Αριθμός 1958/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Δ. Ξ., 2Α. Ξ. του Δ., 3Ι. Ξ. του Δ., 4Ν. Ξ. του Δ., 5Δ. Π. του Ε., 6. Ι. Μ. του Σ., κατοίκων ... 7.Δ. Ν. του Ζ. και 8 Γ. Μ. του Β., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θαλασσία Χατζηγιαννάκου Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο, δεν συναίνεσε στο αίτημα αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Νοεμβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2309/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5276/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Μαΐου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5276/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε στην ουσία τις συνεκδικασθείσες από 14.11.2006, 29.11.2006 και 14.12.2006 τρείς εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 2309/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τις οποίες η πρώτη έφεση ασκήθηκε από τους τέσσερις πρώτους των αναιρεσειόντων, η δεύτερη από τους πέμπτο, έκτη και έβδομο αυτών και η τρίτη έφεση από τον όγδοο των αναιρεσειόντων. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη έναντι της υπό εκκαθάριση τότε ανώνυμης εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία ΑΣΤΡΑΙΑ και στην ουσία έναντι του ήδη αναιρεσίβλητου ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ η από 30.11.2004 αγωγή των αναιρεσειόντων κατά την κύρια βάση της, με αίτημα, όπως αυτό παραδεκτά περιορίστηκε, να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσίβλητο ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ υποχρεούται να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσείοντες τα αναγραφόμενα στην ένδικη αγωγή ποσά, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν από την οριστική αδυναμία της ως άνω εταιρείας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της για την παροχή σ' αυτούς επενδυτικών υπηρεσιών κατά τους όρους των αντίστοιχων μεταξύ τους συμβάσεων διαχείρισης χαρτοφυλακίου, ενώ ως μη νόμιμη απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση η σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ σε σχέση με επικαλούμενη αξίωση της ως άνω εταιρείας κατ' αυτού, αφού, όπως η πρωτόδικη απόφαση έκρινε, δεν υπάρχει, ως προς τα επίδικα ποσά αποζημίωσης, αξίωση της εταιρείας αυτής κατά του ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Με τα άρθρ. 61 έως 78 του ν. 2533/1997, τα οποία κατά το άρθρ. 122 του νόμου αυτού ισχύουν από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που συντελέστηκε στις 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το υφιστάμενο κατά το ν.δ/γμα 3078/11.10.1954 νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινό Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό" και σκοπό την καλύτερη ανταπόκρισή του στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας στις διατάξεις της υπ' αριθ. 97/9/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3.3.1997, σχετικά με τα ζητήματα αποζημίωσης των επενδυτών, εξακολουθεί δε αυτό να αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με χαρακτήρα εξασφαλιστικό, που διέπεται ως προς κάθε θέμα αναφορικά με τη λειτουργία του από τις διατάξεις του ως άνω νόμου (άρθρ. 61). Κατά το άρθρ. 63 του νόμου αυτού, σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη ανατρέψιμης αδυναμίας ΕΠΕΥ (Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, και η υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών. Η συμμετοχή των μελών του Χ.Α.Α. (Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών) στο "Συνεγγυητικό" είναι κατά το άρθρ. 64 του αυτού νόμου υποχρεωτική και συνιστά προϋπόθεση της εκάστοτε παροχής των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ από τις 26.9.1998 κατέστη υποχρεωτική η συμμετοχή σ' αυτό κατά την ίδια έννοια και κάθε άλλης Ε.Π.Ε.Υ. Κατά το άρθρ. 65§1 του ίδιου επίσης νόμου, αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το "Συνεγγυητικό", είναι, μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερόμενων περιπτώσεων, και η ανάκληση της άδειας σύστασης Ε.