Αριθμός 768/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σμυρναίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." όπως ήδη μεταβλήθηκε νομίμως η επωνυμία της "...- ..." υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρείας "..." και το διακριτικό τίτλο "...." λόγω απορροφήσεως της, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκης και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Μούκα, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 108/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1067/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-5-2016 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1194/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο. Εκδόθηκε η 6468/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Mε την από 12.4.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. 1986/231/15.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 6468/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσιβλήτου την από 2.11.2009 και με αριθ. κατάθ. 223093/19.11.2009 αγωγή. Εκδόθηκαν η υπ` αριθ. 108/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και η υπ` αριθ. 1067/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση. Κατά της εφετειακής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 31.5.2016 αίτηση αναιρέσεως και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1194/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποίαν αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, εκδόθηκε δε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : "Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών και ειδικεύεται, μεταξύ άλλων, στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, παρέχοντας τις νομικές του υπηρεσίες σε νομικά πρόσωπα, που συμμετέχουν σε δημοπρατήσεις δημοσίων συμβάσεων, εκπροσωπώντας αυτά δικαστικώς και εξωδίκως. Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εταιρεία με την επωνυμία "... ...", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη..... έχει αντικείμενο την πώληση και την μετά την πώληση τεχνική υποστήριξη των λεωφορείων ...- και ….. στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η εναγόμενη στα πλαίσια εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ), προκειμένου να επιτύχει την προμήθεια προς αυτόν, ως αναθέτοντος φορέα δημοσίων συμβάσεων, λεωφορείων, τα οποία αυτή εμπορευόταν, έλαβε μέρος σε ανάλογους διαγωνισμούς. Ειδικότερα, στις 24 Ιουλίου του 2003 ο ΟΑΣΘ προκήρυξε ανοιχτό διεθνή διαγωνισμό για την προμήθεια 56 αρθρωτών πετρελαιοκίνητων αστικών λεωφορείων με κριτήριο ανάθεσης του διαγωνισμού την πλέον συμφέρουσα από τεχνοοικονομική άποψη προσφορά. Στον εν λόγω διαγωνισμό συμμετείχαν η αρχικώς εναγόμενη εταιρεία, καθώς και οι εταιρείες "....", "..." και "...". Όλες οι προσφορές, οι οποίες υπεβλήθησαν από τις εταιρείες αυτές, έγιναν τυπικά δεκτές από το Δ.Σ. του ΟΑΣΘ, το οποίο κατά την συνεδρίασή του της 23.10.2003 (βλ.......) αποφάσισε να αναδείξει ως ανάδοχο προμήθειας των 56 αρθρωτών αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων την εταιρεία "....", η οποία είχε την προσφορά με την χαμηλότερη τιμή. Η εναγόμενη θεωρώντας ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν σύννομη και ότι ο διαγωνισμός έπρεπε να κατακυρωθεί σε αυτή, άσκησε την από 29.10.2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αίτημα την αναστολή σύναψης σύμβασης μεταξύ του ΟΑΣΘ και της εταιρείας "..." και τη χορήγηση κυρωμένων αντιγράφων της πράξης κατακύρωσης του εν λόγω διαγωνισμού. Συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η με αριθμό 33990/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αίτηση. Ακολούθως η εναγόμενη άσκησε την από 7.11.2003 ενδικοφανή προσφυγή της ενώπιον του ΟΑΣΘ με αίτημα την ακύρωση της από 23.10.2003 απόφασης του ΔΣ του ΟΑΣΘ, η οποία απορρίφθηκε κατά τη συνεδρίαση υπ' αριθ. 41/10.11.2003 του ΔΣ αυτού, στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 