, στον ......., την 24-11-1999 εξέδωσε επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχαν στον πληρωτή τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως και της πληρωμής, δηλαδή εξέδωσε την με αριθμό .... επιταγή πληρωτέα στην Γενική Τράπεζα, για δραχμές 2.668.311, σε διαταγή Ψ1, η οποία εμφανίστηκε την 1-12-1999 στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε επειδή δεν υπήρχε αντίκρισμα. Από το σώμα της ένδικης επιταγής προκύπτει ότι ο τελευταίος κομιστής ήταν ο Ψ1 και όχι η "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" όπως ισχυρίζεται η κατηγορούμενη δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της. Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί του απαραδέκτου της εγκλήσεως που υπεβλήθη από τον Ψ1 πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι από λόγους ανωτέρας βίας (ή επικουρικά λόγω καταστάσεως ανάγκης) δεν πληρώθηκε η ένδικη επιταγή, την οποία είχε εκδώσει ως εκπρόσωπος της "ΕLIΤΑ ΑΒΕΕΕ", διότι η τελευταία είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση, μάλιστα με την υπ' αριθμ. 52/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής (24-11-1999), η Α.Ε. ευρίσκετο σε αδυναμία πληρωμής χρεών της προς τρίτους, με την ως άνω απόφαση δε, ορίστηκε χρόνος παύσεως των πληρωμών, η 31-12-2000". Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, όπως έχει αντικατασταθεί, την οποία εφάρμοσε. Δεν ήταν δε αναγκαία και ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της από μέρους της κατηγορουμένης γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερομένης επιταγής, την οποία εξέδωσε, αφού όπως αναφέρθηκε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά δηλαδή την ισχύ το έτος 1972 του ν.δ 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, ή εν γνώσει δηλαδή ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η κατηγορουμένη εξέδωσε την επίδικη επιταγή ως εκπρόσωπος της "ELITA ΑΒΕΕΕ" και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό της κατηγορουμένης ότι από λόγους ανώτερης βίας (επικουρικά λόγω κατάστασης ανάγκης) δεν πληρώθηκε η ένδικη επιταγή, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί παραδεκτά, αφού αυτός δεν είχε αναπτυχθεί και προφορικά ως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω η επίδικη επιταγή δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα αποδεικτικά έγγραφα, αφού είναι το σώμα του εγκλήματος, πέραν του ότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτώς επισκοπούνται, "ανεγνώσθη φωτοτυπία της επίδικης επιταγής". Επομένως δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα ή άλλη πλημμέλεια που να ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ και Δ΄ του ΚΠΔ. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και πρώτος και δεύτερος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως είναι ως αβάσιμοι, απορριπτέοι. Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει ν΄ απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και οι επ΄ αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31 Μαΐου 2006 αίτηση και τους επ΄ αυτής από 10.8.2006 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ΄αριθμ. 545/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