Αριθμός 575/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κλεονίκης Γκουβίτσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Ήλιδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αμαλιάδα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Εμμανουήλ Μπιρμπίλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν η 3/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 18/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-2-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ` ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ` ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (Ολ. ΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 899/2021, 891/2019, 303/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 11-2-2020 με αριθ. κατάθεσης 1/12-2-2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, κατά του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. "Δήμος Ήλιδας", στρέφεται τόσον κατά της υπ` αριθμ. 3/2017 απόφασης του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, όσο και κατά της με αριθ. 18/2018 απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος. Από την επιτρεπτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) των ως άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι με την με αριθ. 18/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, δέχτηκε τυπικά και κατ` ουσία την από 2-3-2017 με αριθ. καταθ. 7/2017 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δήμου Ήλιδας, κατά του ενάγοντος-εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος και κατά της με αριθ. 3/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 24-10-2015 με αριθ. καταθ. 38/2015 αγωγή του πρώτου κατά του δευτέρου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της με αριθμ. 3/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, η οποία εξαφανίστηκε, όπως και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το οικείο σκέλος του, και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αμαλιάδος και δεν κατατέθηκε και στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, του Δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την επίσης προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 του ν.3801/2009 "Προσωπικό ιδιωτ. Δικαίου, ΟΤΑ, άδεια διαμονής, σύμφωνο συμβίωσης κλπ", α. Προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.), που έχουν συσταθεί κατ` εφαρμογή του ν. 1069/1980 ή σχετικών ειδικών νόμων, οι οποίες λύθηκαν ή λύονται, εφόσον υπηρέτησε σε αυτές, επί μία, τουλάχιστον, διετία, πριν από τη λύση τους με την ανωτέρω σχέση εργασίας, είναι δυνατόν να ενταχθεί ή να μεταφερθεί, αντιστοίχως, στον οικείο Δήμο ή σε νομικά πρόσωπα αυτού. β. Η ένταξη ή η μεταφορά γίνεται με πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, ύστερα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και συντελείται με την ίδια σχέση εργασίας σε κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας. Σε περίπτωση ανυπαρξίας τούτων, συνιστώνται, με την ίδια πράξη του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου, προσωποπαγείς θέσεις, οι οποίες καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιονδήποτε τρόπο. γ. Το ύφος της αμοιβής του εντασσόμενου ή μεταφερόμενου προσωπικού διέπεται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν, εκάστοτε, για το προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους, η οποία διανύθηκε στην οικεία Δ.Ε.Υ.Α.. δ. i. Η σχετική αίτηση ένταξης για το προσωπικό των Δ.Ε.Υ.Α. οι οποίες έχουν λυθεί υποβάλλεται μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος της παρούσας. ii. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου λαμβάνεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της, κατά το προηγούμενο εδάφιο, σχετικής αίτησης ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας λύσεως της Δ.Ε.Υ.Α. ε. Οι πράξεις του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου εκδίδονται μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήψη της απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εξάλλου, ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015" (Α' 226/27.10.2011), στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού περί του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 4: 1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α). Επίσης υπάγονται:...... Άρθρο 6. Σύστημα Βαθμολογικής Κατάταξης. 1. Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, ως εξής: Βαθμός Α, Βαθμός Β, Βαθμός Γ, Βαθμός Δ, Βαθμός Ε, Βαθμός ΣΤ. 2. Οι θέσεις προσωπικού της κατηγορίας Ειδικών θέσεων (ΕΟ) κατατάσσονται στους βαθμούς 1ο και 2ο και αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 3. Εισαγωγικός βαθμός για όλες τις κατηγορίες εκπαίδευσης προσωπικού είναι ο Βαθμός ΣΤ με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και καταληκτικός, ο Βαθμός Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, ο Βαθμός Β για τη ΔΕ κατηγορία και ο Βαθμός Γ για την ΥΕ κατηγορία. Άρθρο 12. Σύστημα μισθολογικής εξέλιξης. 1. Οι υπάλληλοι του άρθρου 4 λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό τους. Περαιτέρω, σε κάθε βαθμό θεσπίζονται μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) στα οποία ο υπάλληλος εξελίσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου. 2. Τα Μ.Κ. χορηγούνται ανά διετία, με εξαίρεση τα Μ.Κ. των Βαθμών Β` και Α`, τα οποία χορηγούνται ανά τριετία. Η εξέλιξη των υπαλλήλων στα Μ. Κ. γίνεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του ανωτέρω οριζόμενου χρόνου. Κατ` εξαίρεση, σε περίπτωση που, από τις εκθέσεις αξιολόγησής του, προκύπτει ότι ο υπάλληλος δεν έχει επιτύχει την υλοποίηση της προβλεπόμενης στοχοθεσίας σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%), για δύο συνεχή χρόνια, δεν εξελίσσεται μισθολογικά μέχρις ότου επιτύχει το ως άνω ελάχιστο ποσοστό. 3. Τα μισθολογικά κλιμάκια κάθε βαθμού, πέραν του βασικού μισθού που αντιστοιχεί σε αυτόν, είναι τα εξής: α) Βαθμός Ε : δύο (2) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, τρία (3) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ και πέντε (5) Μ.