Αριθμός 43/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία μετονομάστηκε σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αλέξανδρο Δοβλέ, Αικατερίνη Πανέρη και Μαρία - Στεφανία Κατσιάπη και κατέθεσε προτάσεις. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία μετονομάστηκε σε "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αλέξανδρο Δοβλέ, Αικατερίνη Πανέρη και Μαρία - Στεφανία Κατσιάπη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2013 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1205/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4803/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 21/1/2021 αίτησή της και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 21/3/2022 αίτησή της . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την αποδοχή των αιτήσεών τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ1305/2019, ΑΠ836/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: 1) η από 21-1-2021 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία ... και 2) η από 21-3-2022 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία ... κατά της, αυτής, υπ'αριθμό 4803/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ..., εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή και έγινε αυτή δεκτή εν μέρει για το ποσό των 77.460,50 ευρώ. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ) πρέπει, επομένως, να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246, 573 αρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ). Επί της από 21-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως : Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσεως του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ1021/2019, ΑΠ357/2018, ΑΠ1022/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την παραδοχή της ότι και μετά την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως η οφειλόμενη αμοιβή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας πρέπει να υπολογισθεί επί των πραγματικών εξοικονομήσεων της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν παράγεται πλέον απ'αυτή (ενάγουσα) έργο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση, ο πραγματικός ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 αρ.1ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών (ΑΠ338/2016, 715/ 2010, 832/2009). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται εκτός των άλλων, και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ειδικότερα, οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέφυγε μεν στις διατάξεις αυτές προς άρση της ασάφειας ή προς πλήρωση του κενού, το οποίο εμφάνιζε η συγκεκριμένη δικαιοπραξία κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, όμως, το ερμηνευτικό συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε σε σχέση με το νομικά αποφασιστικό, νόημα του ερμηνευόμενου όρου της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο προς εκείνο που υπαγορεύεται από αυτούς τους ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 530/2011). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτό, από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως εξάγει το στηριζόμενο στη βούληση, του δηλούντος υποκειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως, όπως, επίσης, και εκείνη, με την οποία συνάγει το αντικειμενικό νόημα της δηλώσεως βουλήσεως είναι κρίση νομική και ως τέτοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1333/2012). Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, και λαμβάνει επίσης υπόψη τη φύση και το σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο. Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη, γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ679/2018, ΑΠ 374/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού μετά από ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση, κατέληξε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι η αμοιβή της αναιρεσείουσας θα υπολογισθεί βάσει των πραγματικών εξοικονομήσεων της αναιρεσίβλητης και μετά την καταγγελία της συμβάσεως, το οποίο (πόρισμα) είναι αντίθετο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα : < Ο πέραν του εξαμήνου Απριλίου- Σεπτεμβρίου 2012 υπολογισμός της οφειλόμενης στην εκκαλούσα εργολαβικής αμοιβής (με αναγωγή