Αριθμός 1020/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2) Χ. Π. του Γ., 3) Α. Π. του Γ., κατοίκων ..., 4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «S..C.. P. V. I. S..A.., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο Αργυριάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ... 3) Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανωλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «Ε. Π. - Τ. «Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Β. Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Φακή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Τ. του Ι., κατοίκου ... 3) Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μανωλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «Ε. Π. - Τ. «Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαναστασίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2014 αγωγή των υπό στοιχεία Α και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12452/2017 μη οριστική και 12461/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2053/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 11/6/2021 αίτησή τους και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 18/6/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 11-6-2021 (υπό στοιχείο Α') αίτησης αναίρεσης των 1)Γ. Π., 2)Χ. Π., 3)Α. Π. και 4)ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «S..C.. P. V. I. S..A.. («Π. Β. Ι. Α..Ε..) κατά των 1) Π. Π., 2)Δ. Τ., 3)Χ. Μ. και 4) εταιρίας με την επωνυμία «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ", και β) της από 18-6-2021 (υπό στοιχείο Β') αίτησης αναίρεσης της Β. Π. κατά των 1) Π. Π., 2)Δ. Τ., 3)Χ. Μ. και 4) εταιρίας με την επωνυμία «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, με αριθμό 2053/2020, τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Από τα άρθρα 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, το έννομο δε αυτό συμφέρον λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και η έλλειψή του οδηγεί στην απόρριψη της αιτήσεως ως απαράδεκτης. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναιρέσεως προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υφίσταται ο διάδικος που επιδιώκει τον έλεγχο της αποφάσεως εν σχέσει με τον αντίδικό του, η ύπαρξη δε τέτοιας βλάβης κρίνεται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως άμεση συνέπεια της αποφάσεως λόγω δυσμενών αιτιολογιών (Α.Π. 506/2013). Οι ως άνω από 11-6-2021 και 18-6-2021 ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 2053/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε επί της από 5-11-2018 έφεσης των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 1246/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 17-11-2014 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (2053/2020 Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η από 17-11-2014 αγωγή τους, απορρίφθηκε αυτή ως προς την τέταρτη ενάγουσα ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη εταιρία «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ" ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε εν μέρει δεκτή ως προς τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους Π. Π., Δ. Τ., Χ. Μ. υποχρεώνοντας τους εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες Β. Π., Γ. Π., Χ. Π. και ανώνυμη εταιρία «S..C.. P. V. I. S..A.. να καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, το συνολικό ποσό των 296.000 ευρώ στον Π. Π., των 208.000 ευρώ στον Δ. Τ. και των 59.000 ευρώ στον Χ. Μ., νομιμοτόκως, απαγγέλοντας σε βάρος των προαναφερομένων εναγομένων φυσικών προσώπων προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και καταδικάζοντάς τους σε μέρος των δικαστικών εξόδων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας των ως άνω εναγόντων. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση (2053/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης) απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς μεν την ενάγουσα εταιρία «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ" ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη καθ'όλων των εναγομένων ήδη αναιρεσειόντων, ως προς δε τους λοιπούς ενάγοντες Π. Π., Δ. Τ., Χ. Μ. ήδη πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων κατά του τρίτου αναιρεσείοντος Α. Π.. Επομένως δεν έχουν έννομο συμφέρον, υπό την προεκτεθείσα έννοια, για την άσκηση των ένδικων αιτήσεων αναιρέσεως α) ο τρίτος αναιρεσείων της υπό στοιχείο Α από 11-6-2021 αίτησης αναίρεσης Α. Π. καθ' όλων των αναιρεσιβλήτων αφού δεν είναι ηττηθείς διάδικος καθ' όσον με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η σε βάρος του αγωγή τους και στο διατακτικό της δεν διαλαμβάνεται δυσμενής σε βάρος του διάταξη, ούτε αυτός επικαλείται άλλο έννομο συμφέρον για την άσκησή της, και β) οι αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρίας «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ", αφού δεν είναι ηττηθέντες διάδικοι, καθ'όσον με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η σε βάρος τους αγωγή της, και δεν διαλαμβάνεται στο διατακτικό της δυσμενής σε βάρος τους διάταξη, ούτε δε αυτή επικαλούνται άλλο έννομο συμφέρον για την άσκησή της. Επομένως, Α) η από 11-6-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα, Α. Π., καθ' όλων των αναιρεσιβλήτων και Β) 1)η από 11-6-2021 αίτηση αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες Γ. Π., Χ. Π. και Π. Π., πρώτο, δεύτερο και τέταρτη των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης εταιρίας «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ και 2) η από 18-6-2021 αίτηση αναίρεσης της Β. Π., κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, της εταιρίας «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ", είναι απαράδεκτες λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την άσκησή τους και συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να απορριφθούν, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτες, και να καταδικαστούν οι ως άνω αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τα λοιπά οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα). Κατά το άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δ., δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 του ίδιου Κώδικα, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες. Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα, το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή, ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), που αφορά στη συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 1255/2015, Α.Π. 1550/2010). Έτσι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων αυτών, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δηλαδή, εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των ίδιων διαδίκων (Α.Π. 108/2019, Α.Π. 59/2019, Α.Π. 1218/2019). Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1 β' του Κ.Πολ.Δ., νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, η ενεργητική και η παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου, ως διαδικαστική προϋπόθεση της διεξαγωγής της δίκης, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δεδικασμένου, εφ' όσον στη νέα μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη, πρόκειται για την αυτή έννομη σχέση. Η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι, σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει, αν, ορθώς ή εσφαλμένως, έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο. Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή διορθωθεί ή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής ( Α.Π. 524/2021, Α.Π. 190/2008). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, με σαφήνεια, το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, ενόψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για το δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή, την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων για το δεδικασμένο, σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ήτοι, αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών, ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (Α.Π. 846/2018). Αν η κρίση για το δεδικασμένο στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή όχι του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 7/2013, Α.Π. 1218/2018, Α.Π. 456/2018, Α.Π. 869/2017, Α.Π. 1255/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 11-6-2021 (υπό στοιχείο Α') αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την 11792/2014 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-7-2011 (...) προγενέστερη αγωγή των Π. Π., Δ. Τ. και Χ. Μ. κατά των ήδη εναγομένων, ως απαράδεκτη, παρότι υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, ιστορικής και νομικής αιτίας. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των κάτωθι διαδικαστικών εγγράφων προέκυψαν τα εξής: Α) Οι 1) Π. Π., 2)Δ. Τ. και 3) Χ. Μ. ήγειραν κατά των 1) Β. Π., 2) Γ. Π., 3) Χ. Π., 4) Α. Π. και 5)ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «S..C.. P. V. I. S..A.. («Π. Β. Ι. Α..Ε..) την από 10-7-2011 (...) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, επικαλούμενοι αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά των εναγομένων (απάτη), ζητούσαν να υποχρεωθούν αυτοί να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση, το συνολικό ποσό των 255.000 στον πρώτο, των 223.000 ευρώ στον δεύτερο και των 56.000 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών, καθώς και το ποσό των 150.000 ευρώ στον πρώτο, των 120.000 ευρώ στον δεύτερο και των 20.000 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ειδικότερα στο δικόγραφο της πρώτης αυτής από 10-7-2011 αγωγής τους οι εκεί ενάγοντες ιστορούσαν τα εξής: " ότι είναι συνεργάτες και δραστηριοποιούνται στον τομέα των εργολαβικών κατασκευών και ότι στις αρχές του έτους 2008, ενόψει του δεδηλωμένου ενδιαφέροντός τους να προχωρήσουν σε αγορές οικοπέδων στη ... με σκοπό την επέκταση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας στην ως άνω χώρα, ήρθαν σε επαφή με την πρώτη εναγομένη, η οποία τους συστήθηκε ως το πλέον κατάλληλο άτομο για να τους συνδράμει στην ανεύρεση τέτοιων ακινήτων, αφού αυτή δραστηριοποιούταν στη ... στο εν λόγω αντικείμενο και ήταν σε θέση να τους προτείνει με ασφάλεια οικόπεδα προς αγορά σε πολύ καλές περιοχές και σε ανταγωνιστικές σε σχέση με την αξία και την προοπτική εκμετάλλευσής τους, τιμές. Ότι μετέβησαν επανειλημμένα στη ..., όπου η πρώτη εναγομένη τους έφερε σε επαφή με τα λοιπά εναγόμενα φυσικά πρόσωπα και συνεργάτες της, αυτή δε από κοινού με τον δεύτερο εναγόμενο τους επέδειξαν τα περιγραφόμενα ακίνητα, όλοι δε οι εναγόμενοι εκθείαζαν τα προς πώληση ακίνητα ως δήθεν προνομιακά, ως κατάλληλα προς ανοικοδόμηση και με μεγάλες προσδοκίες για την άνοδο της αξίας τους, λόγω της βέβαιης αξιοποίησης στο εγγύς μέλλον της περιοχής όπου βρίσκονταν. Ότι αυτοί, πειθόμενοι από τις διαβεβαιώσεις των αντιδίκων τους, αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αγορές ακινήτων, αφού, μάλιστα, προηγουμένως οι δύο πρώτοι από αυτούς συνέστησαν την αναφερόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με σκοπό την αγορά ακινήτων. Ότι η πέμπτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, μέτοχος της οποίας, κατά ποσοστό 99,848% είναι ο τέταρτος εναγόμενος, εκπροσωπούμενη νόμιμα από τον τρίτο εναγόμενο, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στους ενάγοντες, δυνάμει των από 9-8-2008 και 3-10-2008 προσυμφώνων, ακίνητα, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του Δήμου Frumusani και δη α) στον πρώτο από αυτούς, επτά (7) οικόπεδα των 500 τ.