Αριθμός 229/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Χ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Ζιαμπάρα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6130/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την A. X. V. T., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1165/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 302 παρ.1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ιδίου κώδικα, κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται: α)μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης κατ' αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που κρατούν στις συναλλαγές της κοινής πείρας και λογικής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, β)δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, ιδιοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων του και εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής είτε δεν προέβλεψε οπότε πρόκειται για μη συνειδητή αμέλεια, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευσε όμως ότι δεν θα επερχόταν, οπότε πρόκειται για ενσυνείδητη αμέλεια και γ)ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ενεργείας ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και όχι σε ορισμένη παράλειψη τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιοποίνου πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια που τείνει σε παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και η συνδρομή αυτής της υποχρεώσεως και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Τέτοια ιδιαίτερη νομική υποχρέωση ν' αποτρέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά την εκτέλεση οποιουδήποτε οικοδομικού έργου, επιβάλλει στους κατά το νόμο υπευθύνους του έργου η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", κατά την οποία "επί εργασιών ανεγέρσεως, κατεδαφίσεως, χρωματισμού οικοδομών ως και των εις αυτάς εκτελουμένων πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, ηλεκτρολογικών εργασιών τηρούνται υπό την κατά νόμον υπευθύνων του έργου αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων", μεταξύ των οποίων εκείνη του άρθρου 17 παρ.1 κατά την οποία τα πέρατα των ξυλοτύπων και πλακών πρέπει να εξασφαλίζονται με ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια στηριζόμενα με ορθοστάτες δια ηλώσεως ή δια κοχλιώσεως αυτών ή με δίκτυα να ελέγχονται περιοδικώς ως προς την αντοχή των και να αποξηλώνονται μετά το πέρας των εργασιών και εκείνη του άρθρου 21 του ίδιου προεδρικού διατάγματος κατά την παράγραφο 1 του οποίου οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται ούτως ώστε να αντιστοιχούν εις τη προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της και κατά την παράγραφο 7 αυτού απαγορεύεται η εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στους χώρους λειτουργίας των μηχανημάτων και σε χώρους πάνω από τους οποίους εκτελείται οποιαδήποτε εργασία, όπως σε φωταγωγούς, ικριώματα, κλιμακοστάσια κ.λ.π., εφόσον δεν έχουν ληφθεί προστατευτικά μέτρα ασφαλείας όπως η κατασκευή προστατευτικού προστεγάσματος. Επίσης τέτοια ιδιαίτερα νομική υποχρέωση αποτροπής του αξιοποίνου αποτελέσματος καθιερώνεται από της διάταξης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 37 του Π.Δ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού. Μέτρα ασφαλείας" κατά τις οποίες οι χώροι και τα δάπεδα εργασίας πρέπει να κατασκευάζονται και να διατηρούνται ασφαλείς και εάν σε δάπεδο εργασίας δεν υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα και θωράκιο πρέπει να τοποθετούνται εναλλακτικώς κατά περίπτωση δάπεδο εργασίας και ξύλινο κεκλιμένο επίπεδο που να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση των εργαζομένων για ύψος μεγαλύτερο των τριών μέτρων ή δίχτυ ή έτερο υλικό ίδιας ελαστικότητας, το οποίο να εμποδίζει την ελεύθερη πτώση για ύψος ανώτερο των έξι μέτρων, καθώς και από τη διάταξη του άρθρου 107 του ίδιου π.δ. κατά την οποία ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσεως των ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση αυτή είναι αναγκαία και οι ζώνες ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1,00) μέτρου και, επιπλέον, από την διάταξη της παρ.5 του τμήματος ΙΙ του Μέρους Β' του παραρτήματος ιν του άρθρου 12 του Π.