Αριθμός 381/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ο. Π. Κ. Ε. Β. (Ο.)". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Θωμά Καζάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Π. του Α., κατοίκου ..., 2)Α. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 3)Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Σ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 6)Α. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 7)Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 8)Κ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., 9)Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 10)Ο. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 11)Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 12)Β. Α. του Α., κατοίκου ..., 13)Μ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 14)Γ. Ε. του Β., κατοίκου ..., 15)Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 16)Β. Κ. του Α., κατοίκου ..., 17)Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 18)Ε. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 19)Λ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., 20)Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 21)Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 22)Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 23)Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 24)Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 25)Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 26)Μ. Κ. του Ρ., κατοίκου ..., 27)Ε. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 28)Χ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 29)Α. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 30)Π. Λ. του Η., κατοίκου ..., 31)Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., και 32)Μ. Κ. του Κ., κατοίκου .... Όλοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Ασημακόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1076/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3554/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 5-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 05-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1581/159/08-04-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 817/2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ), με αριθμό 3554/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε : α) την από 15-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 721/16-03-2016 έφεση του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και β) τους από 14-01-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 480/59/16-01-2020 πρόσθετους λόγους έφεσης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά της με αριθμό 1076/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην του πρώτου εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. …- μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, του οποίου καθολικός διάδοχος, κατόπιν της κατάργησής του, είναι, δυνάμει του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 4250/2014, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο - είχε απορρίψει την από 02-06-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 99667/3141/02-06-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως απαράδεκτη, ως προς το δεύτερο των εναγομένων Ελληνικό Δημόσιο, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού και είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια αυτής βάση, ως προς το πρώτο των εναγομένων νομικό πρόσωπο. Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε εν μέρει, κατ' άρθρο 528 του ΚΠολΔ, την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο, κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι την εξόφληση. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι : " 1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων. Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων, δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι : " Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών, ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων, ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων. Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους " και, τέλος, κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A' 54) ορίζεται ότι : " Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α'48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της, υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021, κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό " Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας, για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00' έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6.00' (Β' 1194), ήτοι η 6.4.2021" (Α.