Π.Ε.Υ. και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρ. 4α του ν. 1806/1988, όπως η σχετική περίπτωση προστέθηκε με το άρθρ. 13§1 του ν. 2651/1998. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, της θέσης δηλαδή Ε.Π.Ε.Υ. σε ειδική εκκαθάριση, το "Συνεγγυητικό" καταβάλλει, κατά την παρ. 7 του άρθρ. 65 του ν. 2533/1997, που προστέθηκε με το άρθρ. 13§2 του ν. 2651/1998, αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους, που απορρέουν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, με βάση όλα τα παραστατικά και άλλα στοιχεία που βρίσκονται στην διάθεση της Ε.Π.Ε.Υ. ή του Κεντρικού Αποθετηρίου Τίτλων ή που διαβιβάζονται σε αυτό υποχρεωτικά από τον επόπτη εκκαθάρισης της Ε.Π.Ε.Υ. Καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, για τις οποίες το "Συνεγγυητικό" καταβάλει στους επενδυτές αποζημιώσεις, είναι, κατά το άρθρ. 1§12 του ν. 2533/1997, αποκλειστικά οι ακόλουθες: α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό, β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών στο ΧΑΑ ή χρηματιστηριακών πραγμάτων που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο ΧΑΑ, γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ ή κεφαλαίων που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο ΧΑΑ, ενώ από 26.9.1998 αποτέλεσαν καλυπτόμενες υπηρεσίες κατά το εδάφιο (δ) της ίδιας παραγράφου 12 του άρθρ. 1 του ν. 2533/1997 και οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)1, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρ. 2 του ν. 2396/1996, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η υπ' αριθ. 93/22 Οδηγία του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ, που εκδόθηκε στις 10.5.1993 και όρισε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Σύμφωνα με το άρθρ. 2§1 του ν. 2396/1996 νοούνται ως κύριες επενδυτικές υπηρεσίες κατά μεν το εδάφιο (α)1 η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών σε σχέση με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω χρηματοπιστωτικά μέσα, δηλαδή (αα) κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, (ββ) τίτλους της χρηματαγοράς, (γγ) τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, (δδ) προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), (εε) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps) και (ζζ) δικαιώματα προαίρεσης (option) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ως άνω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, όπως ιδίως δικαιώματα προαίρεσης επί συναλλάγματος και επιτοκίων, κατά δε το εδάφιο (γ) συνιστά κύρια επενδυτική υπηρεσία η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον όμως τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω τίτλους, ενώ κατά το εδάφιο (δ) κύρια επενδυτική υπηρεσία είναι η αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των παραπάνω τίτλων ή και η διάθεσή τους. Κατά το άρθρ. 2§6 του ν. 2396/1996, στο οποίο παραπέμπει και το άρθρ. 1§16 του ν. 2533/1997, ορίζονται ως κινητές αξίες: α) Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β) οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά και γ) κάθε άλλος τίτλος, που είναι επίσης διαπραγματεύσιμος και παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής. Επομένως, τόσο κατά τις παραπάνω διατάξεις του άρθρ. 2 του ν. 2396/1996, που εφαρμόζονται για σχέσεις πριν από την κατάργησή τους με το άρθρ. 85§1 του ν. 3606/2007, όσο και κατά τις αντίστοιχες μ' αυτές διατάξεις του άρθρ. 1 και του παραρτήματος της υπ' αριθ. 93/22 Κοινοτικής Οδηγίας, η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Το ίδιο ισχύει και υπό το καθεστώς της υπ' αριθ. 97/9 Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3.3.1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, δηλαδή η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί και πάλι επενδυτική υπηρεσία, αφού η Οδηγία αυτή ορίζει με το άρθρ. 1 σημείο 2 ως επενδυτική εργασία κάθε επενδυτική υπηρεσία που ορίζεται ως τέτοια με το άρθρ. 1 σημείο 1 της υπ' αριθ. 93/22 Οδηγίας, δηλαδή με