Δ. 305/1996 προδιαγραφές ασφαλείας προσωρινών - κινητών εργοταξίων κατά το οποίο οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται ιδίως μέσω στέρεων κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που να διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ένα ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα εξέδρες ή δίχτυα προστασίας και σε περίπτωση που η χρήση των μέσων αυτών δεν είναι δυνατή λόγω της φύσεως των εργασιών πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας. Εξάλλου ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει α)στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου μεταξύ των οποίων είναι και η λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β)στο άρθρο 5 ορίζει ότι ο εργολάβος και υπεργολάβος τμήματος του έργου είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, να τηρούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 αυτού του νόμου και αφορούν στο τμήμα του έργου το οποίο έχουν αναλάβει και γ) στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου ορίζει ότι ο κύριος του έργου σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολοκλήρου του έργου σε έναν εργολάβο, είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι, ότι σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λάβει όλα τα μέτρα τα οποία του υποδεικνύει εγγράφως ο επιβλέπων το έργο και να τα διατηρεί αναλλοίωτα καθόλη τη διάρκεια της διακοπής πριν δε από την έναρξη των εργασιών που διακόπηκαν ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να ειδοποιήσει εγγράφως τον επιβλέποντα το έργο. Όταν το έγκλημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσοτέρων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν κατά την κρατούσα δε στο ποινικό δίκαιο αρχή του ισοδυνάμου των όρων, κάθε όρος του αποτελέσματος χαρακτηρίζεται ως αιτία. Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος σε ερευνώμενη από αμέλεια αξιόποινη πράξη που επέφερε το θάνατο άλλου περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ενέργειας ή παραλείψεως και αποτελέσματος, έστω και αν συγχρόνως ή μεταγενεστέρως συνέτρεψε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια ή παράλειψη. Κατά συνέπεια και εκεί που υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του παρεμβαλλομένου που συχνά είναι και ο παθών, το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον καταλογισμό ευθύνης στον πράττοντα ακόμη και αν το θύμα αυτό διακινδυνεύει υπερβαίνοντας το καθήκον του να ενεργεί υπεύθυνα και χωρίς να βλάπτει κανένα και τα όρια δραστηριότητάς του. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς των και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στη προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 6130/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας "Μ.Χ. Α.Τ.Ε.", η οποία κατασκεύαζε τετραόροφη οικοδομή επί της οδού ... στον ..., για ανθρωποκτονία από αμέλεια από υπόχρεο σε βάρος του T. V., με το κατά πλειοψηφία αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, ανασταλείσα. Το Εφετείο δέχθηκε με την απόφαση αυτή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό και την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της ότι από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι στον ... στις 4.9.2005 η κατηγορουμένη από αμέλειά της, δηλαδή από έλλειψη της ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει κατά την άσκηση της δραστηριότητας της, επέφερε σε επισυμβάν εργατικό ατύχημα το θάνατο άλλου δηλαδή του εργάτη T. V., τον οποίο είχε προσλάβει αυτή διά του συγγενούς της Χ. Π., χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη της. Ειδικότερα, η κατηγορουμένη ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Μ.Χ. Α.Τ.Ε.", ενώ κατασκεύαζε οικοδομή δυνάμει οικοδομικής αδείας που είχε ληφθεί στο όνομα της εταιρείας της και ακόμη ως υπεύθυνη για τη λήψη και τήρηση των προβλεπομένων μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, δεν φρόντισε να λάβει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή ατυχήματος. Πιο συγκεκριμένα την ημέρα του δυστυχήματος ο θανών έκανε εργασίες ηλεκτροσυγκολλήσεως σε εξώστη του τρίτου ορόφου, προκειμένου να τοποθετήσει κιγκλιδώματα. Εν όψει ότι δεν υπήρχαν τα μόνιμα κιγκλιδώματα στον εξώστη, θα έπρεπε για τις εργασίες αυτές να είχαν τοποθετηθεί προστατευτικά στοιχεία για τον κίνδυνο πτώσεως από μεγάλο ύψος. Δηλαδή προσωρινά κιγκλιδώματα ή δίκτυα ή να είχε τοποθετηθεί ξύλινο κεκλιμένο επίπεδο και επί πλέον ο θανών εργαζόμενος να είχε στη διάθεσή του ζώνες ασφαλείας. Το θύμα έχασε την ισορροπία του και ακριβώς επειδή δεν υπήρχαν τα ως άνω προστατευτικά μέτρα και η κατηγορουμένη δεν τον είχε εφοδιάσει με ζώνες ασφαλείας, έπεσε στον προαύλιο χώρο της οικοδομής