μ. αντί συνολικού τιμήματος 98.000,00 ευρώ, το οποίο είχε προκαταβάλλει στην πρώτη εναγομένη, β) στον δεύτερο από αυτούς, δύο (2) οικόπεδα της ίδιας έκτασης, αντί συνολικού τιμήματος 28.000,00 ευρώ, το οποίο είχε προκαταβάλλει στην πρώτη εναγομένη και γ) στον τρίτο από αυτούς, τέσσερα (4) οικόπεδα της ίδιας έκτασης, αντί συνολικού τιμήματος 56.000,00 ευρώ, το οποίο είχε προκαταβάλλει στην πρώτη εναγομένη, με τη δέσμευση του διαχωρισμού του ευρύτερης έκτασης ακινήτου, εντός του οποίου βρίσκονταν τα ακίνητα, σε μικρότερα οικόπεδα μέχρι την 31-7-2009, χωρίς μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής να έχουν καταρτιστεί τα οριστικά συμβόλαια. Ότι ο πρώτος ενάγων, χωρίς να έχει συνταχθεί αντίστοιχο προσύμφωνο συμβόλαιο, κατέβαλε την 7-1-2009 στην πρώτη εναγομένη και το επιπλέον ποσό των 14.000,00 ευρώ για την αγορά και έτερου οικοπέδου στην ίδια περιοχή, η δε τελευταία είχε αναλάβει τη μεταφορά και το διαμοιρασμό των χρηματικών ποσών μεταξύ των λοιπών εναγόμενων και των εταιριών τους. Ότι οι εναγόμενοι τους υποδείκνυαν συγκεκριμένα ακίνητα, κείμενα σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από τον κεντρικό δρόμο, παρότι γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι για την έγκριση του υποβληθέντος από αυτούς σχεδίου διαχωρισμού της ανωτέρω έκτασης και του τρόπου διαχωρισμού του από τις ρουμανικές αρχές, λόγο, άλλωστε, για τον οποίο συμπεριλήφθηκε στα ανωτέρω προσύμφωνα σχετικός όρος, σύμφωνα με τον οποίο αυτοί ως αγοραστές αποδέχονταν την πιθανότητα η τελική θέση και αύξων αριθμός των οικοπέδων να μην συμφωνούν επακριβώς με τη θέση και τον αριθμό που τους υποδείχθηκε στο σχέδιο διαχωρισμού, που τελούσε υπό την έγκριση των τεχνικών υπηρεσιών του Δημαρχείου Frumusani και των αρμόδιων υπηρεσιών, ωστόσο η διάταξη των οικοπέδων, ο συνολικός αριθμός και το συνολικό εμβαδόν των 500 τ.μ. ανά οικόπεδο θα παρέμεναν ίδια. Ότι μολονότι οι εναγόμενοι τους καθησύχασαν σχετικά με τον όρο αυτό, αναφέροντας ότι είναι τυπικός και τους διαβεβαίωναν ότι ο διαχωρισμός θα επιτευχθεί, όπως τους είχαν υποσχεθεί, αφού επρόκειτο για απλή διαδικασία, ενόψει της εμπειρίας τους και της επιτυχούς τελεσφόρησης παρόμοιων υποθέσεών τους και στο παρελθόν, τελικά αντιλήφθηκαν ότι είχαν καταβάλει χρήματα για την αγορά παρόμοιων, με τα υποδεικνυόμενα σε έκταση, τεμαχίων, αλλά σε διαφορετική θέση, ήτοι περίπου 2 χλμ. μακριά από το δρόμο και χωρίς πρόσοψη σε δημόσια οδό, μηδαμινής αξίας, άλλως όχι αντίστοιχης των προσδοκιών τους. Ότι την 29-7-2008, δυνάμει συμβολαίου αγοραπωλησίας, η πέμπτη εναγομένη μεταβίβασε κατά πλήρες δικαίωμα ιδιοκτησίας στην ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που οι δύο πρώτοι εξ αυτών (εναγόντων) είχαν συστήσει, το ειδικότερα περιγραφόμενο ακίνητο στην τοποθεσία Satul Dragomiresti Deal, αντί συνολικού τιμήματος 338.000,00 ευρώ, από το οποίο, καταβλήθηκαν, ποσό 195.000,00 ευρώ από τον δεύτερο (ενάγοντα) προς την πρώτη εναγόμενη και ποσό 143.000,00 ευρώ από τον πρώτο (ενάγοντα) προς την τελευταία, πλην, όμως, το εν λόγω ακίνητο δεν είναι δυνατόν να το εκμεταλλευθούν, αφού η περιοχή, όπου κείται, είναι χαρακτηρισμένη από τις ρουμανικές αρχές ως ζώνη πλημμύρας, χωρίς να είναι δυνατός ο αποχαρακτηρισμός της, αφού το ακίνητο βρίσκεται σε ζώνη πόλντερ και περιλαμβάνεται στο πλάνο κινδύνου της υπηρεσίας εκτάκτων αναγκών, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενοι, πλην, ψευδώς τους διαβεβαίωναν ότι το ακίνητο είναι κατάλληλο προς ανοικοδόμηση. Ότι οι εναγόμενοι, ενήργησαν από κοινού κατά τον περιγραφόμενο τρόπο εν γνώσει της αναλήθειας των δηλώσεών τους, αφού γνώριζαν ότι τα ακίνητα που τους υποδείκνυαν ήταν παντελώς άχρηστα και δεν είχαν οποιαδήποτε αγοραστική αξία ή έστω ότι ήταν μηδαμινής αξίας και πάντως όχι αντίστοιχης των προσδοκιών και επιθυμιών τους, όπως τις είχαν εκφράσει, προέβησαν δε στην πράξη αυτή με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας τους. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος, α) στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 255.000 (98.000 +14.000 + 143.000) ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 223.000 (28.000 +195.000) ευρώ και στον τρίτο εξ αυτών, το ποσό των 56.000 ευρώ, νομιμοτόκως και β) στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 150.000 ευρώ, στον δεύτερο, το ποσό των 120.000 ευρώ και στον τρίτο, το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αντίστοιχα". Β) Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 11792/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή "ως απαράδεκτη, αναφορικά με την επικαλούμενη εξαπάτηση των εναγόντων από τους εναγόμενους σε σχέση με τα ακίνητα στην περιοχή του Δήμου Frumusani, λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι "τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, με τα οποία επιχειρούν οι ενάγοντες να θεμελιώσουν την επικαλούμενη αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά των αντιδίκων τους, δεν επαρκούν για τη στοιχειοθέτηση της εκ μέρους τους διάπραξης απάτης, δεδομένου ότι δεν καθίσταται σαφής η περιουσιακή βλάβη, με την έννοια της κατ'άρθρο 914 ΑΚ ζημίας, την οποία δήθεν υπέστησαν και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη διατυπωμένη στα επίμαχα προσύμφωνα δήλωση βούλησής τους περί αγοράς ακινήτων, στην οποία (δήλωση) δεν θα προέβαιναν αν δεν είχαν πειστεί από τις αναφερόμενες ψευδείς διαβεβαιώσεις των εναγόμενων. Ειδικότερα......δεν εξειδικεύονται τα αντικειμενικά εκείνα στοιχεία δυνάμει των οποίων προκύπτει ότι κατέβαλαν χρήματα για διαφορετικά από τα υποδειχθέντα ακίνητα". Περαιτέρω, κρίθηκε ότι "δεν προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή περιστατικά ότι τελικά (η πέμπτη εναγομένη) τους μεταβίβασε άλλα από τα υπεσχημένα ακίνητα και, μάλιστα υποπολλαπλάσιας αξίας, δοθέντος ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα καταρτίστηκαν τα οριστικά συμβόλαια αγοραπωλησίας,......, από το περιεχόμενο των οποίων (συμβολαίων) θα ήταν δυνατό να συναχθεί τυχόν ζημία τους σε περίπτωση κατά την οποία με αυτά η πέμπτη εναγομένη μεταβίβαζε τελικά κατά κυριότητα διαφορετικά ακίνητα από αυτά που είχαν υποδειχθεί και είχε αναλάβει την υποχρέωση να μεταβιβάσει. Επίσης, οι ενάγοντες ουδόλως εκθέτουν ότι, παρά τις επικαλούμενες διαβεβαιώσεις των εναγόμενων φυσικών προσώπων περί μεταβίβασης των συγκεκριμένων οικοπέδων, λόγω της βέβαιης έγκρισης του σχεδίου και του τρόπου διαχωρισμού της έκτασης, όπως υποβλήθηκε από τους τελευταίους, δεν πραγματοποιήθηκε ενδεχομένως ο διαχωρισμός των οικοπέδων μέχρι την ταχθείσα στα προσύμφωνα ημερομηνία ή έστω μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής...Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι οι ενάγοντες πράγματι ζημιώθηκαν από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δεν διευκρινίζουν κατά τρόπο ανενδοίαστο το ακριβές ύψος της ζημίας τους, δεδομένου ότι με την επιλογή τους να επιδιώξουν αποζημίωση λόγω της επικαλούμενης απατηλής συμπεριφοράς των εναγομένων και όχι την ακύρωση των προσυμφώνων με ταυτόχρονη αξίωση απόδοσης των παροχών τους, θα έπρεπε να αποσαφηνίζουν την πραγματική αξία των ακινήτων για τα οποία κατέβαλε ο καθένας τους το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, προκειμένου να κριθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας αυτών και του τιμήματος που κατέβαλαν για τα ακίνητα που αντίθετα τους είχαν υποδειχθεί και είχε προσυμφωνήσει η πέμπτη εναγόμενη να τους μεταβιβάσει κατά κυριότητα, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν ζητείται και η ακύρωση των προσυμφώνων, δεν δύναται να αναζητηθεί ως αποζημίωση η επιστροφή του αντίστοιχου τιμήματος που καταβλήθηκε για την αγορά των επίμαχων ακινήτων, το οποίο συνιστά αρνητικό διαφέρον, αλλά μόνο το θετικό διαφέρον από την επικαλούμενη μη εκπλήρωση των συμβάσεων αυτών,..". Περαιτέρω, αναφορικά με την επικαλούμενη απατηλή συμπεριφορά σε βάρος των δύο πρώτων εναγόντων Π. Π. και Δ. Τ. ως προς το ακίνητο στην περιοχή Satul Dragomiresti Deal, η κρινόμενη αγωγή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των τελευταίων (πρώτου και δεύτερου των εναγόντων) προς άσκησή της, δεχόμενο το Δικαστήριο ότι "η επικαλούμενη περιουσιακή βλάβη......δεν επήλθε στο πρόσωπο των δύο πρώτων εναγόντων, αλλά τη βλάβη αυτή, εφόσον υποτεθεί αληθής, υφίσταται η εδρεύουσα στο Βουκουρέστι εταιρία περιορισμένης ευθύνης, την οποία συνέστησαν οι ανωτέρω ενάγοντες και στο όνομα και για λογαριασμό της οποίας καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας του εν λόγω ακινήτου. Η εκ μέρους των εναγόντων αυτών περιουσιακή διάθεση δεν συνιστά άνευ ετέρου και βλάβη της δικής τους περιουσίας, καθόσον......προέβησαν στην καταβολή των ποσών αυτών προκειμένου να αγοραστεί το ανωτέρω ακίνητο στο όνομα της παραπάνω εταιρίας, στην οποία συμμετείχαν......δεδομένης της σύναψης του επίμαχου συμβολαίου αγοραπωλησίας από την ανωτέρω εταιρία περιορισμένης ευθύνης ως αγοράστριας, μόνο η τελευταία δύναται να ζητήσει ακύρωση του σχετικού συμβολαίου λόγω απάτης ή πλάνης......μόνο αυτή δύναται να εγείρει τις περιουσιακές αξιώσεις που απορρέουν από την απάτη ή την πλάνη αυτή...". Γ)Στο δικόγραφο της δεύτερης (ένδικης) από 17-11-2014 αγωγής τους οι ενάγοντες Π. Π., Δ. Τ., Χ. Μ. και εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «Ε. Π.-Τ. ΕΠΕ" στρεφόμενοι κατά των ιδίων εναγομένων Β. Π., Γ. Π., Χ. Π., Α. Π. και ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «S..C.. P. V. I. S..A.., ιστορούσαν τα εξής: "... λόγω της δραστηριότητάς τους και του ενδιαφέροντος τους να επεκτείνουν αυτήν και σε αγορές οικοπέδων στη ..., περί τις αρχές του έτους 2008, ήρθαν σε επαφή με την πρώτη εναγόμενη, η οποία τους συστήθηκε ως το πλέον κατάλληλο άτομο για να τους συνδράμει στην ανεύρεση τέτοιων ακινήτων, αφού αυτή δραστηριοποιούνταν στη ... στον εν λόγω αντικείμενο και ήταν σε θέση να τους προτείνει με ασφάλεια οικόπεδα προς αγορά σε πολύ καλές περιοχές και σε ανταγωνιστικές, σε σχέση με την αξία και την προοπτική εκμετάλλευσής τους, τιμές, ιστορούσαν ότι μετέβησαν επανειλημμένα στη ..., όπου η τελευταία (πρώτη εναγομένη) τους έφερε σε επαφή με τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, εκπροσώπους της πέμπτης εναγομένης εταιρίας, της οποίας μέτοχος κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 95% ήταν ο τέταρτος εναγόμενος, οι οποίοι τους υπέδειξαν ένα αγροτεμάχιο εμβαδού περίπου 27 στρεμμάτων στην περιοχή Dragomiresti, όπου μπορούσαν να επενδύσουν με την αγορά ενός αυτοτελούς τμήματος. Ότι, επίσης, τους υπέδειξαν στην περιοχή Frumusani, σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από την εθνική οδό, μια μεγάλη έκταση συνολικού εμβαδού 65 στρεμμάτων, η οποία, κατά τα αναφερόμενα από τους ίδιους, ανήκε στην πέμπτη εναγομένη, όπου θα μπορούσαν να επενδύσουν σε οικόπεδα, εμβαδού περίπου 500 τ.μ το καθένα. Ότι, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους διαβεβαίωσαν ότι οι ίδιοι και ως εκπρόσωποι της πέμπτης εναγομένης, θα αναλάμβαναν να προβούν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, με δικές τους δαπάνες και φροντίδα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τον διαχωρισμό και οικοπεδοποίηση της εν λόγω έκτασης κατόπιν εκπόνησης από τους ίδιους ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο, μετά βεβαιότητας, θα ενέκριναν οι αρμόδιες αρχές, διαδικασία που, όπως τους διαβεβαίωσαν, επρόκειτο να ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009. Ότι, οι ίδιοι τόνισαν πως αναλαμβάνουν την υποχρέωση της ένταξης όλου του αγροτεμαχίου στο σχέδιο πόλεως και της διαμόρφωσης αυτού με τη δημιουργία οδών και κοινοχρήστων χώρων, πλατειών, την κρασπέδωση των οδών, την προεργασία για την εγκατάσταση βιολογικού ή αποχέτευσης, τη σύνδεση με τον πάροχο του ηλεκτρικού ρεύματος και τηλεφώνου, νερού, φυσικού αερίου, εντός χρονικού διαστήματος ενός (1) έτους από την αγορά των οικοπέδων. Ότι οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους διαβεβαίωσαν ότι η περιοχή ήταν από τις καλύτερες και πλέον αξιοποιήσιμες διότι απείχε μόνο 50 μέτρα από τη διεθνή οδό, ήταν δίπλα σε υπάρχοντα οικισμό, όλα τα οικόπεδα θα είχαν οπτική επαφή με την εθνική οδό σε όποιο σημείο και αν ευρίσκοντο εντός της ευρύτερης έκτασης των 65 στρεμμάτων διότι και η πλέον απομακρυσμένη πλευρά δεν απείχε πλέον των 300 μέτρων από τη δημόσια οδό. Ότι, επιπλέον, τους ανέφεραν πως για την περίπτωση αγοράς, θα πρέπει αρχικά να γίνουν προσύμφωνα συμβόλαια μεταβίβασης καθώς δεν είχε πραγματοποιηθεί η έγκριση του σχεδίου πόλεως και της κατάτμησης σε οικόπεδα των 500 τ.μ. Ότι όσον αφορά την δια συμβολαίου μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους ανέφεραν ότι λόγω του ότι με βάση τους νόμους της ...