Π. 987/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ), στις 13-01-2021, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και προκύπτει άλλωστε και από σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Α. Β. Χ. επί αντιγράφου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Από την επομένη της επίδοσης (14-01-2021) άρχισε να τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε στις 12-02-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού του χρονικού διαστήματος από 07.11.2020 έως 06.04.2021, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 83 παρ.1 εδ. α' του Ν. 4790/2021, η προθεσμία αυτή δεν συμπληρώθηκε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος νομικής σκέψης που προηγήθηκε, κατά την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 08-04-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Επομένως, η ως άνω αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 : " Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο, που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως ". Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, πλην, όμως, ερευνήθηκε η υπόθεση, σαν αυτός να ήταν παρών, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει (με το δικόγραφο της έφεσης, αλλά και με αυτό των πρόσθετων λόγων), όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί (Α.Π. 1055/2021, Α.Π. 229/2020, Α.Π. 579/2018). Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουσθεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που, ενδεχομένως, επέφερε η απουσία του. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανισθεί, ως προς όλες τις διατάξεις της (Α.Π. 884/2007, Α.Π. 1015/2005, Α.Π. 331/2001). Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί νέα συζήτηση της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως αν με το εφετήριο προβάλλει, ως εναγόμενος, μόνον ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την απόρριψη των ενστάσεων, η απόφαση δεν εξαφανίζεται, κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνον κατά το διατακτικό της. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαία η, κατ' εφαρμογή των άρθρων 591 παρ. 1 στοιχ. β', 256 παρ. 1 στοιχ. δ' και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 4335/2015 προφορική προβολή των σχετικών ισχυρισμών στο ακροατήριο, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν και καταχώρισή τους στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, καθότι οι άνω ισχυρισμοί διαλαμβάνονται ήδη σε εισαγωγικό δικόγραφο (εφετήριο), που επιδίδεται στη συνέχεια στον εφεσίβλητο, ο οποίος έτσι λαμβάνει γνώση αυτών και δύναται ευχερώς να τους αντικρούσει, στο δε Δικαστήριο να χωρήσει στην περαιτέρω έρευνα αυτών (σχετ. Α.Π. 981/2018, Α.Π. 206/2016, Α.Π. 175/2009). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής ένστασης ή αντένστασης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Ο, από τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 6/2019). Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης (Ολ. Α.Π. 963/1985, Ολ. Α.Π. 2/2001, Ολ. Α.Π. 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 2001/2009, Α.Π. 558/2008). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του ΚΠολΔ. Με τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π. 933/2014, Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ. Α.Π. 2091/1986, Α.Π. 267/2017), της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 374/2019, Α.Π. 208/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής : Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, στην από 02-06-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 99667/3141/02-06-2011 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεταν ότι είχαν προσληφθεί από το πρώτο των εναγομένων νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. («Ο..Π..Ε..Β..) - μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη - (του οποίου καθολικός διάδοχος, κατόπιν της κατάργησής του, είναι, δυνάμει του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 4250/2014, το δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις ειδικότητες και από το χρόνο, που ειδικότερα αναφέρουν στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι ο πρώτος των εναγομένων Οργανισμός, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2009, έπαυσε να καταβάλει τις αποδοχές τους και ότι, εξαιτίας της συμπεριφοράς του αυτής, με τις αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες δηλώσεις τους, οι 1η έως και 28η εξ αυτών, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας την 01-02-2010, η 31η στις 03-03-2010, οι 29η και 30η στις 21-07-2010 και η 32η στις 22-11-2010. Ότι, μέχρι την άσκηση της αγωγής, το πρώτο εναγόμενο τους έχει καταβάλει μόνο τους μισθούς Δεκεμβρίου του έτους 2009 και Ιανουαρίου του έτους 2010, καθώς και τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων του έτους 2010 και ότι αρνείται να τους καταβάλει τις υπόλοιπες μηνιαίες αποδοχές τους από τον Φεβρουάριο του έτους 2010 έως και Μάιο του έτους 2011, που ανέρχονται στα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας από άσκηση επίσχεσης εργασίας. Τέλος, εξέθεσαν ότι από τη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα από τη μη καταβολή των μηνιαίων αποδοχών τους, προσεβλήθη η προσωπικότητά τους. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής εν μέρει σε καταψηφιστικό και εν μέρει σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν, κυρίως από τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού : α) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου να τους απασχολεί, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, οφείλουν και να υποχρεωθούν, να τους καταβάλουν τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο χρηματικά ποσά (όπως αυτά αναλυτικά διαχωρίζονται για την 1η, 7η 8ο, 10η, 22α 23η και 24η των εναγόντων, σχετικά με το καταψηφιστικό και αναγνωριστικό τους αίτημα), που αντιστοιχούν στους δεδουλευμένους μισθούς, στο επίδομα αδείας έτους 2010, στο επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2011 και στους μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, εις ολόκληρον έκαστος αυτών, να καταβάλουν στον καθένα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους. Επί της υπόθεσης αυτής, που συζητήθηκε ερήμην του πρώτου εναγομένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β…, το οποίο δικάστηκε ωσεί παρόν (άρθρο 672 του ΚΠολΔ) και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1076/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ακολούθως, αφού απέρριψε, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους, την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά το κεφάλαιο καταβολής χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητάς τους και ως αόριστη την επικουρική βάση αυτής, κατά τα λοιπά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση αυτής, ως προς το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 15-03-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 721/16-03-2016 έφεσης από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος του ανωτέρω νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, λόγω κατάργησης αυτού, δυνάμει του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 4250/2014, με την οποία προέβαλε άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, αλλά και την ένσταση του άρθρου 656 εδαφ. β' του Α.Κ., επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, εξέδωσε τη με αριθμό 670/2019 απόφασή του, με την οποία κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση λόγω μη προσήκουσας συμμετοχής των διαδίκων στην κατ' έφεση δίκη. Εξάλλου το εκκαλούν - αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στη συνέχεια, άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 14-01-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 480/59/16-01-2020 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι αφορούσαν στα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια της απόφασης, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά και συγκεκριμένα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή έχει ασκηθεί πρόωρα και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος από τους καθών οι πρόσθετοι λόγοι (άρθρο 281 του Α.Κ.), ενώ, περαιτέρω, υποστήριξε ότι η τοκοφορία των ενδίκων απαιτήσεων εκκινεί από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944, που καθορίζει την έναρξη της τοκοφορίας για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου και μάλιστα με επιτόκιο 6% έως 30-04-2019 και 3% από 01-05-2019 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3554/2020 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέντες τους ως άνω ισχυρισμούς, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους και, αφού εξαφάνισε εν μέρει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, εφόσον με το εφετήριο υποβλήθηκαν και αιτιάσεις επί της ουσίας της αγωγής, αρνητικές της βασιμότητάς της, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος του πρωτοδίκως δικασθέντος ερήμην, αλλά σαν να ήταν παρόν, ηττηθέντος πρώτου εναγομένου και ήδη καταργηθέντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. …, βάσει του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 4250/2014, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 περ. β' και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως απαραδέκτως προβληθείσες, το πρώτον ενώπιόν του, με το εφετήριο δικόγραφο και τους πρόσθετους λόγους, τις ως άνω ενστάσεις, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αφενός μεν, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον, στην προκειμένη περίπτωση, ζήτημα της παραδεκτής ή μη προβολής των ως άνω ισχυρισμών, δέχθηκε τα ακόλουθα : " Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την πρωτοβάθμιο δίκη, το τότε πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Ο. Π. Κ. Ε. «Β. …ερημοδίκησε. Ήδη, μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Ν.Π.Ι.