με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές και κακώσεις θώρακος, συνεπεία των οποίων επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Αυτά τα γεγονότα προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από την έρευνα που δημιουργήθηκε από τον αρμόδιο επιθεωρητή και καταγράφονται στην από 29.11.2005 έκθεση αυτοψίας που αναγνώσθηκε. Η κατηγορουμένη επισημαίνει ότι της είπαν ότι είδαν έναν άνθρωπο να κάθεται στον όροφο εκεί που δεν υπήρχαν κάγκελα και να πίνει και να πέφτει στο κενό. Πράγματι με βάση τη σχετική εργαστηριακή έκθεση τοξικολογικής εξέτασης που συναναγνώσθηκε ευρέθη στο αίμα του θανόντος οινόπνευμα με περιεκτικότητα 2,77 χιλιοστόγραμμα ανά εκατό κυβικά εκατοστά αίματος. Ακόμη και αν ο θανών απώλεσε την ισορροπία του λόγω επίδρασης του οινοπνεύματος αυτού, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος της ως άνω από αμέλεια παραλείψεως της κατηγορουμένης με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον εάν υπήρχαν τα προαναφερόμενα προστατευτικά μέτρα θα είχαν αποτρέψει την πτώση του εργαζομένου και τον θανάσιμο τραυματισμό του. Κατά τη διάταξή του άρθρου 28 ΠΚ από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, εν προκειμένω και υπό τις ανωτέρω συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο δυστύχημα, οι οποίες προκύπτουν εναργώς από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι η κατηγορουμένη με την παραπάνω ιδιότητά της και την υποχρέωσή της εξ αυτής να επιμεληθεί για την ασφάλεια του εργαζομένου ενήργησε από αμέλεια (ενν. χωρίς την προσοχή) την οποία όφειλε και μπορούσε αντικειμενικά να καταβάλει, λόγω της οποίας δεν προέβλεψε την ως άνω συνεπεία και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως από αμέλεια που της αποδίδεται. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά της προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 302 παρ.1, 28, 15 Π.Κ. που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην απόφαση πέραν των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και των αποδεικτικών μέσων από τα οποία τα περιστατικά αυτά προέκυψαν α)το είδος της αμελείας της αναιρεσείουσας (μη συνειδητή αμέλεια), β)τα στοιχεία που συγκροτούσαν την δια παραλείψεως τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια γ)το περιεχόμενο της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας προς λήψη μέτρων ασφαλείας ανασταλτικών της πτώσεως από ύψους εννέα μέτρων στο έδαφος του εργαζομένου στην οικοδομή που κατασκεύαζε η εταιρεία της οποίας αυτή ήταν νόμιμη εκπρόσωπος καθώς και της υποχρεώσεώς της για τη λήψη και μέτρων ατομικής προστασίας του ως άνω εκτελούντος την εργασία τοποθετήσεως μεταλλικών κιγκλιδωμάτων, διασφαλιστικών της σωματικής ακεραιότητάς του με τη θέση στη διάθεσή του ζώνης ασφαλείας, δ)οι συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε η πτώση στο έδαφος του προαυλίου χώρου της οικοδομής και ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω εργάτη T. V. και ε)ο αιτιώδης σύνδεσμος που υπάρχει μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και του επελθόντος, από την παράλειψη αυτής να τηρήσει την αναφερομένη νομική υποχρέωσή της προς λήψη των επιβαλλόμενων από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 17,21 του π.δ.778/1980 και των άρθρων 37 και 107 του π.δ. 1073/1981 καθώς και τη διάταξη της παραγράφου 5 του τμήματος ΙΙ του Μέρους Β' του παραρτήματος IV του άρθρου 12 του Π.Δ. 305/1996 ανωτέρω μέτρων ασφαλείας για την προστασία του εργαζόμενου στο οικοδομικό έργο που η τεχνική ανώνυμη εταιρεία της οποίας η ίδια ήταν νόμιμη εκπρόσωπος, αποτελέσματος του θανάτου του ως άνω εργαζομένου. Όσον αφορά τις αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας παρατηρούνται τα ακόλουθα. Δεν ήταν αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως εάν για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης της αναιρεσείουσας ότι δεν τήρησε αυτή μέτρα ασφαλείας που να της υπέδειξε ο επιβλέπων το έργο μηχανικός και που να ήταν υποχρεωμένη να λάβει η εταιρεία την οποία αυτή εκπροσωπούσε ως κυρία μόνον του έργου, ούτε να προσδιορίζεται ειδικότερα αν οι εργασίες τοποθετήσεως των κιγκλιδωμάτων στους εξώστες της οικοδομής ανήκαν σε μέρος του έργου που να είχε ανατεθεί να εκτελεσθεί σε υπεργολάβο και ποιος ήταν αυτός. Στην παραδοχή της αποφάσεως ότι η τεχνική εταιρεία που εκπροσωπούσε η αναιρεσείουσα κατασκεύαζε την οικοδομή όπου συνέβη το ατύχημα κατά το οποίο επήλθε ο θάνατος του ως άνω εργαζομένου κατά τη διάρκεια