ς δεν επιτρεπόταν να συνταχθεί οριστικό συμβόλαιο στο όνομα αλλοδαπών φυσικών προσώπων, θα έπρεπε να συστήσουν τυπικά μία εταιρία στη ... ως "κέλυφος" για την τυπική αγορά στο όνομά της της εν λόγω έκτασης, όπως και πράγματι έπραξαν και την 24-7-2008 οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες συνέστησαν την τέταρτη ενάγουσα, με έδρα το Βουκουρέστι ...ς, στην οποία συμμετείχαν με ίσα ποσοστά 49% καθένας εξ αυτών και κατόπιν σύστασης των εναγομένων , κατά ποσοστό 2% ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του διαχειριστή. Ότι, ακολούθως ακολούθως, δυνάμει του από 29-7-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βουκουρεστίου Gabriela Georgescu, η τέταρτη ενάγουσα εταιρία, αγόρασε από την πέμπτη εναγομένη εταιρία, τμήμα του προαναφερθέντος αγρού, έκτασης 2.600 τ.μ., αντί πραγματικού τιμήματος 338.000 ευρώ και αναγραφομένου στο συμβόλαιο 104.950 ευρώ, το οποίο είχαν ήδη προκαταβάλλει, περί τον Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 2008, στην πρώτη εναγομένη, εκδίδοντας τις αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές. Ότι δυνάμει των υπ' αριθμ. ... προσυμφώνων που καταρτίστηκαν στη Λεμεσό Κύπρου μεταξύ της πέμπτης εναγόμενης και του πρώτου ενάγοντος, η πρώτη υποσχέθηκε στον τελευταίο την πώληση επτά (7) συνολικά μελλοντικών οικοπέδων εμβαδού 500τ.μ. εκάστου, στην περιοχή Frumusani, αντί τιμήματος, για το με αριθμό ... προσύμφωνο 56.000 ευρώ και για το με αριθμό ... προσύμφωνο 42.000 ευρώ, το οποίο και καταβλήθηκε. Ότι δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου που καταρτίστηκε στη Λεμεσό Κύπρου μεταξύ της πέμπτης εναγομένης και του δευτέρου ενάγοντος, η πρώτη υποσχέθηκε τη μεταβίβαση στον τελευταίο δύο(2) μελλοντικών οικοπέδων, στην ίδια ως άνω περιοχή, εμβαδού 500 τ.μ. εκάστου, αντί καταβληθέντος, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, τιμήματος 28.000 ευρώ. Ότι δυνάμει του με αριθμό ... προσυμφώνου που καταρτίστηκε στη Λεμεσό Κύπρου μεταξύ της πέμπτης εναγομένης και του τρίτου ενάγοντος, η πρώτη υποσχέθηκε την μεταβίβαση στον τελευταίο τεσσάρων (4) μελλοντικών οικοπέδων εμβαδού 500 τ.μ. εκάστου, στην ίδια ως άνω περιοχή, αντί καταβληθέντος, κατά την υπογραφή του προσυμφώνου, τιμήματος 56.000 ευρώ. Ότι το ανωτέρω οριστικό συμβόλαιο αγοράς ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, όσο και τα ανωτέρω προσύμφωνα αγοράς ακινήτων στην περιοχή Frumusani, αποτελούν προϊόντα εξαπάτησης των εναγόντων καθώς αυτοί παρασύρθηκαν από τους εναγόμενους στις ανωτέρω δηλώσεις βουλήσεως, διότι, ενώ τα ακίνητα αυτά παρουσιάσθηκαν από αυτούς (εναγόμενους) ως επενδυτικές ευκαιρίες ενόψει του ότι, κατά τις ψευδείς παραστάσεις τους, στο μεν ακίνητο της περιοχής Dragomiresti επρόκειτο να δημιουργηθούν εμπορικό κέντρο, ξενοδοχεία και πολυκαταστήματα, στο δε ακίνητο της περιοχής Frumusani, μετά τη βέβαιη ρυμοτόμησή του, επρόκειτο να δημιουργηθούν άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, εμβαδού εκάστου 500τ.μ, με κάλυψη δόμησης 50%, στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμία δυνατότητα αξιοποίησης των ακινήτων διότι α) το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti ήταν ήδη χαρακτηρισμένο από το ρουμανικό κράτος ως ζώνη πλημμύρας και δεν υπήρχε δυνατότητα ανοικοδόμησής του, γεγονός που γνώριζαν οι εναγόμενος δολίως δε το απέκρυψαν από τους ενάγοντες, παρουσιάζοντάς το ως δήθεν επενδυτική ευκαιρία και β) τα ακίνητα στην περιοχή Frumusani, δεν βρίσκονταν σε απόσταση 50 μέτρων από την εθνική οδό, όπως αρχικώς τους υποδείχθηκε, αλλά σε τελείως διαφορετικό από το υποδειχθέν, αγροτεμάχιο, που βρίσκεται σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από την εθνική οδό και για το οποίο καμία εργασία ρυμοτόμησης δεν είχε λάβει χώρα μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010, που αυτοί (ενάγοντες) το επισκέφθηκαν αφού ουδέποτε υπεβλήθη προς έγκριση σχέδιο ιδιωτικής πολεοδόμησης αυτού. Περαιτέρω, εξέθεταν ότι για την ως άνω εξαπάτησή τους έλαβαν γνώση περί τις αρχές του 2011 και ότι εάν γνώριζαν, κατά το χρόνο κατάρτισης των δικαιοπραξιών, την υπάρχουσα κατάσταση, δεν θα προέβαιναν σ'αυτήν. Ότι, η ως άνω συμπεριφορά, των εναγομένων, οδήγησε σε ακυρώσιμες λόγω απάτης δικαιοπραξίες, ήτοι το συμβόλαιο μεταβίβασης και τα πωλητήρια έγγραφα-προσύμφωνα, τα οποία πρέπει ν' ακυρωθούν για το λόγο αυτό. Ότι, μετά την εξέλιξη αυτή των γεγονότων, δήλωσαν, περί τα τέλη Ιουνίου 2011, προς τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, ότι επιθυμούν να διαλύσουν κάθε συμβατική σχέση μαζί τους και ζήτησαν να τους επιστρέφουν το σύνολο των χρηματικών ποσών που κατέβαλαν για αμφότερες τις περιπτώσεις, πλην αυτοί αρνήθηκαν, προκαλώντας τους ζημία ίση με τα ως άνω ποσά που κατέβαλαν με αντίστοιχη δική τους (των εναγομένων) ωφέλεια. Ότι, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ενεργώντας εντός του κύκλου αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους ως εκπρόσωποι της προστήσασας πέμπτης εναγομένης, ευθύνονται, εις ολόκληρον, με την τελευταία προς αποκατάσταση της ζημίας τους και της ηθικής τους βλάβης........". Δ) Η 2053/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι " η αγωγή με το με το ως άνω περιεχόμενο περιέχει όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομική και ιστορική κύρια βάση της από αδικοπραξία, ως προς την υπαιτιότητα και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής προς την επελθούσα ζημία των εναγόντων, ενόψει της επικαλούμενης από κοινό δόλο των εναγομένων απατηλής συμπεριφοράς αυτών σε βάρος τους, συνισταμένης ως προς τις αξιώσεις σχετικά με τα προσύμφωνα πώλησης ακινήτων στην περιοχή Frumusani, στο ότι (οι εναγόμενοι) εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι ουδεμία εμπειρία είχαν σχετικά με τις συναλλαγές στη χώρα της ...ς και παρέστησαν σ' αυτούς ψευδώς ότι η πέμπτη εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του ευρισκομένου σε απόσταση 50 μ. από τη διεθνή οδό, ακινήτου, τμήματα του οποίου εμβαδού 500 τ.μ. εκάστου, υποσχέθηκαν να τους μεταβιβάσουν, παρότι γνώριζαν ότι αυτό είναι ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου και ότι δεν επρόκειτο να ανταποκριθούν σε όσα τους είχαν υποσχεθεί (ένταξη στο σχέδιο πόλης κ.λ.π.), ένεκα των οποίων αυτοί προέβησαν σε δηλώσεις βουλήσεως δια της υπογραφής των προρρηθέντων προσυμφώνων συμβολαίων, στις οποίες δεν θα προέβαιναν εάν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, και κατέβαλαν τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά για ακίνητο που στην πραγματικότητα ευρίσκεται σε έτερη, από την υποδειχθείσα θέση, σε απόσταση 2,5 χιλ. τουλάχιστον από τη διεθνή οδό, με επακόλουθο να υποστούν αντίστοιχη ζημία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, αυτή περιέχει πλήρη στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης και του εννόμου συμφέροντος των πρώτου και δευτέρου εναγόντων, αναφορικά με τις αξιώσεις τους σχετικά με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, αφού αρκούν προς τούτο η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων διά της εξαπάτησης αυτών, ώστε να αποκτήσουν έναντι αυτών δικαίωμα ακύρωσης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας και αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενόψει του υφισταμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής εις βάρος τους συμπεριφοράς των εναγομένων και της ζημίας που υπέστησαν οι ίδιοι αφού, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, η σύσταση της τέταρτης ενάγουσας ήταν τυπική και λειτούργησε ως "κέλυφος" για την τυπική αγορά στο όνομά της της επίδικης έκτασης ενώ οι πραγματικοί αγοραστές ήταν οι ίδιοι. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι από την υπ' αριθμό 11792/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δίκασε την προγενέστερη ως άνω αγωγή και κατέστη τελεσίδικη........., δεν παράγεται δεδικασμένο στην παρούσα δίκη διότι οι ελλείψεις των διαδικαστικών προϋποθέσεων που αναφέρονται, στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής ως προς την αξίωση σχετικά με τα ακίνητα στο Frumusani) και στους διαδίκους (ενεργητική νομιμοποίηση των πρώτου και δεύτερου εναγόντων ως προς την αξίωση σχετικά με το ακίνητο στο Dragomiresti) εξ αιτίας των οποίων απορρίφθηκε η υπ'αριθμ. κατ. 92692/2011 αγωγή ως απαράδεκτη, με την δεύτερη κρινόμενη αγωγή, κατά τα ανωτέρω λεπτομερώς εκτιθέμενα, συμπληρώθηκαν ........ και επομένως ο αντίθετος σχετικός ισχυρισμός των εναγόμενων, περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής λόγω του παραγόμενου από την εν λόγω απόφαση δεδικασμένου, είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, δέχθηκε ότι δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο, που παρήχθη από την τελεσίδικη 11792/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δεν κάλυπτε την υπό το ανωτέρω περιεχόμενο της δεύτερης αγωγής αξίωσή τους. Και τούτο διότι στο δικόγραφο της δεύτερης (ένδικης) από 17-11-2014 αγωγής, κατόπιν συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων της ιστορικής βάσης της πρώτης αγωγής που τελεσιδίκως απορρίφθηκε, με την άνω απόφαση ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, εκτίθενται πλέον όλα τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη διωκόμενη δι'αυτής αξίωσή τους για τα ακίνητα στην περιοχή Frumusani και όλα τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης των δύο πρώτων εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για τη διωκόμενη δι' αυτής (αγωγής) έννομη προστασία για το ακίνητο στο Dragomiresti, και, συνακόλουθα, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα, όπως και ο σχετικός λόγος. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, μετά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες δραστηριοποιούνται συνεργαζόμενοι στο χώρο των εργολαβικών κατασκευών, ο πρώτος ως πολιτικός μηχανικός, ο δεύτερος ως εργολάβος οικοδομών και ο τρίτος ως υπεργολάβος οικοδομικών εργασιών. Επιθυμώντας να επενδύσουν σε αγορά ακινήτων στις βαλκανικές χώρες, ο μεσίτης ακινήτων Μ. Α., στον οποίο απευθύνθηκαν, τους συνέστησε την πρώτη εναγομένη ως έχουσα επαφές και γνώση της αγοράς των επενδυτικών ευκαιριών στη χώρα της ...ς. Περί το τέλος του έτους 2007, οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες συναντήθηκαν με την πρώτη εναγομένη στη Θεσσαλονίκη και αφού της εξέφρασαν την επιθυμία τους να ανεύρουν ακίνητα για αγορά σε κάποια από τις βαλκανικές χώρες, η τελευταία τους συνέστησε ως καταλληλότερη και πλέον συμφέρουσα επένδυση, την αγορά ακινήτων στη ... και δη στην περιοχή εγγύς του Βουκουρεστίου, όπου και η ίδια είχε επενδύσει, όπως τους γνωστοποίησε, αγοράζοντας ακίνητα με προοπτική αποκομιδής κερδών λόγω της αύξησης της αξίας τους. Συνέστησε, μάλιστα, σ' αυτούς, την οικογένεια ... και την εταιρία που αυτοί είχαν συστήσει, ως πρόσωπα που δραστηριοποιούνται στην αγορά αξιοποίησης και πώλησης ακινήτων στην περιοχή. Όπως η ίδια ανέφερε, επρόκειτο για πολύ αξιόλογους επιχειρηματίες που ειδικεύονταν στην κτηματαγορά της ...ς, είχαν προβεί σε σημαντικές αγορές ακινήτων και μάλιστα την περίοδο εκείνη διέθεταν προς πώληση ακίνητα ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης, τα οποία αποτελούσαν μεγάλη ευκαιρία για όσους θα τα αγόραζαν λόγω της επικείμενης αξιοποίησής τους και ανόδου της εμπορικής τους αξίας. Μετά από συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν με την πρώτη εναγομένη, κατά τις οποίες η τελευταία κέρδισε την εμπιστοσύνη των πρώτου και δεύτερου εναγόντων, στους οποίους ανέφερε, μάλιστα, ότι οι ενδεχόμενες αγοραστικές κινήσεις τους θα έπρεπε να επισπευσθούν καθώς υπάρχει μεγάλο αγοραστικό ενδιαφέρον κυρίως από μεγάλες εταιρίες, όπως η «A. C. «A. αλλά και από ιδιώτες, περί τον Μάρτιο του 2008 οργανώθηκε από αυτήν (πρώτη εναγόμενη) το πρώτο ταξίδι στο Βουκουρέστι προκειμένου να γίνει η πρώτη επαφή με την οικογένεια .... Μάλιστα η τελευταία ανέλαβε την έκδοση των αεροπορικών εισιτηρίων μετάβασης και επιστροφής αλλά και την κράτηση δωματίων για τη διαμονή τους σε ξενοδοχείο επιλογής της. Στο ταξίδι αυτό, οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες γνώρισαν και την έτερη επενδύτρια Μ. Π., με την αδελφή της οποίας, Σ. Π., που διέμενε στο Βουκουρέστι, πραγματοποίησαν, με το IX αυτοκίνητό της, κάποιες μετακινήσεις τους. Εκεί γνώρισαν τον Γ. Π., δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος τους συστήθηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πέμπτης εναγομένης και τον Χ. Π., υιό του τελευταίου, τρίτο εναγόμενο, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της. Τους ενημέρωσαν για ένα ακίνητο στην περιοχή Ντραγκομιρέστι (Dragomiresti), συνολικού εμβαδού 27 στρεμμάτων περίπου, ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχαν σχέδιο για δημιουργία εμπορικού κέντρου (MALL), ξενοδοχείων, πολυκαταστημάτων, μετά την έκδοση με φροντίδα τους των σχετικών αδειών, που, όπως τους διαβεβαίωσαν, δεν παρουσίαζαν κανένα πρόβλημα και από το οποίο θα μπορούσαν να αγοράσουν αυτοτελές τμήμα. Μάλιστα, όταν επισκέφθηκαν το γραφείο των τελευταίων (δευτέρου και τρίτου των εναγόμενων) τους επέδειξαν και μακέτα όπου απεικονιζόταν σε μικρογραφία το εμπορικό κέντρο κτισμένο. Ακολούθως, μετέβησαν, οι πρώτος, δεύτερος ενάγοντες και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, συνοδευόμενοι από την πρώτη εναγομένη στην περιοχή όπου και είδαν το αγροτεμάχιο. Η τελευταία, τότε, τους ενημέρωσε ότι και η ίδια είχε αγοράσει από το εν λόγω ακίνητο τμήμα, εμβαδού 3.600 τ.