ΑΡΙΘΜΟΣ 404/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ά.-Χ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κοτέα, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 9857/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Α. Π. του Σ. και 2. Μ. συζ. Α. Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπακωνσταντίνου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 812/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του- δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόστηκε. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οι οποίες ιδρύουν τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, όταν δηλαδή, στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την προσβαλλόμενη 9857/2010 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος προσδιορίζονται, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι "Ο κατηγορούμενος Ά. Κ. στη ... στις 4-3-2006 αφαίρεση από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή τους και δη αφαίρεσε από την ντουλάπα υπνοδωματίου της επί της οδού ... οικίας του Α. Π. κοσμήματα που ανήκαν στην σύζυγό του Μ. Π., τον ίδιο και τα ανήλικα τέκνα τους και δη: α) ένα σετ αποτελούμενο από περιδέραιο συμπαγές αλύγιστο, βραχιόλι, σκουλαρίκια, δακτυλίδι σε χρυσό 14κ. και άσπρες πέτρες, μάρκας FACAD ORO, αξίας 3.000 € [ανήκον στη σύζυγο], β) ένα βραχιόλι σπειροειδές, ανοιχτό με δυο μαργαριτάρια στις άκρες και ασορτί δαχτυλίδι με μαργαριτάρι, αξίας 450 ευρώ [ανήκοντα στη σύζυγο], γ) τρεις βαπτιστικούς σταυρούς, ένα σε λευκόχρυσο, μαυρισμένο με μπριγιάν 18 κ., ένα μεγάλο χρυσό, βαρύ, που στο πίσω μέρος γράφει Χ., ένα χρυσό κανονικό σκέτο [όλοι με χρυσές αλυσίδες] αξίας 1.200 ευρώ [ανήκοντες στα τέκνα των εγκαλούντων συζύγων], δ) ένα χρυσό σταυρό με άσπρη πέτρα στο κέντρο με καδένα, αξίας 400 ευρώ [ανήκοντα στον σύζυγο Α. Π.], ε) μια χρυσή τετράγωνη πλακέτα με καδένα, αξίας 400 ευρώ [ανήκουσα στη σύζυγο], στ) μια χρυσή βέρα γυναικεία που γράφει στο εσωτερικό Α. Π., αξίας 100 ευρώ [ανήκουσα στη σύζυγο], ζ) δύο σκουλαρίκια, δύο χοντρά με άσπρες πέτρες και διάφορα λεπτότερα με άσπρες και μαύρες πέτρες, αξίας 1.000 ευρώ [ανήκοντα στη σύζυγο]. Η αφαίρεση των κοσμημάτων αυτών έγινε κάτω από τις παρακάτω συνθήκες. Το Φεβρουάριο του 2006, η εγκαλούσα Μ. Π. και η μητέρα της επισκέφθηκαν το κατάστημα ηλεκτρολόγου με στοιχεία Ρ. προκειμένου να του αναθέσουν ηλεκτρολογικές εργασίες στην οικία της εγκαλούσας. Ο παραπάνω ηλεκτρολόγος πληροφόρησε τις δυο γυναίκες ότι δεν είχε ευχέρεια χρόνου να εκτελέσει τις απαιτούμενες εργασίες και ότι θα έστελνε τρίτο άτομο. Δύο ημέρες αργότερα, τους τηλεφώνησε άγνωστο σ' αυτούς άτομο, που τους ενημέρωσε ότι επικοινωνούσε μαζί τους εκ μέρους του Ρ. για να πραγματοποιήσει τις εργασίες. Οι εγκαλούντες έδωσαν την διεύθυνση της κατοικίας τους και πράγματι στις 2-3-2006, ημέρα Πέμπτη, το άτομο αυτό, που πρόκειται για τον κατηγορούμενο Ά. Κ., και είναι ηλεκτρολόγος, επισκέφθηκε την οικία προκειμένου να εργαστεί. Στην οικεία βρισκόταν η μητέρα της εγκαλούσας που βρισκόταν, η οποία και εξήγησε στον κατηγορούμενο ποιες ήταν οι εργασίες που θα πραγματοποιούσε [σύνδεση με παράλληλες γραμμές για υπολογιστές] και του έδειξε τα δωμάτια όπου θα περνούσαν οι γραμμές. Τότε ο κατηγορούμενος ρώτησε μήπως υπήρχε συναγερμός στο σπίτι γιατί δεν ήταν σε εμφανές σημείο και διότι εάν υπήρχε θα έπρεπε να περάσουν πρώτα από εκεί τα καλώδια. Η μητέρα της εγκαλούσας άνοιξε όλα τα φύλλα της ντουλάπας του υπνοδωματίου του ζεύγους Π., προκειμένου ο κατηγορούμενος να δει που βρισκόταν το κουτί της καλωδίωσης και πράγματι όταν άνοιξε το δεύτερο φύλλο διαπίστωσε ότι από εκεί περνούσαν τα καλώδια του συναγερμού. Στο συγκεκριμένο φύλλο της ντουλάπας βρίσκονταν κουτιά παπουτσιών που περιείχαν μικροκοσμήματα, κυρίως ψεύτικα, και δυο κοσμηματοθήκες που περιείχαν τα παραπάνω αναφερόμενα κοσμήματα της οικογένειας. Ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπάνω γυναίκα να αδειάσει την ντουλάπα προκειμένου να βρει το συναγερμό, κάτι που πράγματι έγινε, και κατά το άδειασμα της ντουλάπας αυτός ήταν σε θέση να δει ότι εντός αυτής και στο προαναφερθέν σημείο της ευρίσκονταν οι επίμαχες κοσμηματοθήκες. Ακολούθως, εξήγησε στην μητέρα της εγκαλούσας ότι η συγκεκριμένη εργασία της σύνδεσης με παράλληλες γραμμές ήταν χρονοβόρα και θα έπρεπε να έλθει εκ νέου την μεθεπομένη προκειμένου να εργασθεί με άνεση χρόνου, ενώ οι μοναδικές εργασίες που πραγματοποίησε την πρώτη ημέρα της επίσκεψης [Πέμπτη] ήταν κάποιες μικροεργασίες όπως ενδεικτικά αλλαγή λαμπών, για την οποία απαιτήθηκε ελάχιστος χρόνος. Τελικά, ο κατηγορούμενος επανήλθε στην οικία των εγκαλούντων δυο ημέρες αργότερα, Σάββατο, προκειμένου να εκτελέσει την αρχικά συμφωνηθείσα εργασία. Την ημέρα αυτή εργάστηκε αρκετή ώρα, περίπου 2-3 ώρες, κατά το χρόνο της εργασίας του να επιτηρείται από κάποιο μέλος της οικογένειας, ενόψει του ότι η μεν εγκαλούσα θεωρούσε ότι ήταν αγενές να πράξει κάτι τέτοιο, τα δε τέκνα των εγκαλούντων έπαιζαν μέσα στο σπίτι, ενώ ο εγκαλών Α. Π.ς απουσίαζε. Εκείνο το χρονικό διάστημα εντός της οικίας βρίσκονταν και οι γονείς της εγκαλούσας, πλην όμως και αυτοί δεν επιτηρούσαν τον κατηγορούμενο κατά την εργασία του. Μετά το πέρας της εργασίας του ο κατηγορούμενος πληρώθηκε με το ποσόν των 70 ευρώ από τον πατέρα της εγκαλούσας και παρέδωσε σε αυτόν μια επαγγελματική κάρτα [αυτοκόλλητη] με την ένδειξη ΗΛΕΚΤΡΟ SOS και το όνομα Ν. Κ. επ' αυτής, προκειμένου να επικοινωνήσουν μαζί του σε περίπτωση που είχαν ηλεκτρολογικό πρόβλημα. Την επομένη ημέρα, Κυριακή, η εγκαλούσα Μ. Π. πήγε να πάρει τη βέρα της από την κοσμηματοθήκη που βρισκόταν στην προαναφερθείσα ντουλάπα και έκπληκτη διαπίστωσε ότι όλα τα κοσμήματα έλειπαν, οι δε κοσμηματοθήκες ήταν κλειστές μεν αλλά κενές περιεχομένου. Τελευταία φορά που η εγκαλούσα είχε χρειαστεί να πάει στις κοσμηματοθήκες ήταν δύο ημέρες πριν, δηλαδή την Παρασκευή, προκειμένου να τοποθετήσει στην μια από τις δύο κοσμηματοθήκες τη βέρα της γιατί, λόγω στενότητας της δημιουργούσε πρόβλημα στο δάκτυλο, οπότε και διαπίστωσε ότι όλα τα κοσμήματα της οικογένειας βρίσκονταν στη θέση τους. Κατόπιν αυτού, και αφού ήταν βέβαιη ότι την προηγούμενη της ημέρας που ο κατηγορούμενος είχε εργασθεί για πολλές ώρες στην οικεία της τα κοσμήματα ευρίσκονταν στη θέση τους, κατέληξε τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της [εγκαλούντες] στο συμπέρασμα ότι αυτά [κοσμήματα] είχαν αφαιρεθεί από τον παρόντα κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, ενόψει βέβαια και του ότι δεν βρέθηκαν σε άλλο σημείο της οικίας. Οι εγκαλούντες επιχείρησαν να επικοινωνήσουν με τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο της κάρτας [αυτοκόλλητης] που αυτός τους είχε αφήσει αλλά ο Ν. Κ. με τον οποίο ήλθαν σε επαφή δεν έδειχνε να γνωρίζει τον κατηγορούμενο. Από το σύνολο του προκύπτοντος από τη διαδικασία αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι δράστης της παραπάνω κλοπής, είναι ο παρών κατηγορούμενος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της ενοχής του κατηγορουμένου ενισχύεται από τα παρακάτω επιμέρους στοιχεία: α] τις πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που δεν έχουν κάποιο λόγο να ενοχοποιήσουν αυθαίρετα τον κατηγορούμενο, τον οποίο αν και τον αναζήτησαν να παράσχει εξηγήσεις, δεν τον βρήκαν, β] το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά την αναζήτηση της καλωδίωσης του συναγερμού την Πέμπτη που πρωτοεπισκέφθηκε την οικία των εγκαλούντων αντιλήφθηκε με το άνοιγμα της