της εργασίας του εμπεριέχεται και ότι η εν λόγω τεχνική εταιρεία ήταν εργολάβος κατασκευής της οικοδομής και επομένως η αναιρεσείουσα ως νόμιμη εκπρόσωπος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν.1396/1983 και ήταν συνυπεύθυνη να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο επομένως και του τμήματος που αφορούσε την τοποθέτηση μεταλλικών κιγκλιδωμάτων στους εξώστες των διαμερισμάτων των ορόφων, ανεξάρτητα από την ανάθεση του τμήματος αυτού σε υπεργολάβο ή όχι. Έτσι που έκρινε το δικάσαν Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3,4,67 του νόμου 1396/1983 ως προς το είδος των υποχρεώσεων της παρά τα όσα αβασίμως περί του αντιθέτου προβλήθησαν από την ίδια διά της συνηγόρου της και στην δίκη κατ' έφεση σχετικά με τη λήψη και τήρηση των επιβαλλομένων από τις διατάξεις του π.δ. 778/1980 και του π.δ. 1673/1981 που προαναφέρθηκαν μέτρων ασφαλείας. Η παραδοχή ότι έκτος από κυρία του έργου ενεργούσε και την κατασκευή της οικοδομής η εταιρεία της οποίας ήταν νόμιμη εκπρόσωπος η αναιρεσείουσα αρκούσε για την παραδοχή μη τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής για τη λήψη και τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας που αφορούσαν ολόκληρο το έργο και δεν περιοριζόταν η ευθύνη της στη λήψη από την ως άνω εταιρεία που αυτή εκπροσωπούσε μόνον ως κυρία του έργου των μέτρων ασφαλείας που υποδεικνύει ο επιβλέπων μηχανικός σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση του έργου σε έναν εργολάβο και ειδικότερα στη λήψη των μέτρων για το διάστημα πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και για εκείνα τα μέτρα που δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που να ανέλαβαν και να εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι. Η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι, σε περίπτωση που ο θανατωθείς, συνεπεία της πτώσεώς του από τον εξώστη του τρίτου ορόφου, απώλεσε την ισορροπία του λόγω επιδράσεως του οινοπνεύματος σε ποσοστό 2,77‰ που βρέθηκε να υπάρχει στο αίμα του κατά την ακολουθείσασα τοξικολογική εξέταση, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως της αναιρεσείουσας να λάβει τα αναφερόμενα προστατευτικά μέτρα (τα οποία δέχεται ότι θα είχαν αποτρέψει την πτώση του εργαζομένου και τον θανάσιμο τραυματισμό του) και του επελθόντος αποτελέσματος είναι επαρκώς ως προς την αιτιολόγηση της συνδρομής στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Με τα ως άνω γενόμενα δεκτά κρίθηκε ότι αυτή ως εκπρόσωπος της κατασκευάστριας οικοδομής εταιρείας είχε υποχρέωση να λαμβάνονται τα προστατευτικά για τους εργαζόμενους στην οικοδομή μέτρα τα οποία ήταν εκείνα που εξασφάλιζαν την προστασία των εργαζομένων από πτώση από ύψος και τις συνέπειές της ακόμη και όταν αυτοί οι απασχολούμενοι εργάζονταν τελώντας σε κατάσταση που μείωνε τη δυνατότητά τους να προστατεύουν τους εαυτούς των και ότι δεν ήταν συνάρτηση της μειώσεως της ικανότητας του συγκεκριμένου εργαζομένου να κάνει χρήση των αναφερομένων μέσων προστασίας λόγω της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών η αποτροπή της πτώσεώς του και του θανατηφόρου τραυματισμού του αλλά ότι η μη λήψη αυτών των μέτρων από την αναιρεσείουσα δεν απέτρεψε το επελθόν ως άνω αποτέλεσμα. Επιπλέον γίνεται αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μεταξύ των άλλων αναφερομένων αποδεικτικών μέσων τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του δικάσαντος τριμελούς Εφετείου, την ανωμοτή κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά. Από την αναφορά αυτή και από τις περιεχόμενες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανωτέρω παραδοχές καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το ως άνω δικαστήριο συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του Εφετείου ως μάρτυρα Ειδικού ιατροδικαστή τοξικολόγου Σ. Τ. και την επ' ακροατηρίου κατάθεση του ετέρου μάρτυρα υπερασπίσεως Σ. Σ. καθώς και τις περιλαμβανόμενες στα αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα έγγραφα υπό την έννοια επισκοπήσεως των οκτώ φωτογραφιών του τμήματος Μεθοδικοτήτων - φωτογραφικού της Διεύθυνσης εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγγραφα ήτοι την με αριθμό .../2003 άδεια οικοδομής το πρώτοκολλο παραδόσεως και παραλαβής οριζοντίου ιδιοκτησίας της πολυκατοικίας όπου συνέβη το ενοίκιο θανατηφόρο εργατικό ατύχημα τα δελτία αποστολής - τιμολόγια τοποθετηθέντων στην οικοδομή εκείνη μαρμάρων, τα τιμολόγια πωλήσεως και δελτία αποστολής της επιχείρησης ΠΛΑΙΣΙΟ για άλλες προοριζόμενες για τα διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής ξύλινες κατασκευές το δελτίο αποστολής - τιμολόγιο της εταιρείας "Σιδηρικά Οικοδομών Λ. Δ. ΟΕ" για χειρολαβές στις θύρες και την από 4/9/2005 έκθεση αυτοψίας του Τεχνικού Επιθεωρητή Σ.