μ. Όσον αφορά την τιμή, τους ανέφεραν ότι ανερχόταν σε 130 ευρώ το τ.μ., που περιελάμβανε την αγορά της έκτασης, την ένταξή της στο σχέδιο πόλης και την έκδοση των αδειών για εμπορικό κέντρο, ξενοδοχεία, διαμορφώσεις κ.λ.π., όπως τους είχαν υποσχεθεί. Ακολούθησε δεύτερη επίσκεψη των πρώτου και δευτέρου εναγόντων, συνοδευόμενων από την πρώτη εναγομένη, στο Βουκουρέστι, περί τον Απρίλιο του 2008, κατά την οποία η τελευταία, όπως και την πρώτη φορά, είχε αναλάβει όλα τα διαδικαστικά θέματα του ταξιδιού (έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων, κράτηση δωματίων στο ίδιο ξενοδοχείο). Κατά τη συνάντησή τους με τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους και μετά από συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν, αποφασίστηκε η αγορά εκ μέρους τους έκτασης 2,600 τ.μ. από το εν λόγω ακίνητο, αντί συνολικού τιμήματος 338.000,00 ευρώ, που θα καταβαλόταν ισομερώς. Όσον αφορά τον τρόπο καταβολής των χρημάτων, τους υπεδείχθη ότι θα πρέπει να καταβάλλονται στην Ελλάδα σε λογαριασμό που διατηρεί η πρώτη εναγόμενη, η οποία, ακολούθως, θα φρόντιζε για τη μεταφορά τους στην πωλήτρια εταιρία. Έτσι, α) την 29-4-2008 παρέδωσαν στην πρώτη εναγόμενη την υπ'αριθμ... επιταγή της τραπεζικής εταιρίας «E. E. E. A..E.., ποσού 40.000,00 ευρώ, πληρωτέας σε διαταγή της συζύγου του πρώτου ενάγοντος, Κ. Γ., που μεταβιβάσθηκε δι' οπισθογραφήσεως σ' αυτήν (πρώτη εναγομένη), το ποσό της οποίας την 30-4-2008 κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της, β) την 12-5-2008, παρέδωσαν στην πρώτη εναγομένη την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ίδιας ως άνω τράπεζας, ποσού 103.000,00 ευρώ, έκδοσης του πρώτου ενάγοντος, που μεταβιβάσθηκε δι' οπισθογραφήσεως σ' αυτήν, το ποσό της οποίας, αυθημερόν, κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό της και γ) την 10-6-2008 παρέδωσαν στην πρώτη εναγομένη την υπ'αριθμ. ... επιταγή της ίδιας ως άνω τράπεζας, ποσού 195.000,00 ευρώ, έκδοσης του δευτέρου ενάγοντος, σε διαταγή της πρώτης εναγομένης, το ποσό της οποίας κατατέθηκε, όπως συνομολογείται από τους εναγόμενους, στον τραπεζικό λογαριασμό της. Για την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου θα έπρεπε, όπως τους ενημέρωσαν, τυπικά, να συστήσουν μία εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη ... καθώς σύμφωνα με τη νομοθεσία της ...ς απαγορευόταν η κτήση ακινήτου από πολίτες κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης πριν την πάροδο πενταετίας για την κτήση κυριότητας δευτερεύουσας κατοικίας και επταετίας για την κτήση κυριότητας γεωργικών γαιών και δασικών εκτάσεων, από την προσχώρηση της ...ς στην Ε.Ε που έλαβε χώρα την 1η-1-2007. Όσον αφορά τη διαδικασία για τη σύσταση της εταιρίας, τους διαβεβαίωσαν ότι ήταν απλή και ότι αυτοί θα αναλάμβαναν τη διεκπεραίωση όλων των προαπαιτούμενων διαδικασιών για τη σύστασή της. Μάλιστα η πρώτη εναγομένη, ανέφερε στους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες ότι θα επιμελούταν η ίδια για τη συγκέντρωση των προαπαιτούμενων εγγράφων στην Ελλάδα. Έτσι μετά τη συγκέντρωσή τους υπέδειξε μεταφραστικό γραφείο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης για τη μετάφρασή τους στη ρουμανική γλώσσα και ακολούθως με βάση τα συγκεντρωθέντα ως άνω έγγραφα, συνεστήθη, την 24-7-2008, με επιμέλεια αποκλειστικά των πρώτου και δευτέρου εναγομένων, η τέταρτη ενάγουσα, εταιρία με την επωνυμία «Ε. Π. Τ. Ε.,Π..»Ε., με έδρα το Βουκουρέστι και κύρια δραστηριότητα την αγορά και πώληση ιδιόκτητων ακινήτων. Μέτοχοι αυτής ορίσθηκαν οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες, με ποσοστό 49% έκαστος και ο δεύτερος εναγόμενος, με ποσοστό συμμετοχής 2%, ο οποίος είχε και την ιδιότητα του διαχειριστή. Στη συνέχεια, περί το τέλος Ιουλίου 2008, οι πρώτος, δεύτερος ενάγοντες, συνοδευόμενοι, αυτή τη φορά, από τον τρίτο ενάγοντα και την πρώτη εναγομένη, μετέβησαν εκ νέου στο Βουκουρέστι, για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Εκεί οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους ενημέρωσαν ότι για φορολογικούς λόγους, δεν θα αναγραφόταν στο συμβόλαιο το πραγματικό τίμημα των 338.000,00 ευρώ, το οποίο είχε, κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή, εξοφληθεί ολοσχερώς, αλλά αυτό των 104.950,00 ευρώ. Ακολούθως, συνετάγη η σύμβαση αγοραπωλησίας που επικυρώθηκε με την με αριθμό ... της συμβολαιογράφου Βουκουρεστίου Gabriela Georgescu, δυνάμει της οποίας η πέμπτη εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον διαχειριστή της, δεύτερο εναγόμενο, μεταβίβασε στην τέταρτη ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από τους εταίρους της, πρώτο και δεύτερο ενάγοντες, την κυριότητα ενός αγροτικού εκτός σχεδίου οικοπέδου, επιφάνειας 2.600τ.μ το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία ..., με αριθμό κτηματολογικής ταυτοποίησης ..., με τις ακόλουθες πλευρές και γειτνιάσεις; Από Βορρά-Stochianloana με πλευρά 136,30 μ., από Ανατολάς-εθνική οδός σε μήκος 19,99 μ., από Νότο-IvanAlexandrina σε μήκος 138,02 μ. και από Δυσμάς-HC σε μήκος 19,50 μ. Ως τίμημα της αγοραπωλησίας, όπως προαναφέρθηκε, ορίσθηκε το ποσό των 104.950,00 ευρώ, το οποίο, όπως, αυτολεξεί, αναγράφηκε: "ο εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας δηλώνω ότι εξοφλήθηκε στο ακέραιο από την αγοράστρια εταιρία...από την Π. Β., ως πληρωμή που πραγματοποιήθηκε από την ίδια για την εταιρία με τραπεζική μεταφορά χρημάτων την 18.12,2007, σε συνέχεια της συμφωνίας πίστωσης που αποφασίστηκε μεταξύ της ίδιας και του εταίρου της αγοράστριας εταιρίας κ. Π. Π., το Δεκέμβριο 2007". Όπως αναγράφηκε στο συμβόλαιο αλλά τους διαβεβαίωσαν και οι εναγόμενοι, δεν υπήρχε κανένα βάρος στο ακίνητο και κανένα ελάττωμα πραγματικό ή νομικό και αυτό ήταν κατάλληλο για την άμεση υποβολή και έκδοση των αδειών που τους είχαν διαβεβαιώσει ότι θα εκδοθούν. Μετά την υπογραφή του συμβολαίου, επεδείχθη από τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, παρουσία και της πρώτης εναγόμενης, προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, και μία άλλη έκταση στην περιοχή Frumusani, που απέχει από το Βουκουρέστι, 26 χιλιόμετρα περίπου, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, ήταν ιδιοκτησίας της πέμπτης εναγομένης. Συγκεκριμένα, τους επεδείχθη μία έκταση, περίπου 65 στρεμμάτων, όπως τους ανέφεραν, η οποία ευρισκόταν δίπλα στην εθνική οδό, σε απόσταση 50 μ. απ' αυτήν, όπου, κατά τις διαβεβαιώσεις τους, θα αναλάμβαναν να προβούν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, με δικές τους δαπάνες και επιμέλεια, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να προβούν σε διαχωρισμό και οικοπεδοποίηση της έκτασης, καθώς η εκπόνηση ιδιωτικού ρυμοτομικού σχεδίου επί έκτασης εκτός σχεδίου πόλης (όπως ήταν η προκείμενη έκταση) επιτρεπόταν στη ..., ήτοι να προβούν σε διαμόρφωση της μεγαλύτερης έκτασης σε οικιστική περιοχή με πρόβλεψη για κοινόχρηστους χώρους, οδούς, πλατείες κ.λ.π. και τη δημιουργία, μετά τη, μετά βεβαιότητας, όπως τους διαβεβαίωσαν, έγκριση του σχεδίου από τις αρμόδιες αρχές, μικρότερων άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, εμβαδού περίπου 500 τ.μ. έκαστο. Τους ανέφεραν ότι μπορούσαν να επενδύσουν άμεσα στην αγορά όσων από τα μελλοντικά οικόπεδα επιθυμούσαν, αντί τιμήματος 28 ευρώ το τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνονταν όλες οι δαπάνες που απαιτούνταν για την υλοποίηση του παραπάνω σχεδίου με τελικό αποτέλεσμα την παράδοση προς αυτούς και τη μεταβίβαση με οριστικό συμβόλαιο των άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων εφοδιασμένων ενός εκάστου με άδεια οικοδομής. Όσον αφορά τη θέση εκάστου οικοπέδου, τους ανέφεραν, ότι αυτή, αρχικά, θα καθοριζόταν ενδεικτικά από το ιδιωτικό τοπογραφικό διάγραμμα που είχαν ήδη συντάξει αλλά τους διευκρίνισαν ότι μετά την ένταξη της όλης έκτασης στο σχέδιο πόλης, υπήρχε περίπτωση να επέλθουν κάποιες μικρομετατοπίσεις των οικοπέδων, όμως οι όποιες αλλαγές δεν θα διαφοροποιούσαν τη θέση τους εντός της ευρύτερης έκτασης των 65 στρεμμάτων, η οποία στο σύνολό της ευρίσκετο πλησίον της εθνικής οδού. Μάλιστα, προς ενίσχυση των επιχειρημάτων τους, ανέφεραν ότι και η πρώτη εναγόμενη είχε αγοράσει τέσσερα οικόπεδα των 500 τ.μ. έκαστο, στο ίδιο ακίνητο, επανέλαβαν ότι η διαδικασία για την ένταξη στο σχέδιο πόλης, τον διαχωρισμό σε άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και όλες οι σχετικές εργασίες θα είχαν ολοκληρωθεί μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2009 ενώ ως προς την καταβολή του τιμήματος, θα ακολουθούταν η ίδια διαδικασία, ήτοι μέσω των λογαριασμών της πρώτης εναγομένης. Τέλος, μετά την απόφασή τους να επενδύσουν στην αγορά τμημάτων του εν λόγω ακινήτου, τους ανέφεραν ότι θα έπρεπε να συνταχθούν προσύμφωνα συμβόλαια καθώς, πριν την έγκριση ένταξης αυτού στο σχέδιο πόλης και την έγκριση της κατάτμησής του σε άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, δεν μπορούσαν να συνταχθούν οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης. Μετά ταύτα, Α) ο πρώτος ενάγων, α) με το ...-... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο), που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγόμενης, συμφωνήθηκε όπως αγοράσει τέσσερα οικόπεδα, εμβαδού το καθένα 500 τ.μ, που ήταν τμήμα μεγαλύτερης έκτασης συνολικού εμβαδού 65.860 τ.μ, που βρίσκεται στην περιοχή ..., αντί συνολικού τιμήματος 56.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε την 1-9-2008, διά της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας «E. E. A..E.., έκδοσης του ιδίου, που μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη και αυτή κατέθεσε αυθημερόν σε τραπεζικό λογαριασμό της, β) με το ΝΟ FRU-CON -... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο), που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγομένης πωλήτριας εταιρίας, συμφωνήθηκε όπως αγοράσει τρία οικόπεδα εμβαδού το καθένα 500 τ.μ, που ήταν τμήμα του ως άνω μεγαλύτερης έκτασης ακινήτου, αντί συνολικού τιμήματος 42.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στις 4-9-2008, διά της με αριθμό ... επιταγής της Αγροτικής Τράπεζας, που μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη και αυτή κατέθεσε αυθημερόν σε τραπεζικό λογαριασμό της και γ) την 7-1-2009,συμφωνήθηκε, προφορικά, μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, όπως αγοράσει ένα οικόπεδο εμβαδού 500 τ.μ, από μεγαλύτερης έκτασης ως άνω ακίνητο, αντί συνολικού τιμήματος 14.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυθημερόν με την με αριθμό ... επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, που μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη και αυτή κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της, Β) Ο δεύτερος ενάγων, με το ... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο), που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγομένης, συμφωνήθηκε όπως αγοράσει δύο οικόπεδα, εμβαδού το καθένα 500τ.μ, που ήταν τμήμα της ίδιας ως άνω μεγαλύτερης έκτασης, αντί συνολικού τιμήματος 28.