Αριθμός 1105/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Αλληλασφαλιστικός Συνεταιρισμός Ιδιοκτητών Μετόχων ΚΤΕΛ Νομού Αττικής Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξιου Καλπούζου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλειου Μίγα βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2005 αγωγή και την από 20-11-2006 πλαγιαστική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4363/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3850/2010 μη οριστική και 420/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-3-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 18-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα τον ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά-την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1β Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων. Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά, γιατί αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ.β', 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας από τη σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επίσης, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, ορθή δηλαδή εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της επελθούσης ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίος κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στο επαγγελματικό οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνέπεια της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου. Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ' άρθρο 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένος, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών (βλ. Ολ ΑΠ 18/2008, ΑΠ 410/ 2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 420/2012 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων και αναφορικά με τους λόγους αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 27-4-02 και ώρα 16:15 περίπου ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλ. ... μοτοσικλέτα, ανήκουσα στην κυριότητά του και εκινείτο επί της Λ.Αθηνών - Σουνίου (η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης) με κατεύθυνση από Αθήνα προς Σούνιο και συγκεκριμένα εκινείτο στο αριστερό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου που άγει προς Σούνιο, στο ύψος λίγο πριν την διασταύρωση της εν λόγω λεωφόρου με την οδό …. Κατά τον ίδιο χρόνο ο α' εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ. λεωφορείο του ΚΤΕΛ Ν.Αττικής, προστηθείς στην οδήγηση αυτού από τους β', γ', δ' και ε' εναγομένους συγκυρίους του λεωφορείου εκινείτο με την ίδια κατεύθυνση ομορρόπως με τον ενάγοντα στο δεξιό τμήμα κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου, καθ' όσον μόλις είχε αποβιβάσει επιβάτες του λεωφορείου σε παρακείμενη στάση, προτιθέμενος δε να πραγματοποιήσει στροφή προς τ' αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην ... διενήργησε αιφνιδίως και ανέλεγκτος ελιγμό προς τ' αριστερά σε σχέση με την πορεία του, χωρίς να θέσει έγκαιρα σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της μοτ/τας του ενάγοντος, ο οποίος κινούμενος παράλληλα με αυτό και με πρόθεση να το προσπεράσει, να μην δυνηθεί να ανακόψει εγκαίρως ταχύτητα και όταν το λεωφορείο μετακινήθηκε προς τα αριστερά και κατέλαβε μέρος του οδοστρώματος που προορίζετο για την αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας, λίγα δευτερόλεπτα μετά την προειδοποίηση με τον αριστερό δείκτη, παρά τον αριστερόστροφο ελιγμό που διενήργησε προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, εντούτοις δεν κατέστη δυνατή η αποφυγή αυτής και έτσι επέπεσε με. την δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας επί της οπισθίας αριστερής και πλάγιας οπίσθιας αριστερής πλευράς του λεωφορείου. Εκ της συγκρούσεως αυτής ανετράπη η μοτοσικλέτα του ενάγοντος η οποία υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες και ετραυματίσθη ο ενάγων καθώς κατέπεσε επί του οδοστρώματος. Αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του, είναι ο α' εναγόμενος οδηγός του λεωφορείου, διότι κατά την οδήγηση αυτού δεν κατέβαλε την προσήκουσα σε ανάλογες περιπτώσεις επιμέλεια και προσοχή, μέσης ικανότητας συνετού οδηγού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς την προσοχή του τεταμένη στην οδήγηση, διενήργησε ελιγμό προς τ' αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στη ... χωρίς να βεβαιωθεί ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και χωρίς να καταστήσει εγκαίρως γνωστή την πρόθεση του αυτή χρησιμοποιώντας τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης και χωρίς να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, ήτοι αυτός ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2, 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. και έγινε πρόξενος του ενδίκου ατυχήματος. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι αυτός εκινείτο με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και προς αποφυγή του. ατυχήματος ενήργησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό. Επομένως, η παραδεκτώς προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (άρθρ. 300 ΑΚ) είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εξάλλου για τον τραυματισμό του ενάγοντας, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του λεωφορείου Ι. Κ., κρίθηκε τελεσίδικα ένοχος με την υπ' αριθ. 8393/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και συνεπώς ο πρώτος λόγος των από 20-10-08 εφέσεων των εναγομένων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ανωτέρω ατύχημα τραυματίστηκε, όπως ελέχθη ήδη, ο ενάγων, ο οποίος άμεσα διεκομίσθη στο Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" όπου διεγνώσθη ότι είχε υποστεί θλαστικά τραύματα δεξ. γόνατος, ανοικτά κατάγματα (Δ) γόνατος, ήτοι κατάγματα έξω κνημιαίου κονδύλου, μεσογληνίου ακάνθης, οπίσθιου τμήματος έσω μηριαίου κονδύλου, έξω τμήματος έσω μηριαίου κονδύλου κεφαλής (Δ) περόνης. Έγινε άμεσος καθαρισμός, συρραφή των τραυμάτων, συρραφή του αρθρικού θηλάκου και των μαλακών μορίων, τοποθετήθηκε μηροκνημοποδικός γυψονάρθηκας και εξήλθε του Νοσοκομείου μετά από 12 ημέρες, ήτοι την 9-5-02 με οδηγίες για λήψη αντιπηκτικής αγωγής, βάδιση με βακτηρίες μασχάλης και επανεξέταση. Την 20-6-2005 υπέστη πνευμονική εμβολή λόγω θρόμβωσης του (Δ) ποδός του και ενοσηλεύθη για 16 ημέρες στο Νοσοκομείο "Σωτηρία". Την 24-1-05 εξετάσθη εκ νέου από ιατρούς του Νοσοκομείου "Ασκληπείο Βούλας" και διεγνώσθη ότι έπασχε από μετακαταγματική δυσκαμψία δεξ. γόνατος (αδυναμία πλήρους εκτάσεως και κάμψεως εξαιτίας των καταγμάτων που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα), παρατηρήθηκαν αρχόμενες εκφυλιστικές αλλοιώσεις και μικρό παραμένον αποσπαστικό οστάριο στη μεσυλλήνιο άκανθα, συνεστήθη σ' αυτόν αποφυγή καταπόνησης του γόνατος (με βάρος, ανάβαση - κατάβαση κλίμακος και ορθοστασία), περιοδική φυσιοθεραπεία και τακτικό έλεγχο. Συνεπεία του ανωτέρω τραυματισμού του, ο ενάγων υποβλήθηκε αναγκαίως σε ειδικές αιματολογικές εξετάσεις για τις οποίες κατέβαλε το ποσό των 291,43 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες εν πρωτοτύπω αποδείξεις πληρωμής), ποσό το οποίο δεν κατεβλήθη από τον ασφαλιστικό του φορέα ΙΚΑ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι με το β' σκέλος του δευτέρου λόγου των εφέσεών τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, του είδους και της εκτάσεως του τραυματισμού του ενάγοντος, του χρόνου που ενοσηλεύθη και που χρειάσθηκε για να αναρρώσει, της ηλικίας του, (31 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της αποκλειστικής υπαιτιότητος του α' εναγομένου στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, ως και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των φυσικών προσώπων εκ των διαδίκων μερών, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη, το ποσό των 30.000 ευρώ το οποίο μετά την στάθμιση των κατά το νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο και δίκαιο. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο επεδίκασε μικρότερο ποσό έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν". Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η συνεπεία του τραυματισμού του ενάγοντος, σημερινή κατάσταση της υγείας του παρουσιάζει μετατραυματική αρθρίτιδα του ΔΕ γόνατος με έντονο πόνο, περιορισμό της κινητικότητας του γόνατος, με έλλειμμα κάμψης και έλλειμμα έκτασης, με δυσχέρεια βάδισης και ορθοστασίας επί μακρόν, αδυναμία οιασδήποτε αθλητικής δραστηριότητας και αστάθεια του γόνατος. Η εξέλιξη της μετατραυματικής αρθρίτιδας στο μέλλον κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα βαίνει επιδεινούμενη και σε σύντομο χρονικό διάστημα, περίπου στα επόμενα 5 χρόνια, θα είναι αδήριτη η ανάγκη για ολική αρθροπλαστική στο γόνατο που λόγω του νεαρού της ηλικίας του μία τέτοια επέμβαση έχει προσδόκιμο επιβίωσης περίπου 10-15 έτη, χρονικό διάστημα στο οποίο κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα πρέπει να υποβληθεί σε νέα επέμβαση αρθροπλαστικής λόγω φθοράς της παλαιάς (βλ. υπ' αριθ. 87/2010 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης). Βάσει των ανωτέρω η αναπηρία του ενάγοντος είναι μόνιμη με προοπτική επιδείνωσής της στο μέλλον και ανέρχεται στο 80% σε σχέση με τη λειτουργία του φυσιολογικού γόνατος. Η μόνιμη αυτή αναπηρία του ενάγοντος επιδρά στο οικονομικό και επαγγελματικό του μέλλον αφού δεν μπορεί να εργασθεί στην εργασία του ως πωλητής καταστήματος χονδρικής πώλησης κρέατος ή σε οιανδήποτε άλλη κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμη εργασία, διότι απαιτείται ορθοστασία επί μακρόν και άρση βάρους, που αδυνατεί παντελώς να κάνει ο ενάγων και πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 931 ΑΚ να του επιδικασθεί ως πρόσθετη αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ. Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το ανωτέρω κονδύλιο, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με τον 1° λόγο της εφέσεώς του, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω σύγκρουση η μοτοσικλέτα του ενάγοντος υπέστη φθορές και βλάβες προς αποκατάσταση των οποίων θα δαπανήσει για την αγορά ανταλλακτικών το συνολικό ποσό των 2.170 ευρώ, ήτοι: ΔΕ καρίνα: 350 ευρώ ΔΕ πλαϊνό φέρινγκ 300 ευρώ, μούτρο 440 ευρώ, ουρά 320 ευρώ, ΔΕ εσωτ. ποδιά μούτρου 45 ευρώ, ΔΕ καθρέπτης 50 ευρώ, ΔΕ φλας εμπρός 70 ευρώ, ΔΕ φλας πίσω 70 ευρώ, μανέτα φρένου 45 ευρώ, ποδόφρενο 95 ευρώ, κάγκελο ποδόφρενου 90 ευρώ, ΔΕ αντίβαρο 15 ευρώ, ντίζες γκαζιού 50 ευρώ, ΔΕ μασπιέ 15 ευρώ, διακόπτης μίζας 70 ευρώ, κόκκαλα γκαζιού 15 ευρώ (βλ. την άνευ ημερομηνία προσφορά Γ. Χ.). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο επεδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 2.582,30 ευρώ που είναι μείζον του άνω αποδειχθέντος, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς το πρώτο σκέλος του 2ου λόγου των εφέσεων των εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν. Εν κατακλείδι, συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 52.461,43 ευρώ (291,41 + 30.000 + 20.000 + 2.170), το οποίο υποχρεούνται να καταβάλουν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ήτοι ο μεν α' εναγόμενος ως αποκλειστικά υπαίτιος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, οι δε β', γ', δ' και ε' των εναγομένων ως συγκύριοι του ζημιογόνου οχήματος (λεωφορείου) και προστήσαντες στην οδήγηση αυτού τον α' εναγόμενο με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α' και β' και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθώς και για έλλειψη νόμιμης βάσης (ελλείψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό του δεν παραβιάστηκαν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 12 παρ.1, 21 παρ.1 και 2, 23 παρ.2 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999), καθώς και εκείνων των άρθρων 17 παρ.2 εδ.2 και 17 παρ.3 εδ.στ' του ίδιου ΚΟΚ, ούτε του άρθρου 300 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι προεχόντως αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάστηκαν και ο τρόπος κατά τον οποίο έγινε η παραβίαση (ΑΠ 1609/1987). Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι με τις προαναφερθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία πείσθηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του νόμου που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ... ΔΧ λεωφορείου του ΚΤΕΛ Ν.ΑΤΤΙΚΗΣ, Ι. Κ. και την έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντος οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Π. Τ. Επίσης, με τις προαναφερθείσες παραδοχές, αιτιολογείται πλήρως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του ως άνω οδηγού του λεωφορείου και του τραυματισμού του ενάγοντος. Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν κατά το νόμο αυτή και δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει από το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας ή νομική αρχή, με την οποία ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβλήθηκε. Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αυτό αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά (νομική αοριστία), οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά σ' αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία) ή έλαβε υπόψη πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα (ποσοτική αοριστία), τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και νυν αναιρεσίβλητος, στην παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη αγωγή του, εκθέτει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Αποζημίωση λόγω αναπηρίας μου (άρθρο 931 ΑΚ): "Κατά τον χρόνο που συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα ευρισκόμην σε ηλικία τριάντα ενός (31) ετών, ήδη δε σήμερα διανύω το τριακοστό τέταρτο (34) έτος της ηλικίας μου, πλην όμως, από την ημέρα του ατυχήματος και εντεύθεν, ο επαγγελματικός και κοινωνικός μου βίος εξετράπη πλήρως της φυσιολογικής του πορείας και ανελίξεως. Το γεγονός, μάλιστα, ότι απελύθην