17.11.2003 αίτηση ασφαλιστικών περί αναστολής ισχύος των αποφάσεων που ελήφθησαν κατά την συνεδρίαση με αριθμό 40 του ΔΣ του ΟΑΣΘ στις 23.10.2003 και την από 27.11.2003 αγωγή της κατά του ΟΑΣΘ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητώντας αποζημίωση για την υλική και ηθική βλάβη που υπέστη από τη μη κατακύρωση σε αυτή του ανωτέρω διαγωνισμού. Σε απάντηση των παραπάνω δικαστικών ενεργειών, ο ΟΑΣΘ άσκησε σε βάρος της εναγόμενης και των μελών του ΔΣ αυτής την από 10.11.2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αιτούμενος αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που ισχυριζόταν ότι υπέστη από τις προπεριγραφόμενες ενέργειες της εναγόμενης και του ΟΑΣΘ και θεωρώντας η εναγόμενη ότι ο ΟΑΣΘ με τις ανωτέρω ενέργειές του έχει παραβιάσει τα άρθρα 4, 18 και 34 της Οδηγίας 93/38/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς ύδατος, ενέργειας, μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, κατέθεσε την από 10.12.2003 καταγγελία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στη συνέχεια με την από 5.4.2004 προσφυγή της, προσέφυγε κατά του νέου ανοικτού διαγωνισμού, που προκήρυξε ο ΟΑΣΘ στις 26.3.2004 για την προμήθεια 62 αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων, η οποία έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα να προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός με την από 14.4.2004 προκήρυξη, η οποία ήταν ελαφρώς τροποποιημένη σε σχέση με την ακυρωθείσα προκήρυξη. Τον τελευταίο διαγωνισμό προσέβαλε η εναγόμενη με την από 21.4.2004 προσφυγή, η οποία απερρίφθη, και στη συνέχεια άσκησε την από 10.5.2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενη την αναστολή ισχύος της από 14.4.2004 προκήρυξης διαγωνισμού, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθ. 13563/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Μετά την παραπάνω εξέλιξη, η εναγόμενη "..." ήρθε σε επαφή με τον ενάγοντα για την εκ μέρους του παροχή νομικών υπηρεσιών......Σχετικώς καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ των παραπάνω μερών η από 1.6.2004 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, με την οποία, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα : "1.1.......Ο Νομικός Σύμβουλος θα ψάξει να αλλάξει, με τις νομικές του ενέργειες και την γενική υποστήριξη επαφών με το Υπουργείο Μεταφορών, το πλαίσιο των προμηθειών, με το οποίο ο ΟΑΣΘ κάνει τις διαδικασίες υποβολής προσφορών (διαγωνισμούς) και αγορές λεωφορείων σήμερα. Εντός του πλαισίου αυτού θα προσπαθήσει να πετύχει τα κατωτέρω : 1.1.1. Γενικά α) να κάνει τις απαραίτητες επιβεβλημένες ενέργειες, ώστε να τροποποιήσει το Υπουργείο Μεταφορών τον υπάρχοντα νόμο 2892/2001 για να συμμορφωθεί με τις Οδηγίες 93/98/ΕΟΚ και 98/4/ΕΕ, όπως εφαρμόστηκαν στο Ελληνικό Δίκαιο με το άρθρο 1 παρ. 1 του Προεδρικού Διατάγματος 57/2000 και του Προεδρικού Διατάγματος 22/2002, και β) να πετύχει όπως ο έλεγχος και η παρακολούθηση των προμηθειών αστικών λεωφορείων του ΟΑΣΘ γίνεται στο μέλλον απ' ευθείας από το Υπουργείο Μεταφορών. Ως εκ τούτου η Εταιρεία θα είναι σε θέση να συμμετάσχει κάτω από ίσους όρους και μεταχείριση σε δημόσιους διαγωνισμούς του ΟΑΣΘ.". Περαιτέρω, με την ως άνω σύμβαση ανέλαβε ο ενάγων την υποχρέωση, όσον αφορά στον διαγωνισμό του 2003 για 56 αρθρωτά λεωφορεία, να υποστηρίξει περαιτέρω την ήδη καταχωρημένη από την εναγόμενη από 10.12.2003 καταγγελία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά δε τον έτερο διαγωνισμό του 2004 για 62 solo λεωφορεία, να καταθέσει νέα επίσημη καταγγελία εκ μέρους της εναγόμενης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως προς την αμοιβή του ενάγοντος, στο άρθρο 5 της σύμβασης, συμφωνήθηκε ότι : α) Για τις νομικές ενέργειες, οι οποίες αναφέρονται υπό 1.1.1, θα λάβει 10.000 ευρώ, καθαρά, β) Για τις νομικές ενέργειες, οι οποίες αναφέρονται υπό 1.1.2 θα λάβει 25.000 ευρώ, καθαρά, γ) Για τις νομικές ενέργειες, οι οποίες αναφέρονται υπό 1.1.3, θα λάβει 5.000 ευρώ, καθαρά. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι εφόσον οι ανωτέρω ενέργειες οδηγήσουν σε ένα επιτυχές αποτέλεσμα για την "Εταιρεία", ο "Νομικός Σύμβουλος θα δικαιούται μία πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας, η οποία θα αντιστοιχεί σε ποσοστό 2% επί της τιμής κάθε λεωφορείου για κάθε διαγωνισμό που θα κατακυρωθεί στην Εταιρεία από τον ΟΑΣΘ.". Ακολούθως, ο ενάγων, σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης, προέβη σε μία σειρά νομικών ενεργειών, ώστε να διεκπεραιώσει τα ζητήματα που είχαν ανακύψει. Ειδικότερα, στα πλαίσια υποστήριξης της με αριθμό 5282/2003 καταγγελίας πραγματοποίησε επανειλημμένως παραστάσεις στην έδρα της αρμόδιας Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, εκπροσωπώντας την εναγόμενη, για τις ενέργειές του δε αυτές του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την ανωτέρω σύμβαση αμοιβές. Στις 15.10.2004 ο ΟΑΣΘ προκήρυξε νέο ανοικτό διεθνή διαγωνισμό για την προμήθεια 109 καινούριων αρθρωτών αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων. Στο διαγωνισμό αυτό δεν έλαβε μέρος η εναγόμενη εταιρεία "...", σταθμίζοντας το γεγονός ότι η συμμετοχή της δεν θα είχε επιτυχή έκβαση, λόγω της δικαστικής της διαμάχης με τον ΟΑΣΘ, αλλά η μητρική της εναγόμενης αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη …. και η οποία κατέχει ποσοστό 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης. Ο διαγωνισμός διεξήχθη στις 12.1.2005 και το ΔΣ του ΟΑΣΘ στην υπ' αριθ. 5/3.2.2005 συνεδρίασή του κατακύρωσε τον διαγωνισμό στις εταιρείες "..." και "...", ως εξής: Ογδόντα (80) λεωφορεία κατακυρώθηκαν στην εταιρεία "..." και είκοσι εννέα (29) λεωφορεία κατακυρώθηκαν στην εταιρεία "...", η οποία στις 14.2.2005 υπέγραψε τη σχετική σύμβαση προμήθειας των ως άνω λεωφορείων με τον ΟΑΣΘ. Συνοψίζοντας τα παραπάνω, ο από 15.10.2004 διαγωνισμός κατακυρώθηκε στην εταιρεία "...", δηλαδή στην μητρική της εναγόμενης εταιρείας, ενώ η από 1.6.2004 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης εταιρείας (θυγατρικής), που δεν συμμετείχε στο διαγωνισμό. Στο σημείο αυτό λεκτέα τα εξής : Η εναγόμενη εταιρεία και η εταιρεία με την επωνυμία "...", αποτελούν εταιρείες που τελούν σε σχέση θυγατρικής και μητρικής, αντίστοιχα, ανήκουν δε στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων "..."....... Ο εκκαλών ψέγει την εκκαλούμενη, διότι εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό του περί άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εναγόμενης, ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη σε βάρος της μητρικής της εταιρείας. Από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε δικό της μετοχικό κεφάλαιο και εταιρική περιουσία, δική της οργανωτική δομή που είχε καταστρωθεί με βάση τις δικές της λειτουργικές ανάγκες, δικό της επιχειρηματικό σχέδιο, δικά της όργανα διοικήσεως και εκπροσωπήσεως, διακριτά αυτών της μητρικής της, δικό της ισολογισμό, δική της έδρα και εν γένει ταμειακή, λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια έναντι της μητρικής, από κανένα δε άρθρο του από 1.6,2001 καταστατικού της προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησής της τελούσαν υπό την έγκριση της μητρικής ή ότι το Δ.Σ. αυτής λάμβανε εντολές 'και οδηγίες από την τελευταία για την εκτέλεση των καθηκόντων του, ενώ και συναλλακτικά συμβαλλόταν με το δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, μετέχοντας ιδίω ονόματι και για λογαριασμό της σε διάφορους διαγωνισμούς (ως εν προκειμένω). Στην ένδικη από 1.6.2004 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών συμβλήθηκε με τον ενάγοντα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, στο δικό της όνομα και για λογαριασμό της, ως αυτοτελής φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, προς επίτευξη του δικού της εταιρικού σκοπού, χωρίς να αναμειχθεί η μητρική εταιρεία σε οποιαδήποτε