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στις 11-9-2008, διά της με αριθμό ... επιταγής της τράπεζας «E. E. E. A..E.., που μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη και εκείνη κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της, Γ) Ο τρίτος ενάγων, με το ... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο) που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγόμενης, συμφωνήθηκε όπως αγοράσει τέσσερα οικόπεδα, εμβαδού το καθένα 500 τ.μ, που ήταν τμήμα της ίδιας ως άνω μεγαλύτερης έκτασης, αντί συνολικού τιμήματος 56.000,00 ευρώ, το οποίο κατέβαλε διά της με αριθμό ... επιταγής, έκδοσης του ιδίου, που μεταβίβασε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία την κατέθεσε στο λογαριασμό της. Σε όλα τα ως άνω πωλητήρια έγγραφα περιελήφθη ο ακόλουθος όρος: "Το σχέδιο διαχωρισμού των οικοπέδων είναι υπό την έγκριση των τεχνικών υπηρεσιών του Δημαρχείου FRUMUSANI και των αρμόδιων υπηρεσιών και οι Αγοραστές αποδέχονται την πιθανότητα η τελική θέση και/ή ο αύξων αριθμός ΤΩΝ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ/ΩΝ να μην είναι επακριβώς η θέση και/ή ο αριθμός που δεικνύετε στα σχέδια διαχωρισμού. Ωστόσο, το layout των οικοπέδων, ο συνολικός αριθμός καθώς και το συνολικό εμβαδό των 500 τ.μ. το κάθε οικόπεδο, θα παραμείνει το ίδιο. Οτιδήποτε λιγότερο θα αποζημιώνεται από τον πωλητή και οτιδήποτε περισσότερο θα πληρώνετε από τον αγοραστή προς την τιμή των ΕΥΡΩ 28/τ.μ.". Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι ενάγοντες (πρώτος, δεύτερος, τρίτος εξ αυτών) επικοινωνούσαν με τους εναγόμενους, εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον τους για την πορεία των εργασιών, πλην αυτοί τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι λόγω γραφειοκρατίας παρουσιάζονται καθυστερήσεις, μέχρι που, περί το μήνα Δεκέμβριο του 2010, οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι τους ειδοποίησαν ότι είχε εγκριθεί το σχέδιο πόλης στο ακίνητο της περιοχής FRUMUSANI και είχαν προχωρήσει οι εργασίες διαμόρφωσης του χώρου και τους κάλεσαν να μεταβούν στο Βουκουρέστι ώστε να υπογραφούν τα οριστικά συμβόλαια. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2010, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος ενάγοντες επισκέφθηκαν το χώρο, πλην διαπίστωσαν ότι η έκταση βρισκόταν στην ίδια κατάσταση όπως τους είχε αρχικά υποδειχθεί και ουδεμία εργασία είχε πραγματοποιηθεί. Αμέσως επικοινώνησαν με τον δεύτερο εναγόμενο και εκείνος μετά τις έντονες διαμαρτυρίες τους, τους δήλωσε ότι το ακίνητο στο οποίο υποσχέθηκαν την πώληση των οικοπέδων, δεν βρισκόταν στο σημείο πλησίον της οδού αλλά σε απόσταση 2,5 χλμ. από αυτήν. Τελικά μετά από αναζήτηση, διαπίστωσαν ότι ουδεμία έκταση, έστω και σε αυτή την απόσταση που ο δεύτερος εναγόμενος τους υπέδειξε, στην οποία να έχουν γίνει εργασίες διαμόρφωσης του χώρου, υπήρχε. Μετά τις ως άνω διαπιστώσεις, άρχισαν να διερευνούν και για το έτερο ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti και κατά πόσο ήταν αληθή όσα οι εναγόμενοι τους είχαν υποσχεθεί και διαβεβαιώσει ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν. Αφού επισκέφθηκαν τις αρμόδιες υπηρεσίες, τελικά διαπίστωσαν ότι το ακίνητο στην εν λόγω περιοχή ήταν χαρακτηρισμένο από το ρουμανικό κράτος ως ζώνη πλημμύρας, ενταγμένο στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών της πόλης, επί του οποίου απαγορευόταν οποιαδήποτε ανοικοδόμηση ή χρήση του. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες, την 16-10-2008 εξεδόθη από τον Δήμαρχο της Περιοχής ILFOV Κοινοτική Περιοχή DRAGOMIRESTI-VALE για τη θεμελίωση του δικαιώματος ιδιωτικής ιδιοκτησίας γηπέδων, το υπ' αριθμ. ... έγγραφο απευθυνόμενο προς τον δεύτερο εναγόμενο ως εκπρόσωπο της πέμπτης εναγομένης, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σχετικά με την αίτησή σας αρ..., η Κοινοτική Επιτροπή που κλήθηκε από το διάταγμα του Νομού αρ. ..., σας γνωρίζει τα παρακάτω: Η κοινοτική επιτροπή δεν είναι σύμφωνη με την αλλαγή γηπέδου την οποία ζητήσατε στο Tarlaua 64, καθώς το γήπεδο βρίσκεται σε ζώνη πόλντερ και περιλαμβάνεται στο Πλάνο κινδύνου της Υπηρεσίας έκτακτων αναγκών" και ακολούθως, την 12-2-2009, εξεδόθη από την Εθνική Διεύθυνση Υδάτων ...ς-Διεύθυνση Υδάτων ARGES-VEDEA-Σύστημα Διαχείρισης Υδάτων IIfov-Bucuresti, απευθυνόμενο προς την πέμπτη εναγομένη, το υπ'αριθμ. εξόδου ... έγγραφο, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σε απάντηση της αίτησής σας με αριθμό ..., με την οποία ζητήσατε να ενημερωθείτε αν το τεμάχιο το οποίο κατέχετε στη διοικητική περιφέρεια της κοινότητας Dragomiresti-Vale έχει υποβληθεί σε κοινοτικούς περιορισμούς, σας γνωρίζουμε τα εξής: -Στο "Πλάνο Προστασίας ενάντια των πλημμυρών, παγετών και μολύνσεων από ατύχημα της κοινότητας Dragomiresti-Vale", για την περίοδο 2006-2009, το γήπεδο στο οποίο αναφέρεστε βρίσκεται στην πλημμυρισμένη περιοχή του φυσικού πόλντερ του Dragomiresti και σύμφωνα με το Νόμο περί Υδάτων αρ. 107/1996 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το Νόμο αρ. 310/2004, άρθρο 49 (1): Απαγορεύεται η εγκατάσταση σε πλημμυρισμένη περιοχή του μείζονος καναλιού και σε προστατευμένες ζώνες...από νέες οικονομικές ή κοινωνικές δομές, συμπεριλαμβανομένων και των νέων κατοικιών ή επεκτάσεις αυτών". -Επίσης και από τα έγγραφα σχετικά με την κατάσταση των πλημμυρισμένων ζωνών των βασικών ροών ύδατος που διατρέχουν την περιοχή Ιlfov, που εκδόθηκαν υπό την άμεση καθοδήγηση του Περιφερειακού Επιτελείου IIfov σχετικά με τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, που απεστάλη από τη Νομαρχία ΙΙfov με την επιστολή αρ. 1572/07.08.2006, προκύπτει ότι το κατεχόμενο τεμάχιο βρίσκεται στο φυσικό πόλντερ του Dragomiresti. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, σας ενημερώνουμε ότι το υπό συζήτηση τεμάχιο βρίσκεται σε πλημμυρισμένη ζώνη....". Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη εναγομένους έγγραφα, προκύπτει ότι εκδόθηκε από το Νομαρχιακό Συμβούλιο ΙΙfov, το αρ.11176 από 20.02.2013 πιστοποιητικό πολεοδομίας, αρ. 06/183 από 14.02.2013, κατόπιν αίτησης των εταιριών «P. F. V. S..P..L.., «P.» T. I. S..R..L.., «B. I. S..R..L... Σαυτό αναγράφεται ως προς το νομικό καθεστώς του οικοπέδου, επιφάνειας 24.360 τ.μ., κείμενου στην εκτός σχεδίου περιοχή της Κοινότητας Dragomiresti-Vale, χωριού Dragomiresti-Vale, οδού DE 278, Νομού IIfov, ότι βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία των ιδιοκτητών: -Της εταιρίας PARADISE FOREST VIEW S.R.L. 10.259 τ.μ. (αρ. κτηματ. ..., Βιβλίο κτηματολογίου 503), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. ..., 5.001 τ.μ. (αρ. κτημ. ... Βιβλίο Κτηματολογίου ...), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. ..., 2.000 τ.μ. (αρ. κτημ. ..., Βιβλίο Κτηματολογίου 716), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. ..., -Της εταιρίας P. T. I. S..R..L.., 2.600 τ.μ. (αρ. κτημ. ..., Βιβλίο Κτηματολογίου 2481), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. ..., -Της εταιρίας B. I. S..R..L.., 700 τ.μ. (αρ. κτημ. 2586, Βιβλίο Κτηματολογίου 2086), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. 479/21.10.2008, 3.800 τ.μ. (αρ. κτημ. 51198, Βιβλίο Κτηματολογίου 694), Σύμβαση Αγοραπωλησίας αρ. ..., -ι| ως προς το οικονομικό καθεστώς ότι η σημερινή χρήση του οικοπέδου είναι 7 ως διαρρύθμιση "ΦΥΣΙΚΗ ΛΕΚΑΝΗ ΚΑΤΑΚΛΙΣΗΣ ΝΤΡΑΓΚΟΜΙΡΕΣΤΙ" και ότι ο Δήμαρχος της Κοινότητας Dragomiresti-Vale έχει αδειοδοτήσει θετικά την ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ), ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ, σύμφωνα με την άδεια αρ. ... από τις 17.12.2012, με την τήρηση των όρων που επιβάλλονται μέσω της άδειας και ως προς το τεχνικό καθεστώς αυτού, όπως αυτολεξεί αναγράφεται: "Το οικόπεδο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή σύμφωνα με το εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUG). Η έναρξη ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το άνω αναφερόμενο οικόπεδο θα πραγματοποιηθεί κατόπιν της αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων μιας μελέτης που θα αφορά τους όρους κατασκευής που υποχρεωτικά θα καθορίσει και τις τεχνικές κατασκευαστικές λύσεις, σύμφωνα με την Άδεια αρ. 2420/2011 και σύμφωνα με το Κυβερνητικό Διάταγμα 7/2011, αρθρ. 32 για την τροποποίηση και τη συμπλήρωση του νόμου αρ. 350/2001 σχετικά με την διαρρύθμιση του εδάφους και την πολεοδομία, για επιφάνειες τουλάχιστον 10.000 τ.μ. στην περίπτωση της λειτουργίας για την κατοίκηση και κατόπιν της απόκτησης μιας άδειας σκοπιμότητας που θα εκπονηθεί από τον προϊστάμενο-αρχιτέκτονα και θα εγκριθεί, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με την αρμοδιότητα, από τον πρόεδρο του νομαρχιακού συμβουλίου, με την προηγούμενη άδεια του δημάρχου της κοινότητας, μέσω της οποίας θα καθορίζεται η περιοχή που ακολουθεί να ρυθμιστεί μέσω ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ), οι λειτουργικές κατηγορίες της ανάπτυξης και που πιθανές υπηρεσίες, υποχρεωτικές ρυθμίσεις ή αναγκαίοι εξοπλισμοί δημοσίου ενδιαφέροντος. Το ΤΟΠΙΚΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ θα εξετάσει την μεγίστη κυκλοφορία στην περιοχή (...) και να προτείνει λύσεις βιώσιμες επίλυσης των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας για την υπό μελέτη εγκατάσταση...Το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο θα εκπονηθεί με τοπογραφική ανύψωση stereo 70 και θα γίνει σύμφωνα με το Κυβερνητικό Διάταγμα αρ. 7/2011 (αρθρ. 481) έχοντας τα στοιχεία ταυτοποίησης των κλήρων που μελετήθηκαν σύμφωνα με τα κτηματολογικά έγγραφα που έχουν θεωρηθεί από το Γραφείο Κτηματολογίου και Δημοσίευσης Ακινήτων Ιλφοβ και με το απόσπασμα εκ του Βιβλίου Κτηματολογίου εν ισχύ. Το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο θα θεωρηθεί από: τον διαχειριστή του δρόμου-δημαρχείο, τους κατόχους των δικτύων της περιοχής: ύδατος-αποχέτευσης, ηλεκτρικών, τηλεφωνίας, το Υπουργείο Άμυνας-Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας, το Υπουργείο Διοίκησης και Εσωτερικών, η Ρουμανική Υπηρεσία Πληροφοριών, η Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, η Διαχείριση των Δεξαμενών Υδάτων Αρτζες-Βέντεα, το Σύστημα Διαχείρισης Υδάτων Ιλφοβ-Βουκουρεστίου, το Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Περιουσίας, η Διεύθυνση Περιβαλλοντολογικής Προστασίας, η Εθνική Διεύθυνση Κτηματικών Βελτιώσεων (Α.Ν.Ι.Ρ.), το Νομαρχιακό Γραφείο Κτηματολογίου και Δημοσίευσης Ακινήτων Ιλφοβ (άδεια-σχέδιο), η Τεχνική Επιτροπή Πολεοδομίας και Διαρρύθμισης Εδάφους του Νομού Ιλφοβ, ο Προϊστάμενος Αρχιτέκτονας του Νομού, η Νομαρχιακή Επιτροπή Ιλφοβ και εγκεκριμένο από το Τοπικό Συμβούλιο της Κοινότητας Ντραγκομιρέστι Βάλε. Για την θεώρηση και την έγκριση του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου, μπορεί να ζητηθεί πιστοποιητικό πολεοδομίας, που να εξυπηρετεί στην έκδοση της άδειας κατασκευής για τις εγκεκριμένες λειτουργίες...Το παρόν πιστοποιητικό πολεοδομίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δηλωμένο σκοπό: Εκπόνηση ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ), ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ. ΤΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ/ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΧΟΡΗΓΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ...Για την εκπόνηση των εγγράφων για την εξουσιοδότηση της εκτέλεσης των εργασιών κατασκευών- κατασκευής/κατεδάφισης-ο αιτών θα απευθυνθεί στην αρμόδια αρχή περιβαλλοντικής προστασίας...κοινοποιείται στον αιτούντα η υποχρέωσή του να έρθει σε επαφή με την τοπική περιβαλλοντολογική αρχή ώστε αυτή να αναλύσει και να αποφασίσει, ανάλογα με την περίπτωση, την πλαισίωση/την μη πλαισίωση του σχεδίου της δημόσιας/ιδιωτικής επένδυσης, στην λίστα των σχεδίων που υποβάλλονται στην αξιολόγηση της επίδρασης επί του περιβάλλοντος...