Κ. για την κατηγορία ΥΕ. β) Βαθμός Δ`: τρία (3) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, τέσσερα (4) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ και έξι (6) Μ.Κ. για την κατηγορία ΥΕ. γ) Βαθμός Γ`: τέσσερα (4) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και πέντε (5) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ. δ) Τα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού Γ` της ΥΕ κατηγορίας και των βαθμών Β` και Α` των λοιπών κατηγοριών καλύπτουν το σύνολο του εργασιακού βίου του υπαλλήλου, μέχρι την με οποιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του από την υπηρεσία. 4. Με τη βαθμολογική προαγωγή ο υπάλληλος λαμβάνει το βασικό μισθό του νέου βαθμού ή του μικρότερου Μ.Κ. του βαθμού αυτού, ο οποίος είναι υψηλότερος από το βασικό μισθό που κατείχε πριν την προαγωγή του. Άρθρο 28. Μεταβατικές και Τελικές Διατάξεις του Δεύτερου Κεφαλαίου. Κατάταξη και προϋποθέσεις και κριτήρια επιλογής του υπηρετούντος προσωπικού. 1. Οι υπάλληλοι, που υπηρετούν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 98 του Υ.Κ., και το χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου, ως εξής: α) οι υπάλληλοι των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ: αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ`, ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι εννέα (9) έτη, στο Βαθμό Ε`, γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δεκαπέντε (15), στο Βαθμό Δ`, δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Γ`, εε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Β`. β) οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΔΕ: αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ`, ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι έντεκα (11) έτη, στο Βαθμό Ε`, γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δέκα εννέα (19), στο Βαθμό Δ`, δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Γ`, εε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Β`. γ) οι υπάλληλοι της κατηγορίας ΥΕ: αα) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ`, ββ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δέκα πέντε (15) έτη, στο Βαθμό Ε`, γγ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι πέντε (25) έτη, στο Βαθμό Δ`, δδ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι πέντε (25) έτη, στο Βαθμό Γ`. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 29 ορίστηκε, αρχικώς, ότι: "Οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, λαμβάνουν το βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα μισθολογικά κλιμάκια του βαθμού αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του παρόντος. Μετά την ανωτέρω μισθολογική ένταξη, η μισθολογική εξέλιξη πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, χωρίς να προσμετράται τυχόν πλεονάζων χρόνος". Επακολούθησε, όμως, ο ν. 4038/2012 (Α'14/2.2.2012), με το άρθρο 32 παρ. 3 του οποίου καταργήθηκε από τότε που ίσχυσε το δεύτερο ως άνω εδάφιο της εν λόγω παραγράφου 1 του άρθρου 29 περί μη προσμετρήσεως, για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων μετά την ένταξή τους στα νέα Μ.Κ., του τυχόν πλεονάζοντος χρόνου υπηρεσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 32 παρ. 4, η ισχύς των διατάξεων του ως άνω Δεύτερου Κεφαλαίου άρχισε την 1.11.2011. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006). Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 KΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) [ΟλΑΠ 1/1999]. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ. 6 KΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 90/2020, 1446/2018, 174/2015, 198/2015, 845/2012, 1351/2011). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο υπάρχει η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν δηλαδή πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, 117/2017). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 587/2020, 584/2019, 412/2019, 403/2019, 1668/2008, 325/2007, 269/1993). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, επί της ασκηθείσης υπό του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου εφέσεως κατά της 3/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχτηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων εργαζόταν με αρχική σύμβαση πρόσληψης την 1.7.1994 ορισμένου χρόνου στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Άρδευσης Αμαλιάδα (σχ. η ως άνω σύμβαση), η οποία κατόπιν συνεχών ανανεώσεων μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου με την ειδικότητα του υδραυλικού. Δυνάμει της υπ' αριθ. 446/2010 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του τότε Δήμου Αμαλιάδας λύθηκε η ως άνω δημοτική επιχείρηση και με την υπ' αριθ. 23/2011 απόφαση του Δημάρχου Ήλιδας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 260/2011 και σε εφαρμογή των αναφερόμενων στην μείζονα σκέψη διατάξεων του άρθρου 40 του ν. 3801/2009 οι υπάλληλοι της ως άνω δημοτικής επιχείρησης, μεταξύ αυτών και ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, εντάχθηκαν στο Δήμο Ήλιδας, αφού συστήθηκαν στον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας του Δήμου Ήλιδας προσωπαγείς θέσεις, με την ίδια σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με την ισχύ του ως άνω νόμου 4024/2011 για το ενιαίο μισθολόγιο και το σύστημα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του κράτους, στις ρυθμίσεις του οποίου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην προηγθείσα μείζονα σκέψη, υπαγόταν και ο ενάγων και εφεσίβλητος αφού ήδη είχε καταστεί υπάλληλος απασχολούμενος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε ΟΤΑ και δη στον ως άνω Δήμο και κατ' εφαρμογή του άρθρου 28 του νόμου αυτού, όπως αυτό ανωτέρω αναφέρεται, κατατάχθηκε στο βαθμό της κατηγορίας που υπηρετούσε. Ειδικότερα, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 172/2011 απόφαση του Δημάρχου Ήλιδας με την οποία ο ενάγων και ήδη εκκαλών εντάχθηκε στην κατηγορία ΥΕ και στο βαθμό Δ. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών μέχρι εκείνου του χρονικού σημείου είχε προϋπηρεσία από τον χρόνο πρόσληψής του στην ως άνω δημοτική επιχείρηση 17 ετών (σχ. και η υπ' αριθ. πρωτ. 72/31.1.2011 βεβαίωση της ΔΕΥΑ Αμαλιάδας). Σύμφωνα με τον ως άνω άρθρο 28 του ν. 4024/2011, αν θεωρηθεί ως πραγματική δημόσια υπηρεσία ο χρόνος που απασχολήθηκε ο ενάγων στην εν λόγω δημοτική επιχείρηση και αφού ο χρόνος προϋπηρεσίας του δεν υπερέβαινε τα 25 έτη έπρεπε να ενταχθεί στο βαθμό Δ'. Επομένως, ο Δήμος Ήλιδας με την ως άνω απόφαση του και κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 28, αναγνωρίζοντάς του μάλιστα ως χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τα χρόνια εργασίας του στην ΔΕΥΑ Αμαλιάδας, ορθώς τον ενέταξε στον βαθμό Δ' της κατηγορίας ΥΕ. Επομένως οι αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος περί εσφαλμένης υπαγωγής του στο βαθμό Δ αντί του βαθμού Γ' και εντεύθεν περί λήψης μειωμένου μισθού εξ αυτού του λόγου τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι". Ακολούθως το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ήδη ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις εκ των αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, καθόσον, "η αναιρεσιβαλλομένη στηρίχθηκε σε λάθος νομική βάση αφού ξέχασε τελείως το ν. 4038/2012 και σε λάθος δεδομένα και παρέβη κανόνες ουσιαστικού δικαίου αφού άλλως, αν δεν ξεχνούσε τον εν λόγω νόμο, ο οποίος επακολούθησε του Ν. 4024/2011 και ο οποίος κατάργησε αυτά που δέχτηκε η εκκαλουμένη, τότε θα έπρεπε να έχει κάνει δεκτή την αγωγή μου". Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός, α) όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, δοθέντος ότι για το ορισμένο αυτού δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε και ποιών, αλλά αρκείται στην παράθεση του κειμένου της με αρ. 801/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία όμως δεν αναφέρεται στο αφορών την προκειμένη υπόθεση αντικείμενο, τις παραδοχές της προσβαλλομένης και ακολούθως τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 3, 4 του ν. 4038/2012, 32 του ν. 4024/2011 και 20 του ΠΔ 50/2001, σχετικά με τα προσόντα διορισμού σε θέσεις φορέων του Δημοσίου τομέα και ΟΤΑ, είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο υπό τις ως άνω παραδοχές ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4, 6, 12 και 28 του ν. 4024/2011, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν εφαρμοστέες ως εκ του χρόνου ένταξης και κατάταξης του αναιρεσείοντος, ενόψει ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού του συλλογισμού. Σε κάθε περίπτωση, η αποδιδόμενη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο "ξέχασε τελείως το νόμο 4038/2012......", στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ο συγκεκριμένος νόμος, δεν αφορά την ένταξη του υπαλλήλου σε βαθμό αλλά σε μισθολογικό κλιμάκιο, β) όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, είναι αόριστος, δοθέντος ότι, για την πληρότητά του, δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις εκτιθέμενες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 KΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 KΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 KΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561§2 KΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072-3/2005), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 881/1988). Ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο,ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός,και,αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της,πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007,ΑΠ 669/2007,ΑΠ 1654/2007). Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , καθόσον έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας πράγματα που δεν προτάθηκαν. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού ο αναιρεσείων παραθέτει, αρχικά το περιεχόμενο της υπό του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ασκηθείσης εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, ακολούθως, μέρος των υπό του ιδίου κατατεθεισών ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων, υπό τα κεφάλαια "Σχολιασμός υποθέσεως" και "Σχολιασμός εφέσεως αντιδίκου", και τέλος στη συνέχεια, τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπό το περιεχόμενο αυτό διατυπούμενος ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρίς δηλαδή να παρατίθεται στο αναιρετήριο ο αποτελών ''πράγμα'', υπό την ως άνω έννοια, ισχυρισμός, όπως προτάθηκε αυτός στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ποιές είναι οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση και ποιά επίδραση ασκούσε αυτός στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το νόμο 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω νόμου, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπόμενους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017). Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμών 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως (ΑΠ 69/2019, 849/2018). Εν προκειμένω με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και τον χωρίς αρίθμηση λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι: 1) επεδίκασε πέραν των αιτηθέντων και 2) παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Οι λόγοι αυτοί από τους αρ. 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντιστοίχως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού στρέφονται κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 του ν. 3463/2006, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-2-2020 αίτηση περί αναιρέσεως της 18/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος και της 3/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαλιάδος. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή οχτακοσίων (800,00) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