Δ. καταργήθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 4250/2014, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι εκκρεμείς δίκες αυτού συνεχίζονται από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς καμία περαιτέρω διατύπωση. Κατ' ακολουθίαν, μολονότι το Ελληνικό Δημόσιο συμμετείχε και εκείνο, ως δεύτερο εναγόμενο, στην πρωτοβάθμια δίκη (και μάλιστα ως προς αυτό η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης), πλέον εξακολουθεί τη δίκη, ως διάδοχος του ερημοδικασθέντος … και ασκεί παραδεκτά μεν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, όμως, έχοντας πάρει τη θέση του ερημοδικασθέντος όφειλε να έχει αναπτύξει συνοπτικά προφορικά τους αυτοτελείς του ισχυρισμούς, κατά τη συζήτηση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και να καταχωρηθούν αυτοί στα πρακτικά. Πλην, όμως, το εκκαλούν δεν προέβη σε καμία καταχώρηση ισχυρισμών στα πρακτικά, με αποτέλεσμα οι αναφερόμενοι στην έφεση, τους πρόσθετους λόγους και τις προτάσεις που κατέθεσε ισχυρισμοί, να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη (με την εξαίρεση της άρνησης της αγωγής, η οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται στα πρακτικά) ανεξαρτήτως εάν κάποιος από αυτούς τους είχε προβάλει στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως δεύτερο εναγόμενο της αγωγής. Επομένως, ο νέος ισχυρισμός που προβάλλεται με την έφεση, ήτοι η ένσταση του άρθρου 656 εδαφ. β' Α.Κ., περί συμψηφισμού κέρδους και ζημίας των οφειλομένων αναδρομικά αποδοχών, με άλλες αμοιβές, που τυχόν έλαβαν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τους πρόσθετους λόγους έφεσης προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι : α) η αγωγή έχει ασκηθεί πρόωρα και για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα, επειδή η εξόφληση των πάσης φύσεως υφισταμένων έναντι του … απαιτήσεων, κατόπιν της μεταφοράς αυτών στο Ελληνικό Δημόσιο, τελεί υπό τον όρο της εκδόσεως της προβλεπομένης από την παρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 4250/2014 Υπουργικής Απόφασης, που δεν έχει ακόμη εκδοθεί και η οποία θα προβλέπει την τήρηση της ειδικής διαδικασίας εξοφλήσεως, β) η αγωγή ασκείται καταχρηστικά από τους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμπράξουν προσκομίζοντας, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης, τα εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος των ετών 2011-2014, καθώς και υπεύθυνες δηλώσεις τους, περί του ότι δεν είχαν άλλα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες, κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, προκειμένου να συμψηφισθούν με τα οφειλόμενα, γ) η τοκοφορία των ενδίκων απαιτήσεων εκκινεί από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944, που καθορίζει την έναρξη της τοκοφορίας για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου και μάλιστα με επιτόκιο 6% έως 30-4-2019 και 3% από 1-5-2019 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019, συνεπώς εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση όρισε το ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και μάλιστα με έναρξη από τότε που κατέστη εκάστη απαίτηση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με τα αναφερθέντα ανωτέρω, καθώς δεν καταχωρήθηκαν συνοπτικά στα πρακτικά συζήτησης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ενόψει της ερημοδικίας του … στον πρώτο βαθμό, ενώ ο τρίτος είναι απορριπτέος, σε κάθε περίπτωση, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι πρόκειται για απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, καθώς πρόκειται για απαιτήσεις κατά του…, που έχει την μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και μόνη η διαδοχή στις απαιτήσεις αυτές του Ελληνικού Δημοσίου δεν αρκεί για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις τοκοφορίας για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου. Τέλος, με τους πρόσθετους λόγους έφεσης εξειδικεύεται περαιτέρω η ένσταση του άρθρου 656 Α.Κ., πλην, όμως, κατά τα ανωτέρω, αυτή είναι απαράδεκτη, κατά τα ανωτέρω, λόγω μη καταχώρησης στα πρακτικά. Επομένως το Δικαστήριο αναδικάζει την υπόθεση, με παραδεκτή, ως μέσο άμυνας, μόνο την άρνηση της αγωγής, από πλευράς του εκκαλούντος .... ". Ωστόσο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος του πρωτοδίκως δικασθέντος ερήμην, πλην, όμως, σαν να ήταν αυτό παρόν, ηττηθέντος πρώτου εναγομένου και ήδη καταργηθέντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. «Β. … βάσει του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 4250/2014, παραδεκτώς προέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 528 εδ. β' του ΚΠολΔ, τους ως άνω ισχυρισμούς του, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως ως λόγους έφεσης, με το εφετήριο δικόγραφο, αλλά και με αυτό των πρόσθετων λόγων, καθορίζοντας έτσι τα όρια, στα οποία θα έπρεπε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, για να εξετασθούν αυτοί στην ουσία τους. Επομένως και σύμφωνα με τη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν ήταν ανάγκη οι ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμοί να αναπτυχθούν, προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και να καταχωρηθεί το περιεχόμενό τους στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, διότι αυτοί είχαν προβληθεί με την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, που επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στους εφεσιβλήτους - καθών οι πρόσθετοι λόγοι και έτσι παρασχέθηκε η ευχέρεια, στους μεν αντιδίκους να αμυνθούν, στο δε Δικαστήριο να προβεί στη διερεύνηση των ως άνω ισχυρισμών. Συνεπώς, το Εφετείο, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που περιέχονται στο εφετήριο δικόγραφο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, υποβλήθηκαν απαραδέκτως, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι δεν αναπτύχθηκαν προφορικά, κατά τη συζήτηση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου αυτών και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της μη λήψης υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς και ρητά απέρριψε αυτούς, ως απαραδέκτως υποβληθέντες. Με το άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.07.1944, ΦΕΚ Α' 139), το οποίο εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ/μα 456/1984, ΦΕΚ Α' 164), ορίζονται τα ακόλουθα : " Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, ως προς την έναρξη της τοκογονίας, αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή, με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση και δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη και, ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν τόκου, σε σχέση με τον εκάστοτε γενικώς ισχύοντα τόκο για τις οφειλές των ιδιωτών, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, για το λόγο ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να περιορίσει τις οφειλές του Δημοσίου από τόκους και, επομένως, να αποτρέψει την αύξηση του κρατικού χρέους και δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, του άρθρου 17, των άρθρων 5 και 25 παρ. 1 και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Ε.Δ. 25/2012), ενώ η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α., ν.δ. 53/1974, Α' 256), ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης, καθώς και στα άρθρα 2 παρ. 3 περ. α', β' και 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997) - (Ολ. ΣτΕ 2114/2014, Α.Π. 332/2012, Α.Π. 1127/2010). Εξάλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 του Α.Κ. προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας, αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής, καταψηφιστικής ή και αναγνωριστικής (Α.Ε.Δ. 7/2011, Α.Π. 1287/2018). Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, τον οφειλόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ οι ιδιώτες, ως οφειλέτες καταβάλλουν αυτόν και από τότε που έλαβε χώρα εξώδικη όχληση ή από την δήλη ημέρα καταβολής του χρέους, εισάγει, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, εγκειμένων στην περιστολή των, από την αιτία αυτή, δαπανών του Δημοσίου και την κάλυψη δια των εξοικονομουμένων ετέρων δαπανών, αναγκαίων για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 648, 649 και 655 του Α.Κ., αλλά ούτε και στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Α.Π. 363/2006). Στη συνέχεια, στο άρθρο 45 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24.04.2019), ορίζεται ότι : " 1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για : α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη, σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών, που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται σε κάθε περίπτωση μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής, που προβλέπεται από τον νόμο, σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος ". Εξάλλου, με το άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 4250/2014 (ΦΕΚ Α' 74/26-03-2014), ισχύοντος από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 54 αυτού), το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. … ,που συστάθηκε με συμφωνία, που κυρώθηκε με το ν. 2174/1993 και εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, καταργήθηκε και στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού ορίστηκε ότι οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις και υποχρεώσεις αυτού, που υφίστανται κατά την κατάργησή του, μεταφέρονται στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο συνεχίζει και τις εκκρεμείς δίκες, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 1, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944 και 45 του Ν. 4607/2019. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα όρισε το ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας και μάλιστα με έναρξη από τότε που εκάστη απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, μολονότι η τοκοφορία των ενδίκων απαιτήσεων εκκινεί από την επίδοση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.07.1944, που καθορίζει την έναρξη της τοκοφορίας, για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου και μάλιστα με επιτόκιο 6% έως 30-04-2019 και 3% από 01-05-2019 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019. Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφερόμενο στον ως άνω, με την μορφή προσθέτου λόγου έφεσης, ισχυρισμό του εκκαλούντος, με επάλληλη αιτιολογία, δέχθηκε τα ακόλουθα, όσον αφορά τον ερευνώμενο λόγο : " ... ενώ ο τρίτος (ενν. ισχυρισμός) είναι απορριπτέος σε κάθε περίπτωση ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι πρόκειται για απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, καθώς πρόκειται για απαιτήσεις κατά του…, που έχει την μορφή Ν.Π.Ι.Δ. και μόνη η διαδοχή στις απαιτήσεις αυτές του Ελληνικού Δημοσίου, δεν αρκεί για να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις τοκοφορίας για τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου... ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που αφορά γεγεννημένους τόκους, επί των πιο πάνω απαιτήσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, που γεννήθηκαν μέχρι την ως άνω κατάργηση του νομικού προσώπου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. … ήτοι μέχρι και τις 26 Μαρτίου 2014, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάζεις των άρθρων 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944 και 45 του Ν. 4607/2019, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχος, τόσο των απαιτήσεων του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β… , όσο και των υποχρεώσεών του έναντι τρίτων. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις του άνω Οργανισμού, παρά τη μεταβολή στο πρόσωπο του οφειλέτη, διατηρούν την ταυτότητά τους και μεταβαίνουν στο τελευταίο, με όλα τα μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα που είχαν (πρβλ. Α.Π. 1289/2020, Α.Π. 1101/2019 Α.Π. 1287/2018). Έτσι, η απαίτηση που μεταβιβάστηκε παρέμεινε αναλλοίωτη, κατά τα εκ του νόμου χαρακτηριστικά της (ουσιαστικά ή δικονομικά) και, συνεπώς, οι διατάξεις περί τοκοφορίας (αφετηρία υπολογισμού της, επιτόκιο), παραμένουν ως είχαν πριν τη διαδοχή. Κατά συνέπεια, οι επίδικες αξιώσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που γεννήθηκαν πριν την κατάργηση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Ο. Π. και Ε. Β. …, μεταφέρθηκαν, μετά την κατάργησή του, στο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και ανέλαβε να πληρώσει, ως καθολικός διάδοχος αυτού και, ως εκ τούτου, εξακολούθησαν να υπάρχουν και δικαιώματα παρεπόμενα στις αντίστοιχες απαιτήσεις αυτών (αναιρεσιβλήτων) κατά του αντιδίκου τους, όπως το δικαίωμα περί παροχής γεγεννημένων τόκων επ' αυτών, από το χρόνο που εκάστη επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες νόμιμο επιτόκιο, δηλαδή οι διατάξεις περί τοκοφορίας παραμένουν, ως είχαν, πριν την ως άνω οιονεί καθολική διαδοχή, ήτοι μέχρι τις 26 Μαρτίου 2014. Κατά το μέρος, όμως που αφορά γεγεννημένους τόκους, για τον από 27 Μαρτίου 2014 και εφεξής χρόνο και μέχρι την εξόφληση, το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάζεις των άρθρων 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944 και 45 του Ν. 4607/2019, καθόσον η υποχρέωση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετά τη διαδοχή, έχουσα ως αναγκαία προϋπόθεση την ιδία, αυτοτελή υπαιτιότητά του, για την υπ' αυτού έκτοτε καθυστέρηση της πληρωμής του κεφαλαίου της χρηματικής οφειλής, συνιστά ιδία αυτού, επιγενόμενη της διαδοχής, ενοχή, για την καταβολή των εφεξής τόκων υπερημερίας, διακεκριμένη από εκείνη του αρχικώς οφειλέτη, η οποία διέπεται πλέον από τις διατάξεις του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-07-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου και ορίζει ότι το επιτόκιο ανέρχεται σε ποσοστό 6% ετησίως έως 30-04-2019, ενώ για το διάστημα από 01.05.2019 έως την πλήρη εξόφληση, με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του Κ.Ν. της 26.6/10.7.1944 και 45 του Ν. 4607/2019, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του επεδίκασε στους ενάγοντες τα εκεί αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και κατά τις διακρίσεις, που ειδικότερα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και μέχρι την πλήρη εξόφληση, είναι εν μέρει βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και εν μέρει ο δεύτερος αναιρετικοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε απορριπτέους ως απαραδέκτως προβληθέντες τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και κατά το μέρος που αφορά το ποσοστό υπολογισμού των επιδικασθέντων τόκων, για το διάστημα από 27 Μαρτίου 2014 μέχρι την εξόφληση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση κατά τα αναιρούμενα μέρη της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, του οποίου η συγκρότηση του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 22 παρ. 2 του ν.3693/1957), λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμό 3554/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