του ποσού των πραγματικών εξοικονομήσεων της περιόδου αυτής σε όλο το χρόνο της συμβάσεως, ήτοι σε σαράντα οκτώ μήνες, με συνυπολογισμό της αυξήσεως της τιμής της kwh, του βαθμού εξοικειώσεως του προσωπικού των καταστημάτων PUBLIC με την μεθοδολογία μειώσεως των ενεργειακών δαπανών και της αυξήσεως του αριθμού των ως άνω καταστημάτων), αντίκειται ευθέως στις προβλέψεις των άρθρων 4 και 5 της ένδικης συμβάσεως έργου, οι οποίες ρητώς ορίζουν ότι η εργολαβική αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί των συγκεκριμένων (μετρηθεισών) πραγματικών εξοικονομήσεων της οικείας κατηγορίας εξοικονομήσεως δαπανών, ήτοι προσδιορίζεται βάσει των πραγματικών καταναλώσεων συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και όχι βάσει των εκτιμώμενων-προσδοκώμενων εξοικονομήσεων για ολόκληρη την τυπική διάρκεια της συμβάσεως, έστω και αν η εκτίμηση αυτή χωρεί κατ'αρχήν επί πραγματικής βάσεως, ήτοι με σημείο αναφοράς τις πραγματικές εξοικονομήσεις συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Επομένως, η εκκαλούσα δικαιούται ως εργολαβική αμοιβή για την κατηγορία εξοικονομήσεως δαπανών ΕΝΕΡΓΕΙΑ-ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ σε 9 καταστήματα PUBLIC στην Ελλάδα το ποσό των 77.460,50 ευρώ (πραγματικές εξοικονομήσεις εξαμήνου Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2012, 154.921 ευρώ Χ 50%), απορριπτομένων ως αβασίμων κατ'ουσίαν όλων των λοιπών αγωγικών κονδυλίων της ως άνω κατηγορίας εξοικονομήσεως δαπανών>. Από τις ανωτέρω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην επίδικη σύμβαση έργου, ούτε κατέληξε σε ερμηνευτικό πόρισμα μετά από ερμηνεία αυτών, με το να δεχθεί ότι τα άρθρα 4 και 5 της συμβάσεως ρητώς ορίζουν ότι η εργολαβική αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί των συγκεκριμένων (μετρηθεισών) πραγματικών εξοικονομήσεων της οικείας κατηγορίας εξοικονομήσεως δαπανών, δηλ. προσδιορίζεται βάσει των πραγματικών καταναλώσεων συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και όχι βάσει των εκτιμώμενων-προσδοκώμενων εξοικονομήσεων για ολόκληρη την τυπική διάρκεια της συμβάσεως. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν προέβη σε ερμηνεία των ως άνω άρθρων, συσχετίζοντας αυτά με άλλους όρους της συμβάσεως, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός της συμβάσεως. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν κατά τρόπο σαφή από το κείμενο των παραπάνω άρθρων της συμβάσεως, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Έτσι, δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 426/2016, ΑΠ1086/2015). Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, ο οποίος είναι επικουρικός του ως άνω δευτέρου λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των άρθρων 4 και 5 της επίδικης συμβάσεως, αποδίδοντας σ'αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που έχουν, δηλ. ενώ δεν προβλέπουν περί του υπολογισμού της αμοιβής της αναιρεσείουσας σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, το Εφετείο προσδιόρισε βάσει αυτών τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής της για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία της συμβάσεως. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο των άρθρων 4 και 5 της συμβάσεως, σε αντιπαραβολή με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εμφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, αλλά εκτίμησε και αξιολόγησε το αληθινό περιεχόμενο αυτών των άρθρων και συνήγαγε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017). Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες το Εφετείο, οφείλει να λάβει υπόψη του, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι, για το παραδεκτό τούτων, απαιτούμενες δύο προϋποθέσεις, δηλαδή να έχουν ληφθεί πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως σ' αυτό και να έχει κλητευθεί νόμιμα ο αντίδικος του επισπεύδοντος τη λήψη τους δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτήν (ΑΠ 2116/2014, ΑΠ 509/2011, ΑΠ 771/2010). Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου νόμου, "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Την τήρηση των παραπάνω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 87/2022, ΑΠ1175/2019, ΑΠ 927/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες υπ'αριθ. 563/2018 και 564/2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Αμαρουσίου Αναστασίας Βασιλοπούλου. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, προτιθέμενη, ενόψει της συζητήσεως της αγωγής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να εξετάσει μάρτυρες, κοινοποίησε στην αντίδικό της, αναιρεσίβλητη, την από 28-3-2018 κλήση με την οποία καλεί αυτήν να παρασταθεί κατά την εξέταση των μαρτύρων Ν. Π., Β. Γ. και Θ. Ο. α) στις 4-4-2018, ημέρα Μ.Τετάρτη και ώρες 10.00, 10.30, 11.00, 11.30, 13.00, 14.00 ενώπιον της συμβ/φου Αμαρουσίου Αναστασίας Βασιλοπούλου, β) στις 5-4-2018, ημέρα Μ.Πέμπτη και ώρες 9.00, 10.00, 10.30 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, γ) στις 10-4-2018, ημέρα Τρίτη και ώρες 9.00, 10.00, 11.00 ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβ/φου και δ) στις 10-4-2018, ημέρα Τρίτη και ώρες 9.30, 10.30 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Όμως, η κλήση αυτή δεν καθορίζει επακριβώς τον συγκεκριμένο τόπο, την ημέρα και την ώρα εξετάσεως των παραπάνω μαρτύρων, αφού με αυτή καλείται η αναιρεσίβλητη να παραστεί είτε την ίδια ημέρα, στον ίδιο τόπο, αλλά σε πλείονες διαφορετικές ώρες, είτε την ίδια ημέρα, αλλά σε διαφορετικούς τόπους και σε ώρες που απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 422 ΚΠολΔ. Για τον λόγο αυτό και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, οι υπ'αριθμ. 563 και 564/4-4-2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Θ. Ο. και Ν. Π. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αναστασίας Βασιλοπούλου, που συντάχθηκαν ερήμην της κληθείσας αναιρεσίβλητης, δοθέντος ότι, όπως αναφέρεται σ'αυτές, η τελευταία δεν εμφανίστηκε, δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα του προσκομισθέντος αποδεικτικού αυτού μέσου, με τη μη λήψη υπόψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν επρόκειτο για νόμιμο αποδεικτικό μέσο και ο σχετικός τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ87/2013, ΑΠ94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ25/2003, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 869/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος επαναφέρθηκε με το εφετήριο, ότι μετά την καταγγελία της επίδικης συμβάσεως και την απομάκρυνση της αναιρεσείουσας από το έργο, δεν είναι πλέον εφικτή η παρακολούθηση της εφαρμογής των εισηγήσεών της, καθώς η αναιρεσίβλητη αρνείται να της παραδώσει τα σχετικά στοιχεία, ώστε αυτή να συντάξει και άλλες περιοδικές εκθέσεις εξοικονομήσεως, και επομένως η αμοιβή της πρέπει να υπολογισθεί για την κατηγορία κόστους της ενέργειας με βάση τις πραγματικές (και όχι απλώς εκτιμηθείσες) εξοικονομήσεις που καταγράφηκαν μέχρι την αποπομπή της από το έργο, δηλ. με βάση τις υπαρκτές εξοικονομήσεις που είχε η αναιρεσίβλητη, όπως αυτές προβάλλονται στη διάρκεια ισχύος της κατηγορίας ενέργεια (48 μήνες). Όμως, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι οι όροι της επίδικης συμβάσεως ορίζουν ρητά ότι η εργολαβική αμοιβή υπολογίζεται σε ποσοστό επί των συγκεκριμένων πραγματικών εξοικονομήσεων της οικείας κατηγορίας εξοικονομήσεως δαπανών συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος και όχι με βάση τις εκτιμώμενες- προσδοκώμενες εξοικονομήσεις για ολόκληρη την τυπική διάρκεια της συμβάσεως, δηλ. των 48 μηνών. Επομένως, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε για ουσιαστικό λόγο, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-1-2021 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176,183,189 αρ.1, 191 αρ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Επί της από 21-3-2022 αιτήσεως αναιρέσεως: Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 941/2009). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Ειδικότερα από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ.2, 115 παρ.1 και 2, 223, 294, 295 παρ.1 και 297 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας με την απόφασή του δεν μπορεί να χωρήσει στην επιδίκαση, χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα, τοιαύτη δε έλλειψη αιτήματος υπάρχει και όταν έγινε μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, ενώ αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 295 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ και στην περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή περιορισμός αυτού με τις προτάσεις, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 885/2017, ΑΠ 941/2009, ΑΠ 1348/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως αμοιβή το ποσό των 77.460,50 ευρώ, το οποίο είναι επιπλέον του αιτηθέντος με την αγωγή. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, μετά τον περιορισμό των αγωγικών κονδυλίων με τις προτάσεις, εκτός των άλλων, και ως συμφωνηθείσα αμοιβή από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου για την κατηγορία κόστους Ενέργεια-Ηλεκτρισμός το ποσό του 1.426.803,52 ευρώ, μετά του ΦΠΑ, και τελικά μετά την αφαίρεση του καταβληθέντος από την εναγομένη ποσού των 112.571,18 ευρώ, το ποσό του 1.314.232,34 ευρώ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε ότι: α) στις 25-6-2012 προσδιορίσθηκαν οι αμοιβές της ενάγουσας (με υπολογισμό ποσοστού πρώτης αμοιβής 8%) για τα οκτώ καταστήματα PUBLIC Ελλάδος, για τα δύο καταστήματα της Κύπρου και της περιόδου πρώτου εξαμήνου μετρήσεων καταστήματος PUBLIC Συντάγματος στο συνολικό ποσό μετά του ΦΠΑ των 119.922 ευρώ, ότι τιμολογήθηκε συνολικό ποσό αμοιβής 134.444,90 ευρώ, από το οποίο έχει καταβληθεί στην ενάγουσα, όπως συνομολογείται απ'αυτή, ποσό 112.571,18 ευρώ, υπολειπομένου προς εξόφληση των εκδοθέντων τιμολογίων ποσού 21.873,72 ευρώ και β) με βάση την από 26-11-2012 περιοδική έκθεση εξοικονομήσεως για το εξάμηνο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2012, κατά το οποίο υπολογίστηκαν πραγματικές εξοικονομήσεις στον τομέα δαπανών Ενέργεια-Ηλεκτρισμός, η ενάγουσα δικαιούται αμοιβή ίση προς ποσοστό 50% της επιτευχθείσας πραγματικής εξοικονομήσεως δαπάνης ύψους 154.921 ευρώ για τα 9 καταστήματα PUBLIC στην Ελλάδα (154.921 Χ 50%) ήτοι δικαιούται ποσό 77.460,50 ευρώ. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την οφειλόμενη αμοιβή της για την κατηγορία κόστους Ενέργεια-Ηλεκτρισμός ποσού 77.460,50 ευρώ. Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται για την πρώτη αμοιβή της, ποσοστού 8%, το ποσό των 134.444,90 ευρώ, από το οποίο της έχει καταβληθεί ποσό 112.571,18 ευρώ και για την αμοιβή της εξαμήνου Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2012, ποσοστού 50%, το ποσό των 77.460,50 ευρώ, δεν επιδίκασε πλέον του αιτούμενου με την αγωγή ποσού του 1.314.232,34 ευρώ (μετά την αφαίρεση του ήδη καταβληθέντος ποσού των 112.571,18 ευρώ). Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο επικουρικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως της αναιρεσίβλητης με την καταβολή σ'αυτή του ποσού των 112.571,18 ευρώ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι δεν προτείνεται παραδεκτά ένσταση, έστω και μερικής εξοφλήσεως της εργολαβικής αμοιβής. Άλλωστε, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η καταβολή του ως άνω ποσού αφορούσε στην <πρώτη> αμοιβή της αναιρεσείουσας, ποσοστού 8%, συνολικού ποσού 134.444,90 ευρώ και όχι στην αμοιβή της, ποσοστού 50%, για το εξάμηνο Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2012, ποσού 154.921 Χ 50% = 77.460,50 ευρώ. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 418 ΑΚ, δεχόμενο ότι δια της καταβολής του ποσού των 112.571,18 ευρώ από την αναιρεσείουσα δεν αποσβέσθηκε ισόποσα η οφειλή της προς την αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες, όμως, δεν εφάρμοσε, αφού δέχθηκε ότι δεν προτείνεται παραδεκτά ένσταση εξοφλήσεως λόγω της αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού. Άλλωστε, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταβολή του ως άνω ποσού των 112.571,18 ευρώ έγινε για την <πρώτη> αμοιβή της αναιρεσίβλητης ποσοστού 8%, συνολικού ποσού 134.444,90 ευρώ και όχι για την αμοιβή της του χρονικού διαστήματος Απριλίου-Σεπτεμβρίου 2012, ποσοστού 50% και συνολικού ποσού 77.460,50 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-3-2022 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 21-1-2021 αίτηση αναιρέσεως και την από 21-3-2022 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως κατά της, αυτής, υπ'αριθμό 4803/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 21-1-2021 αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ. Απορρίπτει την από 21-3-2022 αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