ντουλάπας του υπνοδωματίου των τελευταίων ότι οι δυο κοσμηματοθήκες βρίσκονταν εντός αυτής και έτσι ευχερώς μπορούσε να αφαιρέσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τα εντός αυτών ευρισκόμενα κοσμήματα, σε χρονικό σημείο που ήταν μόνος εντός του χώρου, χωρίς να χρειασθεί να ερευνήσει άλλους χώρους του διαμερίσματος ώστε να γίνει αντιληπτός, γ] το ότι το Σάββατο που εργάσθηκε αρκετό χρονικό διάστημα στην οικία των εγκαλούντων δεν επιτηρείτο από κάποιο μέλος του σπιτιού και έτσι ανενόχλητα μπορούσε να αφαιρέσει τα κοσμήματα από τις θήκες τους, δ] το ότι τα κοσμήματα δεν ήταν ογκώδη και εύκολα μπορούσαν να τοποθετηθούν στις τσέπες της φόρμας του κατηγορουμένου ή εντός της εργαλειοθήκης του, χωρίς να γίνουν αντιληπτά και ε] το ότι από την Παρασκευή που η εγκαλούσα τοποθέτησε τη βέρα της στην μία κοσμηματοθήκη και διαπίστωσε ότι τα κοσμήματα υπήρχαν μέχρι την Κυριακή που διαπίστωσε ότι όλα τα κοσμήματα έλειπαν από τις δυο κοσμηματοθήκες, κανείς ξένος δεν εισήλθε στην οικία των εγκαλούντων, αφού αυτοί δεν δέχθηκαν επισκέψεις τρίτων και στην οικία βρίσκονταν μόνο η οικογένειά τους και οι γονείς τη συζύγου. Και οι δύο εγκαλούντες κατηγορηματικά κατέθεσαν ότι άλλα πρόσωπα, πλην των γονιών της εξ αυτών Μ.Π., δεν τους επισκέφθηκαν και ούτε χρησιμοποίησαν οικιακή βοηθό. Επίσης κατέθεσαν ότι δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης στο διαμέρισμά τους και ότι τα μόνα αντικείμενα που διαπιστώθηκε την Κυριακή ότι είχαν κλαπεί ήταν τα εν λόγω κοσμήματα, ενώ άλλα αντικείμενα καθώς και χρήματα που βρίσκονταν στην τσέπη του παντελονιού του εγκαλούντος ήταν στη θέση τους. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δράστης της κλοπής των παραπάνω αντικειμένων που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι ο κατηγορούμενος και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, αναγνωριζομένου πρωτοδίκως του ελαφρυντικού του 84§2α ΠΚ". Ακολούθως κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και του επέβαλε φυλάκιση επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του προβλεπομένου από την άνω διάταξη εγκλήματος της κλοπής, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν για τις οποίες αρκεί η αναφορά γενικώς κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασάφειες, ελλείψεις λογικά κενά ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αναφέρεται ο τρόπος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την κατοχή των πολιτικώς εναγόντων τα κινητά πράγματα ως και ότι αυτά ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα αυτά λήφθησαν υπόψη όλα και συνεκτιμήθηκαν προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην κρίση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος και δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση κάποιου εξ αυτών. Οι επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το ακριβές σημείο όπου είχαν τοποθετηθεί οι επίμαχες κοσμηματοθήκες εντός των οποίων εβρίσκοντο τα κλοπιμαία, ως και ότι αυτός δεν τέλεσε την πράξη κατά το χρόνο που προέβαινε στις εργασίες (ηλεκτρολογικές) στην αναφερόμενη κατοικία των πολιτικώς εναγόντων, ως και ότι εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου προέκυψε η ενοχή του είναι αβάσιμες, καθόσον ανάγονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατ' ακολουθίαν οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι της αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων, ως και να επιβληθούν σε αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-6-2012 αίτηση του Ά.- Χ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 9857/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων Α. Π. του Σ. και Μ. συζ. Α. Π., κατοίκων ..., τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