τέσσερις (4) μόλις μήνες μετά το τροχαίο συμβάν από την επιχείρηση, στην οποία εργαζόμην επί δεκαπενταετία, υπερβαίνει στη συνείδησή μου ακόμη και την απώλεια της υγείας μου. Προ του ατυχήματος ήμουν φυσιολογικός νέος, εργαζόμενος σε επικερδή Ανώνυμο Εταιρία εμπορίας κρεάτων, δια λογαριασμό της οποίας ταξίδευα ανελλιπώς τόσο εντός της Ελλάδος, όσο και στην αλλοδαπή, προκειμένου να ελέγχω τα κρέατα, τα οποία προμηθεύετο η επιχείρησή μου και να προβαίνω, κατ' εντολή πάντοτε της επιχείρησης, στις σχετικές παραγγελίες. Όλες οι σχετικές προ τούτο ενέργειες διενεργούντο πάντοτε και μόνον από εμένα, αποκτήσαντα, λόγω της δεκαπενταετούς εμπειρίας μου, τόσο της σχετικής και αναποτιμήτου εις χρήμα επαγγελματικής εμπειρίας, όσο και της εμπιστοσύνης των εργοδοτών μου, η δε επαγγελματική και κατ' επέκταση και οικονομική μου ανέλιξη ετύγχανε καθ' όλα βεβαία. Εις ότι δε αφορούσε στην προσωπική μου ζωή, η οποία ήτο καθ' όλα φυσιολογική, γυμναζόμουν καθημερινώς, ως νέος ηλικίας τριάντα ενός (31) ετών και ουδέν εστερούμην και δη ούτε τις κοινωνικές συναναστροφές ούτε την επαφή με τα μέλη της οικογενείας μου και τους φίλους μου. Τούτο, όμως, άρδην μετεβλήθη από την ημέρα του ατυχήματος και εντεύθεν. Εκ των πραγμάτων δεν είμαι σε θέση να βαδίσω σε μεγάλη απόσταση, χωρίς τη συνδρομή ετέρου προσώπου, πόσο μάλλον να γυμναστώ, εκ της δε τυχόν υποβολής μου σε νέα χειρουργική επέμβαση, για την οποία θα χρειασθεί να δαπανηθεί μια μικρή περιουσία, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βελτιωθεί, έστω και εις το ελάχιστον, η τωρινή κατάσταση της υγείας μου. Ο τρόμος, που εγεννήθη εις εμέ λόγω της ανυπαιτίου μου εμπλοκής εις το ένδικο συμβάν, με αποτρέπει έως σήμερα από την οδήγηση της μοτοσικλέτας μου, καθώς αναβιώνει διαρκώς στο νου μου η δια παντός αποτυπωθείσα σκηνή του ατυχήματος, δια τον λόγο δε τούτον και η μοτοσικλέτα μου κατελείφθη ανεπισκεύαστη, ενώ η επί μακρόν απουσία μου από την εργασία και η μετέπειτα αδυναμία μου να οδηγήσω αυτοκίνητο και να διανύσω πεζός μεγάλες αποστάσεις, παρά μόνον σε εξαιρετικώς επείγουσες περιπτώσεις, έτυχε προφανώς ο λόγος της επαγγελματικής αποπομπής μου. Ουδεμία, επομένως, υπερβολή θα μπορούσε να αποδοθεί σε όποιον τυχόν ισχυρισθεί ότι το ιστορούμενο τροχαίο ατύχημα, προκληθέν εξ αποκλειστικής υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου, κατέστησε εμέ ισοβίως ανάπηρο και βιολογικά και κοινωνικά και επαγγελματικά - οικονομικά, η ανεπανόρθωτη δε αυτή οικονομική ζημία, που προεκλήθη εις εμέ και η οποία άρχεται από την ημέρα του ατυχήματος και διαρκεί έως σήμερα, τρισήμισυ έτη μετά από ατύχημα, δεν δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα, πλην όμως είναι δυνατό, δια της επιδικάσεως εις εμέ, ως αποζημιώσεως λόγω της αναπηρίας μου, του αιτουμένου ποσού των τριάντα επτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (37.500,00 €) να αμβλυνθούν οι τραγικές συνέπειες του τροχαίου συμβάντος που συνεχίζουν να στιγματίζουν εμέ έως σήμερα". Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, αλλά την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε έφεση, το δε Εφετείο, με την 3850/2010 απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διατάσσοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Στη συνέχεια, με την προσβαλλόμενη 420/2012 απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος, ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, το ποσό των 20.000 ευρώ. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ για νομική, καθώς και ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σελ. 10 και 11 των προτάσεων του εναγομένου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου που είναι ενσωματωμένες στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, αυτός είχε προβάλει την ένσταση αοριστίας της αγωγής, ως προς το ανωτέρω κονδύλιο ως υπερβολικό, αβάσιμο και ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων δεν συνιστούν απαίτηση για αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ. Όμως, τέτοια αοριστία, από τις ανωτέρω διακρίσεις, την οποία επανέφερε ο αναιρεσείων-εφεσίβλητος με τις προτάσεις του και στο Εφετείο, δεν προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, όπως προαναφέρεται σε αυτό, διότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά την ορθότερη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού για τις επιπτώσεις που αυτός έχει στην κοινωνική και οικογενειακή ζωή του, ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 ΑΚ, ούτε δέχθηκε ισχυρισμούς (πράγματα), που δεν προτάθηκαν, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 420/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