Ε.Π.Ε. περιφερειακής Διεύθυνσης ΚΕΠΕΚ Δ.Αττικής. Δεν ήταν ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από τα άνω αποδεικτικά μέσα ειδικώς και στο τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα από αυτά αλλά αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα. Ούτε ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο να στηρίξει την κρίση του λαμβάνοντας υπόψη του άλλα μη αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα όπως η κατά την αστυνομική προανάκριση δοθείσα ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας Σ. Π. και κατά την αστυνομική προανάκριση κατάθεση του ετέρου επίσης στο ακροατήριο εξετασθέντος ως μάρτυρα κατηγορίας T. B. είτε η έκθεση εξέτασης επίσης κατά την αστυνομική προανάκριση του εργαζομένου κατά το ένδικο ατύχημα στην ίδια οικοδομή S. V. , των οποίων άλλωστε δεν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορο υπεράσπισής του κατά την ακροαματική διαδικασία να γίνει ανάγνωσή των. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι από τα αναφερόμενα παραπάνω αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπ'όψη του το δικάσαν Εφετείο έπρεπε να οδηγηθεί σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς την ιδιότητα αυτής ως μοναδικής εκπροσώπου της εταιρείας "Μ. Χ. ΑΤΕ", εν όψει του ότι εκπροσωπούσαν την εν λόγω εταιρεία από κοινού η ίδια και ο εξετασθείς ως μάρτυρας στο ακροατήριο σύζυγός της Σ. Σ. μαζί με τον οποίο απουσίαζαν στην Κεφαλονιά την ημέρα του θανάτου του εργαζομένου στην κατασκευαζόμενη καθώς και ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων για τη λήψη των αναφερομένων μέτρων ασφαλείας στην ως άνω οικοδομή την ημέρα του ατυχήματος ως εκ της αποπερατώσεως των επιβλεπομένων από μηχανικό εργασιών στην εν λόγω τετραόροφη οικοδομή για να υποδεικνύει τα απαιτούμενα να ληφθούν μέτρα ασφαλείας εν όψει της βεβαιώσεως στην προαναφερθείσα οικοδομική άδεια που είχε εκδοθεί για την ανέγερση της από τον αναπληρωτή διευθυντή του πολεοδομικού γραφείου Ελευσίνας ότι είχαν αποπερατωθεί οι οικοδομικές εργασίες και το όλο κτίριο θεωρείται αποπερατωμένο κατά το μέρος που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέες διότι δεν συνιστούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως και στην περίπτωση αυτή υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Επιπροσθέτως δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινισθεί στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως με εντολή ποιού συγκεκριμένου προσώπου εισήλθε ο θανατωθείς κατά την ημέρα που συνέβη το ένδικο ατύχημα εργάτης και ήταν Κυριακή για να εκτελέσει εργασία τοποθετήσεως κιγκλιδωμάτων στον εξώστη τρίτου ορόφου της ως άνω οικοδομής αφού αυτός κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικάσαν Εφετείο είχε προσληφθεί για αυτήν την εργασία από συγγενή της αναιρεσείουσας και δεν ασκούσε επιρροή, για την ευθύνη της για τη μη λήψη των μέτρων ασφαλείας, το γεγονός ότι κατά την ημέρα εκείνη απουσίαζε από την Αθήνα, δεν επικαλείται δε η αναιρεσείουσα ότι απαγορευόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο η είσοδος εργαζομένων στην υπόψη οικοδομή προς εκτέλεση εργασιών. Επομένως, οι επί των ανωτέρω αιτιάσεων στηριζόμενοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη αιτιολογίας ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος από αμέλεια για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και ως προς την παράθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την παραδοχή υπάρξεως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 3 επ. ν1396/1983 στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας ως εκπροσώπου της εταιρείας στην οποία ανήκε η κατασκευαζόμενη από αυτήν την τεχνική εταιρεία οικοδομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης προς λήψη των μέτρων αποτροπής με τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να τηρούνται της πτώσεως του εργαζομένου από το ύψος του εξώστη της οικοδομής και του θανάτου αυτού, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/10/2012 αίτηση της Μ. Χ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της 6130/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Φεβρουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