ρητή παραπομπή στο άρθρο αυτό της εν λόγω προηγούμενης Οδηγίας η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου καλύπτεται από τη μεταγενέστερη υπ' αριθ. 97/9 Κοινοτική Οδηγία, εφόσον περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της υπ' αριθ. 93/22 Οδηγίας τίτλους, που είναι οι ίδιοι με τους αναφερόμενους στο άρθρ. 2§1 εδάφιο (α)1 του ν. 2396/1996, ενώ τα μέσα πληρωμής ρητά αποκλείονται και κατά το άρθρ. 1 σημείο 4 της Οδηγίας αυτής. Ωστόσο η υπ' αριθ. 97/9 Κοινοτική Οδηγία έχει τελικώς ευρύτερο περιεχόμενο, αφού δεν αναφέρεται μόνο σε τίτλους, όπως η προηγούμενη υπ' αριθ. 93/22 Οδηγία, αλλά καλύπτει και τα κεφάλαια που κατατίθενται για τη διενέργεια επενδυτικών πράξεων, ορίζοντας ήδη στην όγδοη σκέψη του προϊμίου της ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, τα οποία να καλύπτουν όχι μόνον τους τίτλους, αλλά και τα κεφάλαια που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή, έτσι ώστε, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες της επενδυτές, να μπορούν να επιστραφούν σ' αυτούς. Σε συνάρτηση με το σκοπό αυτό ορίζεται με το άρθρ. 1 σημείο 4 της ίδιας Οδηγίας ότι είναι επενδυτής το πρόσωπο που καταθέτει τίτλους ή και χρήματα σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών, ενώ με το άρθρ. 2 σημείο 2 της αυτής Οδηγίας ορίζεται ότι πρέπει να εξασφαλίζεται από τα συστήματα αποζημίωσης των κρατών μελών η κάλυψη των απαιτήσεων των επενδυτών λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει σ' αυτούς είτε τα κεφάλαια που τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες είτε τους τίτλους που τους ανήκουν και τους οποίους κρατεί, διοικεί ή διαχειρίζεται για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, σύμφωνα με όσα ισχύουν από το νόμο ή από τη σύμβαση. Ειδικότερα στο πλαίσιο της υπ' αριθ. 97/9 Οδηγίας η κατάθεση χρημάτων σε επιχείρηση επενδύσεων δεν οδηγεί από μόνη της στη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, αφού αυτή προβλέπεται να έχει ως περιεχόμενο μόνον τίτλους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της υπ' αριθ. 93/22 Οδηγίας ή αντίστοιχα στο άρθρ. 2§1 εδάφιο (α)1 του ν. 2396/1996, ενώ διαφορετικό ζήτημα είναι η διάθεση των χρημάτων από την επιχείρηση επενδύσεων για την απόκτηση τέτοιων τίτλων για λογαριασμό του επενδυτή, οπότε αυτή πλέον η συναλλαγή αποτελεί την επενδυτική διαχειριστική υπηρεσία. Όμως η κατάθεση των χρημάτων στην επιχείρηση επενδύσεων με συγκεκριμένη εντολή να διατεθούν αυτά για τη διενέργεια επενδυτικών πράξεων αποτελεί καλυπτόμενη από την ως άνω Οδηγία επενδυτική υπηρεσία, είτε οι σχετικές πράξεις διενεργήθηκαν είτε όχι, και μ' αυτή την έννοια η κατάθεση των χρημάτων αποτελεί στην ουσία καλυπτόμενη υπηρεσία διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, ενώ αντίθετα δεν καλύπτεται από την ίδια Οδηγία η κατάθεση κεφαλαίων σε επιχείρηση επενδύσεων που δεν γίνεται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών πράξεων, ούτε η κατάθεση κεφαλαίων υπό προθεσμία με γενική εντολή διαχείρισης. Αντίστοιχα στο πλαίσιο και του προσαρμοσμένου στην υπ' αριθ. 97/9 Οδηγία ν. 2533/1997 η διαχείριση γενικώς χρημάτων από επιχείρηση επενδύσεων δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία. Με δεδομένο όμως ότι κατά το νόμο αυτό αποτελεί τέτοια υπηρεσία η κατοχή κεφαλαίων τρίτων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών για χρηματιστηριακά πράγματα, η κατοχή αυτή αποτελεί στην ουσία καλυπτόμενη υπηρεσία διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου. Επομένως, κατ` ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω τίτλους, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και χρήματα, εφόσον αυτά δόθηκαν με τη σαφή εντολή να δαπανηθούν για επενδυτικές συναλλαγές, ανεξάρτητα αν αυτές έχουν ήδη πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο που δημιουργήθηκε η υποχρέωση προς αποζημίωση του επενδυτή. Αντίθετα δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες από το ν. 2533/1997 επενδυτικές υπηρεσίες η διαχείριση χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνει μόνον χρήματα, όταν η διαχείριση αυτή δεν συνοδεύεται από την εντολή του καταθέτη να διενεργηθούν με τα χρήματα αυτά συναλλαγές για λογαριασμό του σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα ούτε και αναπληρώνει την εντολή αυτή η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση ότι η διαχείριση του χαρτοφυλακίου αφορά αορίστως τη διενέργεια συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό του καταθέτη (Ολ ΑΠ 11/2013? ΑΠ 993/2010). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 12.10.2000 καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΡΑΙΑ Α.Ε. ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και της πρώτης ενάγουσας (πρώτης αναιρεσείουσας) η από 12.10.2000 σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και το υπ' αριθ. Α/12 προσάρτημα της ως άνω σύμβασης. Επίσης παρόμοιες συμβάσεις και προσαρτήματα κατάρτισε η ως άνω ΑΕΠΕΥ με τον δεύτερο ενάγοντα (δεύτερου αναιρεσείοντα) στις 7.11.2000, με τον τρίτο ενάγοντα (τρίτο αναιρεσείοντα) στις 20.9.2000, με τον τέταρτο ενάγοντα (τέταρτο αναιρεσείοντα) στις 27.10.2000, με τον πέμπτο ενάγοντα (πέμπτο αναιρεσείοντα) στις 26.9.2000, με την έκτη ενάγουσα (έκτη αναιρεσείουσα) στις 30.5.2001, με τον έβδομο ενάγοντα (έβδομο αναιρεσείοντα) στις 9.6.2000 και με τον όγδοο ενάγοντα (όγδοο αναιρεσείοντα) στις 11.10.2000. Με τις συμβάσεις αυτές η ως άνω ΑΕΠΕΥ ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στους ενάγοντες υπηρεσίες για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους, οι οποίες συνίσταντο στις εξής συναλλαγές: α) πωλήσεις αξιογράφων χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια του άρθρου 2§1(α)1 του ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της παράλληλης αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, έντοκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδας, (β) επένδυση των μετρητών χρημάτων του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς, (γ) τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, (δ) διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, (ε) ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και (στ) φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με τον όρο ΙΙ των ως άνω συμβάσεων ορίστηκε ότι ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου ανέλαβε η ως άνω επενδυτική εταιρία, νοείται κάθε ποσό, το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για τον σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο πελάτης στην εταιρεία για τον ίδιο σκοπό διαχείρισης..., καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το κατατιθέμενο ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και την ρευστοποίηση των κινητών αξιών του. Με τον όρο VII των συμβάσεων ορίστηκε ότι η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ανέρχεται σε 1,5% επί του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ επίσης συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα καταβάλλουν ποσοστό πρόσθετης προμήθειας 25% επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου... Με τον όρο VIII των συμβάσεων συμφωνήθηκε ακόμη ότι οι εν λόγω συμβάσεις ήταν αόριστου χρόνου και ότι η ισχύς τους θα άρχιζε με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των τίτλων, που περιλαμβάνονταν στα χαρτοφυλάκια των εναγόντων και θα έληγε την ημέρα γνωστοποίησης εγγράφως της καταγγελίας τους από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τις συμβάσεις αυτές δεν δόθηκαν από τους ενάγοντες κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων τους... ούτε πρόβλεπαν οι συμβάσεις τη συμπλήρωσή τους..., εντούτοις δόθηκαν τέτοιες οδηγίες με τα προσαρτήματα των συμβάσεων. Σε εκτέλεση των συμβάσεων και των προσαρτημάτων τους οι ενάγοντες κατέβαλαν στην ως άνω ΑΕΠΕΥ τα εξής χρηματικά ποσά... με συμφωνημένη κάθε φορά διάρκεια διαχείρισης τριών μηνών... Από τις επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και τα προσαρτήματα αυτών αποδεικνύεται ότι τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα περιείχαν τα κατατεθέντα μετρητά και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα, από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους ότι τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά δόθηκαν στην ως άνω ΑΕΠΕΥ προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρ. 2§1(α)1 του ν. 2396/1996, στο πλαίσιο σχετικής εντολής που ενσωματώνεται στις αντίστοιχες συμβάσεις... Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ΑΕΠΕΥ κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων συμφώνησε και στη συνέχεια προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) Ν.Π.Ι.Δ... ούτε ότι κατά τη διάρκεια της διαχείρισης των κεφαλαίων τους αποκτήθηκαν τίτλοι. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με την κατάθεση χρηματικών ποσών στην ΑΕΠΕΥ απέβλεπαν στην αποκόμιση εισοδήματος, κατά τρόπο που δεν θα περιείχε ρίσκο και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του Χ.Α.Α... και τον τρόπο αυτό διαχείρισης αποδέχθηκαν... Αυτό προκύπτει από τις βραχυχρόνιες (τρίμηνες) και συχνά ανανεούμενες συμφωνίες διαχείρισης των κεφαλαίων τους, σε αντίθεση με την μακροχρόνια πρακτική που ισχύει στη διαχείριση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Οι βραχυχρόνιες αυτές συμφωνίες διαχείρισης των κεφαλαίων απέφεραν στους ενάγοντες εισόδημα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις αποδόσεις, που την εποχή εκείνη προέκυπταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές ή από τις καταθέσεις σε τράπεζες. Συνεπώς οι ενάγοντες... απέβλεψαν σε εισόδημα, που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα... Εξ άλλου οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι αποδόσεις, που θα αποκόμιζαν από τα κεφάλαιά τους, δεν θα προέρχονταν από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών τους δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα... Επίσης και στις αποτιμήσεις των χαρτοφυλακίων, που αναγράφονταν στα προσαρτήματα, τα οποία συνέτασσαν οι υπάλληλοι της ΑΕΠΕΥ, δεν υπήρχε κάποια αναφορά σε τέτοια χρηματοπιστωτικά μέσα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι και στις περιπτώσεις αυτές, που τα προσαρτήματα αναγράφουν αποτιμήσεις, επρόκειτο για συμφωνημένη κατάθεση χρημάτων και για συμφωνημένες αποδόσεις τριμήνου, δεδομένου ότι οι τρίμηνες διαχειρίσεις είχαν πάντα θετικές αποδόσεις (υπεραποδόσεις), όταν τότε το Χ.Α.Α., αλλά και τα διεθνή χρηματιστήρια, είχαν πτωτικές τάσεις... Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι από τα συμβατικά προσαρτήματα των εναγόντων... προκύπτει ότι την ίδια ημέρα κατάθεσης απ' αυτούς χρηματικών ποσών υπήρχαν ήδη αποτιμήσεις των χαρτοφυλακίων τους για ποσά μεγαλύτερα των κατατεθέντων. Αντίθετα εάν, όπως οι ενάγοντες υποστηρίζουν, είχαν καταθέσει τα ποσά αυτά προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από την ΑΕΠΕΥ σε χρηματιστηριακές συναλλαγές..., δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει σε καμία περίπτωση τέτοια αποτίμηση των χαρτοφυλακίων τους, διότι η πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς δεν είναι γνωστή εκ των προτέρων, ώστε να υπολογιστεί η απόδοση. Από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι η σχέση, που συνέδεε τους ενάγοντες με την ΑΕΠΕΥ, ήταν αυτή της εγγυημένης απόδοσης επί των χρηματικών ποσών, που κατέθεταν σ' αυτή. Πέραν αυτών οι ενάγοντες... δεν απέδειξαν ότι τα χρήματά τους χρησιμοποιήθηκαν από την ΑΕΠΕΥ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων... Ούτε επίσης αναφέρουν ότι τα κεφάλαιά τους επενδύθηκαν σε τέτοια μέσα, τα οποία και δεν κατονόμασαν, ενώ και ο μάρτυρας που πρότειναν, κατέθεσε ότι η διαχείριση των χρημάτων ήταν εν λευκώ και οι ενάγοντες δεν ρωτούσαν την ΑΕΠΕΥ για τον τρόπο διαχείρισης... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΕΥ διαχειρίστηκε τα χρήματα των εναγόντων αποκλειστικά με τον τρόπο που αναλύθηκε και αποτυπώνεται στα προσαρτήματα της βασικής για κάθε ενάγοντα σύμβασης, δηλαδή πρόκειται για κατάθεση χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και ανανέωση της διαχείρισης αυτών με την απόδοση των συμφωνημένων αποδόσεων... και όχι για κατοχή κεφαλαίων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ` αριθ. 