Υπόψη της ικανοποίησης των απαιτήσεων σχετικά με τη διαδικασία έκδοσης της περιβαλλοντολογικής άδειας, η αρμοδία αρχή για την προστασία του περιβάλλοντος, καθορίζει τον μηχανισμό εξασφάλισης της δημοσίας διαβούλευσης, την συγκέντρωση των επιλογών του κοινού και τον σχηματισμό μιας επίσημης άποψης σχετικά με την πραγματοποίηση της επένδυσης σε αρμονία με τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης. Υπό αυτούς τους όρους: Κατόπιν της παραλαβής του παρόντος πιστοποιητικού πολεοδομίας, ο τιτλούχος έχει την υποχρέωση να παρουσιαστεί ενώπιον της αρμοδίας περιβαλλοντολογικής αρχής για την αρχική αξιολόγηση της επένδυσης και του καθορισμού της αναγκαιότητας της εκτίμησης των επιδράσεων αυτής επί του περιβάλλοντος. Κατόπιν της αρχικής αξιολόγησης της επένδυσης θα εκδοθεί το διοικητικό έγγραφο της αρμοδίας περιβαλλοντολογικής αρχής. Στην περίπτωση που η αρμοδία αρχή για την προστασία του περιβάλλοντος καθορίσει την αναγκαιότητα της αξιολόγησης των επιδράσεων της επένδυσης επί του περιβάλλοντος, ο αϊτών έχει την υποχρέωση να το κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή δημοσίας διοίκησης σχετικά με την διατήρηση της αιτήσεως για την εξουσιοδότηση της εκτέλεσης των εργασιών κατασκευής...". Τέλος δε εκδόθηκε από το Δημαρχείο της κωμόπολης Dragomiresti Vale, μετά από αίτηση της τέταρτης ενάγουσας, το προσκομιζόμενο με επίκληση από τους ενάγοντες, αρ.2447/23.03.2016 έγγραφο στο οποίο, μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι "Η περιοχή στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία σας από το Χωράφι 64 αποτελεί το "Φυσικό πόλντερ Dragomiresti (Ντραγκομιρέστι)" από τη γραμμή προστασίας του Δήμου Βουκουρεστίου, είναι πλημμυριζόμενη περιοχή στο οποίο δεν δύναται να ανεγερθούν κτίσματα". Για την ως άνω εξέλιξη των γεγονότων σαφείς ήταν οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Κ. Ε., που δόθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 12452/2017 μη οριστική απόφαση αυτού και Σ. Κ., που δόθηκε στο πλαίσιο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11792/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. ............ Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, η μεν πρώτη ότι ουδεμία από την αποδιδόμενη σ' αυτήν συμμετοχική δράση είχε και ότι η μόνη συμμετοχή της περιορίσθηκε στην παροχή στον πρώτο ενάγοντα του τηλεφωνικού αριθμού του τρίτου εναγομένου προκειμένου να τον βοηθήσει στην έρευνα για αγορά ακινήτου καθώς η ίδια υπήρξε υποψήφια αγοράστρια ακινήτων, ιδιοκτησίας εταιριών συμφερόντων των συνεναγομένων της, οι δε λοιποί (εναγόμενοι), για μεν το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, ότι το χαρακτηρισμό αυτού ως ζώνη πλημμύρας το πληροφορήθηκαν από έγγραφο που τους κοινοποιήθηκε από την Κοινοτική Επιτροπή του Dragomiresti, την 2-12-2008 καθώς ούτε οι δικαιοπάροχοι τους, τους ενημέρωσαν σχετικά ούτε από το Κτηματολόγιο της ...ς προέκυπτε τούτο ενώ στη συνέχεια αναζητώντας λύση στο πρόβλημα, πέτυχαν, την έκδοση, την 22-3-2011, προκαταρκτικής απόφασης από την Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, σύμφωνα με την οποία ήταν εφικτός ο αποχαρακτηρισμός του συγκεκριμένου ακινήτου και ακολούθως, την έκδοση του ως άνω υπ' αριθμ. 11176/20-2-2013 πιστοποιητικού πολεοδομίας από το Νομαρχιακό Συμβούλιο Ιλφόβ της ...ς, για δε τα ακίνητα στην περιοχή Frumusani, ότι ουδεμία σφαλερή παρουσίαση των πραγματικών γεγονότων περί της θέσης του ακινήτου έλαβε χώρα αλλά αντίθετα οι ενάγοντες είχαν σαφή γνώση και της θέσης και της τοποθεσίας των ακινήτων. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι περί τις αρχές του μηνός Ιουλίου 2007, σε κοινωνική εκδήλωση που παρευρέθηκε με το σύζυγό της, γνώρισαν τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος αφού τους ενημέρωσε για τις επενδύσεις που πραγματοποιεί στην αγορά αξιοποιήσιμων ακινήτων στη ..., τους παρουσίασε την επαγγελματική δραστηριότητα της οικογενειακής του εταιρίας στη χώρα αυτή, στην οποία αποφάσισαν, τελικά, να επενδύσουν, από κοινού, με την οικογενειακή της φίλη, Α. Π., που αρχικά διέθεσε το σύνολο του χρηματικού ποσού που απαιτήθηκε για την αγορά των ακινήτων. Ότι αποφάσισαν να αγοράσουν τέσσερα (4) ακίνητα, έκτασης, εκάστου, 500 τ.μ. (εκ των οποίων τα δύο θα ανήκαν σ' αυτήν και τα δύο στην Α. Π.) στην περιοχή Frumusani και ένα ακίνητο, έκτασης 3.000 τ.μ. (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία), στην περιοχή Dragomiresti και για το σκοπό αυτό απέστειλε στην πωλήτρια εταιρία, την 14-9-2007, το ποσό των 120.000,00 ευρώ και την 17-12-2007, το ποσό των 285.350,00 ευρώ. Εξ αυτών, η πρώτη καταβολή (120.000,00 ευρώ) εστάλη σε ατομικό λογαριασμό της ίδιας (πρώτης εναγομένης) στην Κύπρο και ακολούθως κατεβλήθη στον τρίτο εναγόμενο, με τραπεζική επιταγή και εκ της δεύτερης (καταβολής των 285.350,00 ευρώ), απεστάλη μέσω του λογαριασμού της ίδιας (πρώτης εναγόμενης), έμβασμα, ποσού 180.000,00 ευρώ σε λογαριασμό που της υπέδειξε ο τρίτος εναγόμενος και ποσού 105.000,00 ευρώ σε λογαριασμό της πωλήτριας εταιρίας. Ότι, από το συνολικό ποσό των 405.000 ευρώ που απέστειλε στους υποδειχθέντες από τον τρίτο εναγόμενο λογαριασμούς, ποσό 381.000 ευρώ καταβλήθηκε από την Α. Π. και ποσό 24.000 ευρώ από τον Δ. Α.. Ότι, στη συνέχεια, υπεγράφησαν, την 11-10-2007 και 18-12-2007, μεταξύ των υποψήφιων αγοραστριών και του τρίτου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της πωλήτριας εταιρίας, προσύμφωνα πώλησης των ως άνω ακινήτων, πλην, περί τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου 2008, λόγω αιφνίδιων οικονομικών προβλημάτων που η πρώτη εναγομένη αντιμετώπισε, ζήτησαν από τον τρίτο εναγόμενο να μην προχωρήσουν στην κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων και να επιστρέφει προς αυτές τα χρήματα που ήδη είχαν καταβάλει. Ότι, τελικά συμφωνήθηκε μεταξύ τους να επιστρέφει τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν, τμηματικά, εκχωρώντας προς αυτές κάθε φορά, ποσά από το τίμημα που θα εισέπραττε από την πώληση των ακινήτων προς τους ήδη ενάγοντες. Ότι η συμφωνία αυτή ήταν γνωστή στους τελευταίους και γι' αυτό ττεριελήφθη σχετικός όρος στο από 29-7-2008 συμβόλαιο αγοράς από την εταιρία συμφερόντων των εναγόντων, του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, ήτοι "...ο εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας δηλώνω ότι εξοφλήθηκε στο ακέραιο από την αγοράστρια εταιρία...από την Π. Β., ως πληρωμή που πραγματοποιήθηκε από την ίδια για την εταιρία με τραπεζική μεταφορά χρημάτων την 18.12.2007, σε συνέχεια της συμφωνίας πίστωσης που αποφασίστηκε μεταξύ της ίδιας και του εταίρου της αγοράστριας εταιρίας, κ. Π. Π., το Δεκέμβριο 2007". Ότι, βάσει της συμφωνίας τους, κάθε φορά που οι αγοραστές έπρεπε να καταβάλουν μέρος του τιμήματος στην πωλήτρια εταιρία, κατέθεταν στον λογαριασμό της πρώτης εναγομένης επιταγές διαφόρων ποσών και ο τρίτος εναγόμενος της έδιδε εντολή να παρακρατεί μέρος αυτών, με σκοπό ν' ακολουθήσει τελική εκκαθάριση και εξόφληση του καταβληθέντος τιμήματος και ότι για το λόγο αυτό από το σύνολο των επιταγών που κατέθεσαν οι ενάγοντες στον τραπεζικό λογαριασμό της, συνολικού ποσού 534.000,00 ευρώ, κατέθεσε στους τραπεζικούς λογαριασμούς, που της υπέδειξε ο τρίτος εναγόμενος, συνολικό ποσό 166.000,00 ευρώ, όπως ειδικότερα παρατίθεται και επιπλέον κατέβαλε, σε μετρητά, ποσό 13.000,00 ευρώ στον τρίτο εναγόμενο και ποσό 1.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα κατ' εντολή του τρίτου εναγομένου. Ότι με τον προαναφερθέντα τρόπο της εκχωρήθηκε από την πωλήτρια εταιρία, ποσό 354.000,00 ευρώ έναντι της συνολικής απαίτησης των 381.000,00 ευρώ, που αφορούσε τη συμμετοχή της ίδιας και της Π. Α. καθώς το υπόλοιπο των 24.000,00 ευρώ εκ του συνολικώς καταβληθέντος ποσού των 405.000,00 ευρώ, αφορούσε τη συμμετοχή του Α. Δ., ο οποίος παρέμεινε στην επένδυση, ενώ το υπόλοιπο των 27.000 ευρώ, ο τρίτος εναγόμενος υποσχέθηκε να καταβάλει μέχρι το τέλος του έτους 2014. Ότι το ποσό που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή της Π. Α. και τα ποσά που αυτή της δάνεισε, της τα επέστρεψε με καταθέσεις στον τραπεζικό λογαριασμό της τελευταίας και σε μετρητά, ήτοι την 12-6-2008, με κατάθεση ποσού 143.000,00 ευρώ, την 26-5-2008, με κατάθεση ποσού 190.000,00 ευρώ και με καταβολή μετρητών ποσού 27.000 ευρώ. Από την πρώτη εναγομένη προσκομίζεται και το με ημερομηνία 11-10-2007 ανυπόγραφο συμφωνητικό έγγραφο που φέρεται να καταρτίσθηκε μεταξύ του δευτέρου εναγομένου, ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία S..C.. L. I. G. S..R..L.. και της Π. Α. βάσει του οποίου ο πρώτος εγγυήθηκε προσωπικά προς την τελευταία την πιστή εκπλήρωση των όρων που συμφωνήθηκαν εκ μέρους της πωλήτριας με το από 24-9-2007 πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με ένα (1) οικόπεδο 500 τ.μ. στην περιοχή Frumusani. Επίσης, από τους ενάγοντες προσκομίζεται η από 14-7-2011 και με αριθμ, εκθ. κατ. 30180/19-7-2011 αγωγή που άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η Α. Π. εναντίον της πρώτης εναγόμενης, με την οποία αφού ισχυρίζεται ότι, την 17-12-2007, της παρέδωσε το ποσό των 285.000,00 ευρώ προκειμένου να το επενδύσει για την αγορά ενός ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, εκ των οποίων το ήμισυ (142.500,00 ευρώ) αφορούσε τη δική της (πρώτης εναγόμενης) συμμετοχή και ότι, την 12-6-2008, της επέστρεψε το ποσό των 142.500,00 ευρώ και την 17-2-2009, το ποσό των 110.000,00 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο εκ του αρχικώς καταβληθέντος ποσού, ποσό 32.500,00 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί στην καταβολή του. Την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της ως άνω αγωγής, ήτοι την 20-7-2011, συνετάγη, το προσκομισθέν από αμφότερες τις διάδικες πλευρές, ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της Α. Π., στο οποίο αφού αναφέρεται ότι αποφάσισαν να αγοράσουν από την εταιρία P. V. I. S..A.., τέσσερα ακίνητα (2 η κάθε μία) στην περιοχή Frumusani και ένα ακίνητο (1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία) στην περιοχή Dragomiresti και ότι κατέβαλαν για το σκοπό αυτό 96.000,00 ευρώ για την πρώτη αγορά και 285.350,00 ευρώ για τη δεύτερη (αγορά), το σύνολο των οποίων κατέβαλε η Α. Π. και ότι μετά την υπαναχώρηση εκ μέρους τους από τις αγοραπωλησίες, η πωλήτρια εταιρία κατέθεσε στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης το ποσό των 354.000,00 ευρώ, που η τελευταία απέδωσε στην Α. Π., καθώς και το υπόλοιπο ποσό των 27.000,00 ευρώ, δήλωσαν ότι η τελευταία ουδεμία απαίτηση διατηρεί έναντι της πρώτης από την προαναφερθείσα αιτία. Στην ως άνω λεπτομερή καταγραφή των κινήσεών της, η πρώτη εναγομένη προέβη προκειμένου να δικαιολογήσει το γεγονός της κατάθεσης από τους ενάγοντες σε προσωπικό της λογαριασμό χρηματικών ποσών του τιμήματος για την αγορά των επιδίκων ακινήτων και τούτο δοθέντος του βασικού της ισχυρισμού ότι π μόνη συμμετοχή της στη σχέση μεταξύ εναγόντων και συνεναγομένων της, περιορίσθηκε στη χορήγηση στον πρώτο εξ αυτών του τηλεφωνικού αριθμού του τρίτου εναγομένου. Όμως τα αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα από την πρώτη εναγόμενη αποδεικτικά στοιχεία, βρίθουν αντιφάσεων και ανακολουθιών και δημιουργούν στο Δικαστήριο πλείστες αμφιβολίες για την αλήθεια των ισχυρισμών αυτής. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε κατάρτιση μεταξύ της ιδίας (πρώτης εναγομένης), της Π. Α. και της πέμπτης εναγομένης, δύο πωλητηρίων εγγράφων (από 11-10-2007 και 18-10-2007) βάσει των οποίων φέρονται να προσυμφώνησαν την αγορά τεσσάρων ακινήτων στην περιοχή Frumusani και ενός ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, αντί συνολικού τιμήματος 405.000,00 ευρώ (120.000,00+285.350,00) εκ των οποίων ποσό 24.000,00 ευρώ κατέβαλε φυσικό πρόσωπο ονομαζόμενο Α. Δ., που, όμως, σε κανένα εκ των συνταχθέντων εγγράφων δεν αναφέρεται και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, μετά την υπαναχώρηση αυτής και της Π. Α. από τη σύμβαση πώλησης, επέμεινε στην επένδυσή του, με προφανή κατάληξη την κατάρτιση οριστικού συμβολαίου χωρίς να αναφέρονται τα στοιχεία αυτού αλλά και ποιο ακίνητο και σε ποια περιοχή αφορά η αγορά του. Από τα προσκομισθέντα, όμως, πωλητήρια έγγραφα, στο μεν από 11-10-2007, που αφορά τη συμφωνία αγοράς των τεσσάρων ακινήτων στην περιοχή Frumusani, αναφέρεται ως πωλήτρια άλλη εταιρία, η "S..C.. L. I. G. S..R..L.." και αγοράστρια μόνο η πρώτη εναγόμενη και όχι η Π. Α., ενώ στο από 11- 10-2007 συμφωνητικό έγγραφο, που επικαλείται η πρώτη εναγομένη για να δικαιολογήσει την απόφαση των συνεναγομένων της να της επιστρέφουν τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά, αναφέρεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος εγγυήθηκε προσωπικά την τήρηση των όρων του από 24-9-2007 πωλητηρίου εγγράφου για αγορά ενός ακινήτου 500 τ.