Αριθμός 1673/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ............................, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, για αναίρεση της με αριθμό 548/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Με συγκατηγορούμενο τον .................... Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Κρήτης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1583/2006. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 365 του ΚΠΔ συνάγεται ότι, ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα, δεν αναγνωσθεί ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρα του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Αντίθετα δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα όταν το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρα της προδικασίας και αν ακόμη δεν βεβαίωσε ότι η εμφάνιση του ήταν αδύνατη, εφόσον ο κατηγορούμενος δεν αντέλεξε στην ανάγνωση αυτή. Εξάλλου, η ανάγνωση και η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που έχει ληφθεί στην προδικασία, παραβιάζει δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ.3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ν.δ. 53/74) και το άρθρο 14 παρ.3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν.2462/97), να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορία, και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, εντεύθεν δε ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση, πλην άλλων, ότι η ανάγνωση της καταθέσεως εκείνης έγινε παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της προσβαλλόμενης υπ΄αριθμ. 548/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης προβάλλεται, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου της κρινομένης αίτησης, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή αναγνώσθηκαν κατ' αυτήν οι ένορκες καταθέσεις, που λήφθηκαν στην προδικασία, απόντων μαρτύρων χωρίς να υποβληθεί σχετική αίτηση και να διαπιστωθεί αδυναμία εμφανίσεως τούτων και έτσι παραβιάστηκε το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις προς τους ανωτέρω μάρτυρες. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όπως έχει διατυπωθεί, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στην προδικασία. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά πόυ προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνεπώς, ο υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ Κ.Π.Δ., σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου ως προς τί προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης στα πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι από το σκεπτικό αυτής δεν προκύπτει με σαφήνεια σε ποιά πρακτικά συνεδρίασης αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας ή στα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης. Και τούτο, διότι από το διαλαμβανόμενο στο προοίμιο του σκεπτικού αυτής, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, προς σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του: α) τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και β) στη συνέχεια τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, προκύπτει αναντίρρητα ότι η αναφορά στα τελευταία πρακτικά αφορά τα πρακτικά της διεξαχθείσας στο Εφετείο δίκης, εφ΄ ης η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά την έννοια των άρθρων 171 παρ. 1 δ΄, 329, 331 παρ. 1, 333, 365, 369 και 510 παρ. 1Α Κ.Π.Δ., δεν επέρχεται η, συνιστώσα λόγο αναίρεσης, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν επαρκώς προσδιορίζονται και εντεύθεν διαπιστώνεται η ταυτότητα καθεμιάς από τις αναγνωσθείσες δημοσίως ένορκες καταθέσεις, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του δικαστηρίου. Συνεπώς, ο κατ΄ εκτίμηση του αναιρετηρίου οικείος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1Α΄ ΚΠΔ, σύμφωνα με τον οποίον επήλθε απόλυτη ακυρότητα της επ΄ ακροατηρίου διαδικασίας, γιατί αναγνώσθηκαν οι: 1) από ............... έκθεση ένορκης κατάθεσης μάρτυρα με διερμηνέα, 2) η από ............... έκθεση ένορκης κατάθεσης με διερμηνέα, 3) η από .............. έκθεση ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, 4) η από ......... έκθεση ένορκης εξέτασης με διερμηνέα, που δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους, αφού δεν αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων που έχουν εξετασθεί, πρέπει ως αβάσιμος, να απορριφθεί, διότι, με την ανωτέρω αναφορά των προεκτεθεισών ενόρκων καταθέσεων, επαρκώς καθορίζεται, ως προς το περιεχόμενό τους, η ταυτότητα αυτών, δεδομένου και του ότι, με τη σειρά ανάγνωσής τους, κατέστησαν γνωστές στον αναιρεσείοντα, που είχε συνακόλουθα την δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το περιεχόμενό τους. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, επίσης, κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου αυτής, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη έγγραφο της πλοιοκτήτριας εταιρείας, που ήταν ναυτολογημένος ο αναιρεσείων, το οποίο ο τελευταίος κατέθεσε κατά την ακροαματική διαδικασία, και αναγνώσθηκε, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει η υποβολή τέτοιου εγγράφου και αιτήματος να αναγνωσθεί αυτό. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του ............................, για αναίρεση της 548/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