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, διέταξε την αναστολή προσωρινά της λειτουργίας της ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕ, ενώ με την υπ` αριθ. 7/234/27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας Επιτροπής ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988. Στη συνέχεια διορίσθηκε για την διενέργεια της εκκαθάρισης επόπτης..., προς τον οποίο οι ενάγοντες ανήγγειλαν στις 11.2.2002 τις απαιτήσεις τους. Συγκεκριμένα η Ε. Ξ. αναγγέλθηκε για συνολικό ποσό 26.000.000 δραχμών ή 76.302,27 ευρώ, ο Ι. Ξ. για συνολικό ποσό 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, ο Α. Ξ. για συνολικό ποσό 50.000.000 δραχμών ή 146.735,14 ευρώ, ο Ν. Ξ. για συνολικό ποσό 25.000.000 δραχμών ή 73.367,57 ευρώ, ο Δ. Ν. για συνολικό ποσό 21.000.155 δραχμών ή 61.629,22 ευρώ, ο Γ. Μ. για συνολικό ποσό 21.000.155 δραχμών ή 61.629,22 ευρώ, ο Δ. Π. για συνολικό ποσό 36.500.000 δραχμών ή 107.116,64 ευρώ και η Ι. Μ. για συνολικό ποσό 26.000.000 δραχμών ή 76.301,84 ευρώ. Το εναγόμενο αρνήθηκε να αποζημιώσει τους ενάγοντες, ισχυριζόμενο ότι οι απαιτήσεις τους δεν προέρχονταν από καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες του ν. 2533/1997. Πράγματι, τα χρηματικά ποσά που κατέθεσαν οι ενάγοντες στην ΑΕΠΕΥ, δεν δόθηκαν για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρ. 2§1(α)1 και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι επενδύθηκαν σε τέτοια μέσα. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα ποσά αυτά προήλθαν από ρευστοποίηση τέτοιων μέσων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης και επικύρωσε την απόφαση αυτή, κρίνοντας τελικά ότι "οι απαιτήσεις των εναγόντων δεν απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΑΕΠΕΥ καλυπτόμενων από το εναγόμενο ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ επενδυτικών υπηρεσιών, με συνέπεια να μην γεννάται υποχρέωση αυτού για αποζημίωση των εναγόντων και τούτο διότι η σχετική υποχρέωσή του... πηγάζει μόνον από απαιτήσεις του επενδυτή για πραγματικά παρασχεθείσες και καλυπτόμενες από το ν. 2533/1997 επενδυτικές υπηρεσίες και όχι από την αντίστοιχη σύμβαση, που κατάρτισε ο επενδυτής..., εφόσον κρίσιμο στοιχείο για τη γέννηση της σχετικής αξίωσης του επενδυτή σε βάρος του ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ είναι ο τρόπος λειτουργίας της σύμβασης και ποιες υπηρεσίες πραγματικά έχουν παρασχεθεί με βάση αυτή". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 2396/1996 και 2533/1997 υπό το πρίσμα των Οδηγιών 93/22/ΕΟΚ και 97/9/ΕΚ, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασής του, τα χαρτοφυλάκια που σχηματίστηκαν με καταθέσεις χρημάτων των αναιρεσειόντων και ανέλαβε με συμβάσεις μ' αυτούς να διαχειριστεί ελεύθερα η ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ, περιείχαν πάντοτε μόνον χρήματα, τα οποία δεν διατέθηκαν τελικά απ' αυτή για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρ. 2§1 εδάφιο (α)1 του ν. 2396/1996 ούτε και σχετικά δόθηκαν με τις συμβάσεις αυτές ή με άλλο τρόπο συγκεκριμένες εντολές, ενώ δεν πρόκειται επίσης για χρήματα που προήλθαν από τη ρευστοποίηση τέτοιων χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά για χρήματα που αντίθετα με όσα στις παραπάνω συμβάσεις διαλαμβάνονται, αποτέλεσαν στην πραγματικότητα ηθελημένες καταθέσεις εγγυημένης απόδοσης, βραχυχρόνιας και ανανεούμενης κάθε φορά διάρκειας, δηλαδή υπήρξε σχέση μεταξύ της ΑΣΤΡΑΙΑ ΑΕΠΕΥ και των αναιρεσειόντων που δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου καλυπτόμενη κατά το ν. 2533/1997 από το αναιρεσίβλητο ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, καθώς και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30.5.2011 αίτηση των Ε. συζ. Δ. Ξ., Α. Ξ., Ι. Ξ., Ν. Ξ., Δ. Π., Ι. Μ., Δ. Ν. και Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5276/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