νομική σχέση (εντολή, πρόστηση, συναίνεση, έγκριση κλπ), αποδεικτικό δε της παραπάνω κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι η εναγόμενη κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων στον ενάγοντα την συμφωνηθείσα κατ' αποκοπή αμοιβή του για τις νομικές ενέργειες που αναφέρονταν στα υπό στοιχείο 1.1.1, 1.1.2 και 1.1.3 του από 1.6.2004 συμφωνητικού (βλ....). Ούτε είναι δυνατό να οδηγήσει στην κατάφαση της άρσης της νομικής προσωπικότητας της εναγόμενης εταιρείας, το γεγονός ότι στο διοικητικό συμβούλιό της μετέχει κατά ποσοστό 100% η μητρική εταιρεία "...", διότι τούτο είναι δυνατό να συμβαίνει σε εταιρείες του ίδιου ομίλου, η συμμετοχή δε αυτή προσδιορίζει το βαθμό ελέγχου της θυγατρικής από την μητρική- ελέγχουσα επιχείρηση, αναφορικά με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μετόχων της και των τρίτων συναλλασσόμενων, όμως η άσκηση ελέγχου από μόνη της, δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της μητρικής εταιρείας, για τις υποχρεώσεις της θυγατρικής της, αλλά συνεκτιμάται με τους λοιπούς οικονομικούς, νομικούς και οργανωτικούς δεσμούς που συνδέουν τη μητρική με τη θυγατρική επιχείρηση και διαφοροποιούνται ανά περίπτωση, κυρίως στην περίπτωση παράβασης κανόνων του δικαίου ανταγωνισμού και όχι στο εταιρικό και αστικό δίκαιο, όπου ο θεσμός της άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας, αποτελεί την εξαίρεση και εφαρμόζεται υπό αυστηρές προϋποθέσεις (βλ....) Στην προκειμένη δε περίπτωση από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ο έλεγχος που ασκούνταν από τη μητρική στη θυγατρική και η εξάρτηση μεταξύ αυτών, ήταν τέτοιου είδους που θεμελίωνε ευθύνη της πρώτης από τις νομικές ενέργειες της δεύτερης, ούτε ότι η μητρική εταιρεία ασκούσε αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής, ανατρεπομένου έτσι του μαχητού τεκμηρίου, λόγω της συμμετοχής της πρώτης στο κεφάλαιο της δεύτερης σε ποσοστό 100%. Εξάλλου, ούτε η δημοσίευση ενοποιημένων ισολογισμών οδηγεί στην κρίση περί άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της εναγόμενης, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την εταιρεία "...", τελεί σε σχέση μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, οπότε με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4308/2014 καθίσταται υποχρεωτική η σύνταξη ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, ώστε κάθε μέτοχος και τρίτος να είναι σε θέση να λαμβάνει γνώση της πραγματικής οικονομικής κατάστασης αυτού (ομίλου)........ Επίσης, αναφορικά με το δεύτερο λόγο της έφεσης, που συνέχεται ευθέως με τον πρώτο λόγο της έφεσης και ψέγει την εκκαλουμένη, διότι εσφαλμένα και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ότι η συμπεριφορά της εναγόμενης να επικαλεστεί την αυτοτέλεια του νομικού της προσώπου έναντι της μητρικής της εταιρείας "...", στην οποίαν κατακυρώθηκε ο επίδικος διαγωνισμός συνιστά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και συνιστά κατάχρηση κατ' άρθρο 281 ΑΚ, προκειμένου να μην εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή της προς καταβολή της πρόσθετης αμοιβής του ενάγοντος, με βάση τα παραπάνω, ο οποίος σημειωτέον προτάθηκε απαραδέκτως στον πρώτο βαθμό με την από 1.2.2013 προσθήκη- αντίκρουση του ενάγοντος, τυγχάνει ουσία αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν αποδείχτηκε ότι εν προκειμένω υφίσταται κατάχρηση θεσμού, ούτε καταστρατήγηση του νόμου εκ μέρους της εναγόμενης, ώστε να προκληθεί δολίως ζημία σε τρίτο ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι τρίτων, εφόσον κατά την κατάρτιση του από 1.6.2004 συμφωνητικού η εναγόμενη δεν ενεργούσε ως εντολοδόχος της μητρικής της, ούτε δρούσε ως φαινόμενη έμπορος, με καλυπτόμενη και πραγματικά συμβαλλόμενη την τελευταία. (...).....". Με τις πραγματικές αυτές παραδοχές, επί των οποίων στήριξε την απορριπτική της εφέσεως κρίση του, το δικάσαν Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού ότι δεν υφίσταται κατάχρηση θεσμού της νομικής προσωπικότητας, ούτε καταστρατήγηση του νόμου εκ μέρους της εναγόμενης, προκειμένου να μην εκπληρώσει η τελευταία την συμβατική της υποχρέωση προς καταβολή πρόσθετης αμοιβής στον ενάγοντα για την κατακύρωση της προμήθειας των 29 λεωφορείων στον ΟΑΣΘ στην μητρική της εταιρεία με την επωνυμία "...", με τις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές ότι η από 1.6.2004 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και της εναγόμενης- θυγατρικής εταιρείας "... ..", στη θέση της οποίας υπεισήλθε νόμιμα ως καθολική διάδοχος η ήδη αναιρεσίβλητη "...- ...", τους οποίους (ενάγοντα- εναγόμενη) και μόνο αφορούσε και δέσμευε, ότι ο από 12.1.2005 διαγωνισμός του ΟΑΣΘ δεν κατακυρώθηκε στην εναγόμενη, η οποία και δεν συμμετείχε στον διαγωνισμό, αλλά στην ως άνω εταιρεία "...", η οποία και προμήθευσε τελικώς τα 29 λεωφορεία στον ΟΑΣΘ, και επομένως δεν δικαιούται ο ενάγων της πρόσθετης αμοιβής που προέβλεπε η ως άνω σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών για την περίπτωση προμήθειας λεωφορείων εκ μέρους της εναγόμενης προς τον ΟΑΣΘ και ότι η άρνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής από την εναγόμενη, επικαλούμενη την νομική της αυτοτέλεια έναντι της ως άνω μητρικής της εταιρείας, εφόσον δεν διαγνώστηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατάχρηση του θεσμού της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή καταστρατήγηση του νόμου με την ύπαρξη στοιχείων δολιότητας και εσκεμμένων ενεργειών για την πρόκληση ζημίας σε τρίτο ή αποφυγή εκπλήρωσης των απορρεουσών από το ως άνω από 1.6.2004 συμφωνικό υποχρεώσεων της εναγόμενης, η οποία δεν ενεργούσε ως εντολοδόχος της μητρικής της, ούτε ως φαινόμενη έμπορος με καλυπτόμενη και πραγματικά συμβαλλόμενη την τελευταία, επιπλέον δε υπήρχε αποχρών λόγος για τη μη συμμετοχή της (εναγόμενης) στον διαγωνισμό, αφού λόγω της εκκρεμούς διένεξής της με τον ΟΑΣΘ δεν θα είχε επιτυχή έκβαση η συμμετοχή της, δεν συνιστά παραβίαση των αρχών του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου ως άνω λόγου της αίτησης για εσφαλμένη εκτίμηση των ισχυρισμών της, που αφορούσαν την άρση της νομικής προσωπικότητας της μητρικής ως άνω εταιρείας, είναι απαράδεκτες, καθότι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ` αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 1195/2018, 923/2017, 128/2013, 1054/2010). Η αναίρεση τελεσίδικης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο (αρ. 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι ολική και, επομένως, παύει αυτή να έχει την από το άρθρο 321 επ. ΚΠολΔ ισχύ δεδικασμένου, με συνέπεια οι διάδικοι να επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξ υπαρχής, δεσμευόμενο μόνο από τα όρια που διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση (άρθρα 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 ΚΠολΔ). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, με την 1194/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου η με αριθ. 1067/2015 προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα, λόγω αδυναμίας ελέγχου της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοζόμενους κανόνες δικαίου εξ αιτίας ασαφών, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, χωρίς να αμφισβητηθεί το εννοιολογικό περιεχόμενο των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν. Κατ` ακολουθίαν, εφόσον η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), το Εφετείο, με το να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και να απορρίψει με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια της μη συμμόρφωσής του προς την αναιρετική απόφαση γι` αυτό και ο τρίτος λόγος της αίτησης από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.4.2021 και αριθ. κατάθ. 1986/231/15.4.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6468/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