μ. στο Frumusani. Επιπρόσθετα η Π. Α. στην εναντίον της πρώτης εναγομένης, κατατεθείσα αγωγή της, ανέφερε μόνο για την αγορά του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti και ότι της κατέβαλε την 17-12-2007, το ποσό των 285.350,00 ευρώ ενώ στο από 20-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συντάχθηκε την επόμενη ημέρα της κατάθεσης της ως άνω αγωγής, αναφέρεται τόσο η αγορά των τεσσάρων ακινήτων στην περιοχή Frumusani όσο και η αγορά του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti και η καταβολή εκ μέρους της (Π. Α.) συνολικού ποσού 381.350,00 (96.000,00+285.350,00) ευρώ. Περαιτέρω, αναφορικά με το επικαλούμενο ως καταβληθέν ποσό των 120.000,00 ευρώ, που μεταφέρθηκε σε προσωπικό της λογαριασμό στην Κύπρο, δεν προκύπτει ότι τούτο τελικά κατέληξε στην πωλήτρια εταιρία αφού δεν προσκομίζεται έγγραφο σχετικό με την έκδοση τραπεζικής επιταγής σε διαταγή του τρίτου εναγομένου, όπως αυτή επικαλείται, ενώ δεν δικαιολογείται για ποιο λόγο και τα δύο χρηματικά ποσά (120.000,00 και 285.350,00 ευρώ) φέρονται ότι κατέληξαν στην πωλήτρια εταιρία μέσω διαδρομής τους από προσωπικό λογαριασμό της πρώτης εναγομένης και όχι απευθείας σε λογαριασμούς αυτής (πωλήτριας εταιρίας). Τέλος, δε επικαλείται για να τεκμηριώσει τη γνώση των εναγόντων σχετικά με τη συμφωνία για "εκχώρηση" προς αυτήν μέρους της απαίτησης των συνεναγομένων της έναντι αυτών, τον σχετικό όρο που περιελήφθη, κατά τα άνω, στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, όπου και εκεί παρουσιάζεται η εξής αντίφαση: αναφέρεται ότι εξοφλήθηκε το αναγραφέν στο συμβόλαιο τίμημα από την Π. Β. "ως πληρωμή που πραγματοποιήθηκε από την ίδια για την εταιρία με την τραπεζική μεταφορά χρημάτων την 18.12.2007, σε συνέχεια συμφωνίας πίστωσης που αποφασίστηκε μεταξύ της ίδιας και του εταίρου της αγοράστριας εταιρίας, κ. Π. Π., το Δεκέμβριο 2007" πλην ούτε την 18-12-2007 μπορούσε να έχει γίνει οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων από αυτήν για λογαριασμό των εναγόντων ούτε τον Δεκέμβριο του 2007 μπορούσε να έχει γίνει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ πρώτης εναγομένης και πρώτου ενάγοντος, καθώς, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η πρώτη γνωριμία τους πραγματοποιήθηκε περί το τέλος Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουάριου 2008 ενώ, κατά τα ιστορούμενα από αυτήν, η συμφωνία με τους συνεναγομένους της για υπαναχώρηση από τις συμβάσεις πώλησης και "εκχώρηση" προς αυτήν μέρους του τιμήματος από τις συμβάσεις πώλησης προς τους ενάγοντες, πραγματοποιήθηκε περί το τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου 2008. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των δευτέρου, τρίτου και πέμπτης εναγομένων, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ισχυρίζονται σχετικά με το ακίνητο στο Ντραγκομιρέστι ότι δεν γνώριζαν τόσο κατά τις διαπραγματεύσεις όσο και κατά την κατάρτιση του συμβολαίου ότι αυτό ήταν χαρακτηρισμένο ως ζώνη πλημμύρας και προς τούτο κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 11-2-2014 όταν εκδόθηκε η υττ'αριθμ. 11792/2014 απόφαση, ο μάρτυρας Σ. Γ., ο οποίος με την ιδιότητά του ως μηχανολόγου μηχανικού συνεργάζεται μαζί τους για την έκδοση οικοδομικής άδειας στο συγκεκριμένο ακίνητο, αναφέροντας "...Η πρώτη ενέργεια που έκανε ο κύριος ...ς ήταν όταν έμαθε, όταν έμαθε το τονίζω γιατί δεν το ήξερε και ο ίδιος αλλιώς δεν θα αγόραζε...". Όμως, ο τελευταίος μάρτυρας σε σχετική ερώτηση της εισηγήτριας Δικαστή, δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει πειστικά το λόγο που ενώ δεν γνώριζαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, την ύπαρξη του ελαττώματος, τον Ιούνιο του 2008 κατέθεσαν ενώπιον της αρμόδιας Κοινοτικής Επιτροπής αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθμ.... έγγραφο, που τους γνώρισε ότι η εν λόγω υπηρεσία δεν είναι σύμφωνη με την αλλαγή γηπέδου, που ζήτησαν, καθώς αυτό βρίσκεται σε ζώνη πόλντερ, προκαλώντας την εύλογη αντίδραση της εισηγήτριας όταν εκείνος απάντησε: "Ξέρω ότι αυτό που έκανε ο κύριος ...ς είναι να ξεκινήσει να ψάχνει τι χρειάζεται για να προχωρήσει για οικοδομικές άδειες", αναρωτώμενης "Εφόσον έχει αγοράσει από το 2007 γιατί δεν προβαίνει σε αυτές τις ενέργειες από το 2007, δεν ήθελε άμεσα να αξιοποιήσει την έκταση που είχε αγοράσει;". Ο ίδιος μάρτυρας, περαιτέρω, διατύπωσε την άποψη ότι η επίδικη έκταση είναι οικοδομήσιμη για τη χρήση που ζητήθηκε "αποθήκες προς συσκευασμένα εμπορεύματα μη εύφλεκτα" υπό ορισμένες προϋποθέσεις και διαδικασίες (άδειες από περιβάλλοντα χώρο, ΔΕΗ, εταιρία διαχείρισης υδάτων, αποχαρακτηρισμός της ζώνης κ.λ.π.) και μετά από ειδική κατασκευή που πρόκειται να γίνει ώστε να διασφαλιστεί σε περίπτωση πλημμύρας, να μην πληγούν τα κτίσματα, ήτοι αυτά να κατασκευασθούν σε "ειδικούς πυλώνες για να φτάσει στο υψόμετρο που να μη μπορεί να καλυφθεί από οποιαδήποτε πλημμύρα". Βέβαια, ο προαναφερθείς μάρτυρας, ο οποίος αντλεί τις γνώσεις του από το τέλος του έτους 2011 με αρχές του 2012 όταν του ανατέθηκε η έκδοση κατασκευαστικής άδειας, διαψεύδεται από τον προρρηθέντα μάρτυρα, Σ. Κ., ο οποίος συνεργαζόταν με τους εναγόμενους (β, γ, ε εξ αυτών) πριν την αγορά του επίδικου ακινήτου (2007) και ο ίδιος τους είχε αποτρέψει από την αγορά του καθώς αυτό, όπως ήδη έχει λεχθεί, εμπίπτει σε ζώνη προστασίας πλημμυρών. Τη συνεργασία, άλλωστε, αυτή επιβεβαίωσε και ο έτερος μάρτυρας των ως άνω εναγομένων, Α. Κ., κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του, αναφέροντας "Γνωρίζω ότι συνεργάστηκε με κάποιον ... ενώ ο ίδιος μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι οι εν λόγω εναγόμενοι "έχουν ξεγελαστεί κατά τη μεταβίβαση" χωρίς, όμως, οι τελευταίοι να έχουν προβεί σε κάποια ενέργεια (δικαστική ή εξώδικη) έναντι των δικαιοπαρόχων τους, αφού ουδέν περί αυτού επικαλούνται, προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την απόκρυψη της πραγματικής κατάστασης του ακινήτου ενόψει του ότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, πρόθεσή τους ήταν μετά την αγορά του να προχωρήσουν σε ανοικοδόμηση αυτού και στη δημιουργία μεγάλου εμπορικού κέντρου. Χαρακτηριστικό, τέλος, της δόλιας προαίρεσης και συμπεριφοράς των εναγομένων είναι ότι ενώ οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτη εξ αυτών, επικαλέσθηκαν ότι ουδεμία γνώση είχαν για το ελάττωμα στο ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, αφού δεν ενημερώθηκαν σχετικά από τους δικαιοπαρόχους τους, τονίζοντας ότι θα ήταν ανέφικτο να γνώριζαν την ύπαρξη αυτού και να αγόρασαν ολόκληρο ακίνητο ελαττωματικό καθώς, όπως ανέφεραν, "εμείς παραμένουμε κύριοι των υπολοίπων 17.500 τ,μ. μέχρι σήμερα" (βλ. σελ 66 των από 3-1-2017 πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεών τους), από το προσκομισθέν με επίκληση από τους ίδιους, ως άνω, αρ. 11176 από 20.02.2013 πιστοποιητικό πολεοδομίας, προκύπτει ότι η εν λόγω υπολειπόμενη έκταση δεν ανήκει στην κυριότητα της πέμπτης εναγομένης καθώς αυτή με τρεις συμβάσεις αγοραπωλησίας με αριθμούς ... (αρ. κτηματ, ..., βιβλίο κτηματολογίου 503, αρ. κτηματ. ... βιβλίο κτηματολογίου ..., αρ. κτηματ. ..., βιβλίο κτηματολογίου 716), που καταρτίσθηκαν σε χρόνο μετά την άσκηση της πρώτης υπ'αριθμ. εκθ. κατ. ... αγωγής των εναγόντων, μεταβίβασε, αντίστοιχα, 10.259,00 τ.μ., 5.001,00 τ.μ. και 2.000,00 τ.μ., στην εταιρία P. F. V. R..L..H.. Η. ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων (πρώτης, δεύτερου και τρίτου), οι οποίοι ενήργησαν, κατόπιν συναπόφασης, με απόλυτη σύμπνοια απόψεων και δράσεων, αποτελεί παράνομη και υπαίτια (αρθρ. 330 εδ. β' ΑΚ), δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914 ΑΚ, 386 ΠΚ). Ειδικότερα, οι ως άνω εναγόμενοι εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους ενάγοντες, (στους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών) για το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti ότι αυτό ήταν οικοδομήσιμο και διαβεβαίωσαν αυτούς ότι επρόκειτο εκεί να ανεγερθούν εγκαταστάσεις εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και συναφούς χρήσης οικοδομημάτων, αποκρύβοντας ότι τούτο ευρίσκεται σε ζώνη πλημμύρας και ήταν αδύνατο να αξιοποιηθεί για την οικιστική ή επιχειρηματική χρήση που τους παρουσίασαν και αυτοί (ενάγοντες) προόριζαν, (σε άπαντες) για το ακίνητο στην περιοχή Frumusani, ότι το ανήκον στην ιδιοκτησία της πέμπτης εναγομένης, εκ του οποίου υποσχέθηκαν τη μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων, ευρίσκεται σε απόσταση 50 μ. από τη δημόσια οδό, γεγονός που καθιστά τούτο και συνακόλουθα και τα διαιρετά τμήματα, που προσυμφώνησαν τη μεταβίβασή τους, ιδιαίτερα προνομιακό, αποκρύβοντάς τους ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας αυτής (πέμπτης εναγόμενης), ήτοι αυτό που πράγματι της ανήκε κατά κυριότητα, ευρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 2,5 χλμ. από τη δημόσια οδό, έχοντας τούτο μηδενική αξία, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν στις ως άνω δηλώσεις βουλήσεως τους καίμε σκοπό να ιδιοποιηθούν τα ιδιαίτερα σημαντικά χρηματικά ποσά που τους κατέβαλαν εκ των οποίων ικανό ποσό, κατέληξε, μετά βεβαιότητας, στην περιουσία της πρώτης εναγόμενης, επί ζημία των εναγόντων αφού η πραγματική αξία αυτών, είναι μηδενική. Το γεγονός ότι για το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti έχει εκδοθεί το προαναφερθέν πιστοποιητικό πολεοδομίας, δεν διασφαλίζει και την τελική έκδοση οικοδομικής άδειας καθώς, όπως γίνεται σχετική αναφορά σ' αυτό, τόσο η έναρξη ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (PUZ) για το εν λόγω ακίνητο πρόκειται να πραγματοποιηθεί κατόπιν αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, όσο και το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUZ), που μέλλει να εκπονηθεί για τις λειτουργικές ρυθμίσεις που θα τύχουν εφαρμογής επ' αυτού, θα πρέπει να θεωρηθεί από πλειάδα αρχών μεταξύ των οποίων είναι η προαναφερθείσα υπηρεσία (Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων), που, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, έχει ήδη απαντήσει αρνητικά σχετικά με τη δυνατότητα αποχαρακτηρισμού της φυσικής ζώνης πόλντερ ενώ, όπως επισημαίνεται σ' αυτό (πιστοποιητικό πολεοδομίας), τούτο, ενδεχομένως, να αντικατασταθεί με άλλο που θα ζητηθεί για τη θεώρηση και έγκριση του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου, που να εξυπηρετεί την έκδοση της άδειας κατασκευής για τις εγκεκριμένες λειτουργίες και σε κάθε περίπτωση, εάν τελικά εκδοθεί οικοδομική άδεια γι' αυτό, θα αφορά την κατασκευή αποθηκών και εμπορικών χώρων για τρόφιμα και άλλα προϊόντα προσυσκευασμένα και όχι την ανέγερση εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και συναφούς χρήσης οικοδομημάτων, όπως ψευδώς τους είχαν διαβεβαιώσει και, μάλιστα, μετά τη δημιουργία πολυδάπανων κατασκευών (ειδικοί πυλώνες για την αποφυγή των υδάτων ενδεχόμενης πλημμύρας). Η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων δημιουργεί δικαίωμα των εναγόντων για ακύρωση των επίδικων δικαιοπραξιών και παράλληλα για ανόρθωση της ζημίας τους λόγω αδικοπραξίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το δικαίωμα, όμως, των εναγόντων για ακύρωση των δικαιοπραξιών έχει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, αποσβεσθεί, καθόσον έχει παρέλθει η διετής προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 157 ΑΚ......Περαιτέρω, μετά την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης λόγω της αδικοπραξίας των εναγομένων και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν.................. Η ζημία που οι ενάγοντες υπέστησαν, η οποία τελεί σ' αιτιώδη συνάφεια με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, ανέρχεται στο καταβληθέν από αυτούς τίμημα για την αγορά των επίδικων ακινήτων, δοθέντος ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η ενεστώσα αγοραία αξία των ακινήτων, είναι μηδενική, υπό την έννοια ότι δεν δύνανται να αξιοποιηθούν αυτά για την ανέγερση, με οττοιονδήττοτε τρόπο, κτισμάτων ή για την λειτουργία επ' αυτών οποιοσδήποτε άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, ήτοι: (η ζημία) του πρώτου εξ αυτών, (ανέρχεται) στο συνολικό ποσό των 281.000,00 (169.000 + 56.000 + 42.000 + 14.000) ευρώ, (η ζημία) του δεύτερου (ενάγοντος), (ανέρχεται) στο συνολικό ποσό των 197.000 (169.000 + 28.000) ευρώ και (η ζημία) του τρίτου (ενάγοντος), (ανέρχεται) στο ποσό των 56.000 ευρώ. Περαιτέρω, οι ενάγοντες από την προαναφερθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δικαιούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 299, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσουν από τους τελευταίους, χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής της προσωπικότητάς τους, το βαθμό και τη διάρκεια αυτής, την ένταση και τη διάρκεια της ψυχικής και συναισθηματικής αναστάτωσής τους, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το ύψος της οικονομικής ζημίας, την ένταση του δόλου των εναγομένων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και γενικά όλες τις συνθήκες, τηρούμενης και της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ χρησιμοποιούμενου μέσου και επιδιωκόμενου σκοπού, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος, κρίνει ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που οι ενάγοντες υπέστησαν, πρέπει να επιδικαστούν: στον πρώτο, το ποσό των 15.000,00 ευρώ, στον δεύτερο, το ποσό των 11.000,00 ευρώ και στον τρίτο, το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, τα οποία υποχρεούνται οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. Τα ποσά αυτά, αν και δεν μπορούν να εξαφανίσουν τη ζημιά επί του καθαρώς ηθικού αγαθού της τιμής και υπόληψης των εναγόντων, είναι εν τούτοις σε θέση να αμβλύνουν ως ένα βαθμό τα δυσάρεστα συναισθήματα που προκάλεσε σ' αυτούς η προσβολή, χωρίς να υποβαθμίζει την απαξία της επίδικης πράξης της εναγομένων, αλλά και χωρίς να καταλήγει σε οικονομική εξουθένωση αυτών με αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό των εναγόντων, γιατί τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, δηλαδή την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (Ολ.ΑΠ 9/2015, Ολ. ΑΠ 43/2005, ΑΠ 302/2016, Α.Π.1043/2014 ,ΑΠ 132/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαιούχοι των ως άνω ποσών αναφορικά με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην περιοχή Dragomiresti, είναι οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες, ως αμέσως ζημιωθέντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγόμενων, καθώς σ' αυτούς έλαβε χώρα η παράσταση εκ μέρους των τελευταίων (εναγόμενων) των ψευδών γεγονότων ως αληθινών βάσει των οποίων προέβησαν στη διάθεση των εν λόγω χρηματικών ποσών, ενεργώντας αυτοτελώς, ήτοι για δικό τους λογαριασμό και συμφέρον και όχι για λογαριασμό της τέταρτης ενάγουσας, της οποίας η σύσταση πραγματοποιήθηκε μεταγενέστερα και αφού είχε, ήδη, λάβει χώρα η περιουσιακή μετακίνηση των επιδίκων χρηματικών ποσών, αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες τήρησης της τυπικής διαδικασίας κατάρτισης του συμβολαίου μεταβίβασης και αυτή ουδεμία περαιτέρω λειτουργική ύπαρξη είχε, ενώ και κατά τη σύναψη του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, το νομικό πρόσωπο της τέταρτης ενάγουσας, συναλλάχθηκε μόνο για να προσδώσει νομιμότητα στην αγοραπωλησία, κατά τα ως άνω αναφερθέντα και ουδεμία συναλλακτική πρόθεση είχε. Τα ως άνω χρηματικά ποσά υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και πέμπτη εναγόμενοι, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής αφού δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα όχληση αυτών για την καταβολή τους σε προγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα, ο δεύτερος εξ αυτών ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πέμπτης εναγομένης, του οποίου η ιδιότητα συνομολογείται από αυτούς, που ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο διοικούσε και αντιπροσώπευε αυτήν και είχε υποχρέωση εποπτείας και ελέγχου της όλης δραστηριότητάς της, όπως και υποχρέωση πρόνοιας και προστασίας των εννόμων συμφερόντων των συναλλασσομένων μαζί της και ο τρίτος ως προστηθείς από αυτήν ενεργήσας εντός του κύκλου της υπηρεσίας και των καθηκόντων που του ανετέθησαν, φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβιάσεις των νομίμων υποχρεώσεών τους, για τους οποίους (δεύτερο και τρίτο) ευθύνεται εις ολόκληρον και η ίδια (πέμπτη εναγομένη)........ Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι οι ενάγοντες υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, την από 13-6-2011 έγκληση εναντίον των πρώτης, δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εναγομένων, με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος των τελευταίων ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία με αντίστοιχο όφελος άνω των 73.000 ευρώ (άρθρ. 45, 98 και 386 παρ. 1,3 εδ. β ΠΚ, όπως η παρ. 3 εδ. β, ίσχυε πριν την αντικατάστασή της από το άρθρ. 25 παρ. 1 εδ. ιδ' Ν. 4055/2012) και διατάχθηκε η διενέργεια ανάκρισης, κατά την οποία αποδόθηκε από την Ανακρίτρια του 5ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε βάρος των ήδη εναγομένων, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, η κατηγορία της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση από την οποία προκλήθηκε περιουσιακή ζημία με αντίστοιχο όφελος άνω των 120.000 ευρώ (άρθρ. 45, 98 και 386 παρ. 1,3 εδ. β' ΠΚ, όπως η παρ. 3 εδ. β, ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρ. 25 παρ. 1 εδ.ιδ' Ν. 4055/2012), μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 513/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αποφάνθηκε, αμετακλήτως, να μη γίνει κατηγορία σε βάρος των κατηγορουμένων. Η κρίση του ως άνω Συμβουλίου συνεκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο χάριν σεβασμού του προβλεπόμενου από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων, πλην δεν δεσμεύει τούτο καθώς από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται δεδικασμένο, κατ' άρθρ. 321 ΚΠολΔ, δεσμεύον το παρόν πολιτικό Δικαστήριο ......Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή, πρέπει, κατά την κύρια βάση της (αδικοπρακτική συμπεριφορά-απάτη των εναγομένων) παρελκούσης της έρευνας των επικουρικών βάσεων αυτής, να γίνει δεκτή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος και να υποχρεωθούν οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και πέμπτη εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, τα ως άνω αναφερθέντα χρηματικά ποσά, ενώ πρέπει (η κρινόμενη αγωγή) να απορριφθεί ως προς την τέταρτη ενάγουσα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού αποδείχθηκε ότι αυτή ως μη αμέσως ζημιωθείσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, δεν δικαιούται αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας αυτής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε αντίθετη κρίση και απέρριψε την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις (κύρια και επικουρικές), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και την εκτίμηση του προσαχθέντος ενώπιόν του αποδεικτικού υλικού. Πρέπει, συνεπώς, γενομένων δεκτών ως κατ' ουσίαν βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και αφού δικασθεί η κρινόμενη αγωγή, να γίνει δεκτή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά ένα μέρος ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενάγοντες και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς την τέταρτη ενάγουσα και να υποχρεωθούν οι πρώτη, δεύτερος, τρίτος και πέμπτη εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 296.000,00 ευρώ (281.000,00, ως αποζημίωση + 15.000,00 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), στον δεύτερο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 208.000,00 ευρώ (197.000,00, ως αποζημίωση + 11.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) και στον τρίτο ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 59.000,00 ευρώ (56.000,00, ως αποζημίωση + 3.000,00, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης. Πρέπει, επίσης, να απαγγελθεί σε βάρος των πρώτης, δεύτερου και τρίτου εναγομένων, λόγω της αδικοπραξίας τους, προσωπική κράτηση, διάρκειας πέντε (5) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, διάταξη για τον τέταρτο εναγόμενο Α. Π., ο οποίος με το αγωγικό δικόγραφο ενάγεται, ως μέτοχος της πέμπτης εναγομένης, μόνο για τις επικουρικές βάσεις της αγωγής και υπό την αίρεση ότι θα απορριφθεί η κύρια βάση περί αδικοπραξίας...". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων κατά της 12461/2018 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την από 17-11-2014 αγωνή, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη, κατά την κύρια βάση της (από αδικοπραξία). Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι α) η πρώτη των εναγομένων-εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), Β. Π., εμφανιζόμενη ως έχουσα επαφές και γνώση της αγοράς και των επενδυτικών ευκαιριών στη ..., ήρθε σε επαφή με τους δύο πρώτους ενάγοντες-εφεσίβλητους ήδη αναιρεσίβλητους, μέσω μεσίτη κοινού γνωστού, και αφού κέρδισε την εμπιστοσύνη τους, από το τέλος του 2007 και εφεξής, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσει τους τελευταίους καθώς και τον τρίτο ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, συνεργάτη των προαναφερομένων, να αγοράσουν ακίνητο στη ..., με προοπτική κερδών, λόγω της αύξησης της αξίας του, καθώς και ότι οι συνεναγόμενοί της-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, αξιόλογοι επιχειρηματίες, που εξειδικεύονταν στην αγορά αξιοποίησης και πώλησης ακινήτων στην κτηματαγορά της ...ς, διέθεταν προς πώληση ακίνητα, ιδιοκτησίας της εταιρείας τους, τα οποία αποτελούσαν μεγάλη ευκαιρία για όσους θα τα αγόραζαν, β) τον Μάρτιο 2008, οι δύο πρώτοι ενάγοντες επισκέφθηκαν, με επιμέλεια της πρώτης εναγομένης, τον Γ. Π. δεύτερο εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, στο τεχνικό του γραφείο στο Βουκουρέστι, ο οποίος τους επέδειξε χάρτη της περιοχής Ντραγκομιρέστι, με τα προς πώληση ακίνητα, συνολικού εμβαδού 27 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της εταιρείας «S..C.. P. V. I. S..A.. («Π. Β. Ι. Α..Ε..), της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής, με σκοπό τη δημιουργία εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και πολυκαταστημάτων, τους επέδειξε μάλιστα και μακέτα των ως άνω κτισμάτων, ακολούθησε δε και δεύτερη επίσκεψη στο Βουκουρέστι τον Απρίλιο του 2008 με επιμέλεια και συνοδεία της πρώτης εναγομένης, κατά την οποία συναντήθηκαν με τους Γ. Π. και Χ. Π., δεύτερο και τρίτο εναγομένους-εκκαλούντες, ήδη αναιρεσείοντες, όπου πεισθέντες από τις νέες διαβεβαιώσεις των εναγομένων αποφάσισαν την αγορά έκτασης 2.600 τ.μ. από το εν λόγω ακίνητο αντί τιμήματος 338.000 ευρώ, που θα καταβαλόταν ισομερώς, γ) τον Απρίλιο 2008 οι δύο πρώτοι ενάγοντες, πεισθέντες στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των εναγομένων για τη συγκεκριμένη επένδυση και μετά την πίεση των τελευταίων να επισπεύσουν τις κινήσεις τους, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που είχε εκδηλωθεί για την αγορά των ως άνω ακινήτων στην περιοχή Dragomiresti, προκατέβαλαν εξ ιδίων στους εναγόμενους το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά ακινήτου στην ως άνω περιοχή εμβαδού 2.600 τ.μ. ύψους 338.000 ευρώ, τμηματικά, στις 29-4-2008 40.000 ευρώ, στις 12-5-2008 103.000 ευρώ , στις 10-6-2008 195.000 ευρώ δ) για την κατάρτιση της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας για το ως άνω ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, όφειλαν, σύμφωνα με το δίκαιο της ...ς, να συστήσουν εταιρεία, κατά το ρουμανικό δίκαιο, προκειμένου να συμβληθεί αυτή ως αγοράστρια, η οποία (εταιρεία) συνεστήθη στις 24-7-2008, με την επωνυμία «Π. Τ. Ε. Ε..Π..Ε.., με έδρα το Βουκουρέστι, με εταίρους τους δύο πρώτους ενάγοντες, που μετείχαν, κατά ποσοστό 49% του εταιρικού κεφαλαίου έκαστος καθώς και ο δεύτερος των εναγομένων ...ς Ανδρέας, κατά ποσοστό 2% του εταιρικού κεφαλαίου, ο οποίος, μάλιστα, ορίστηκε και διαχειριστής της εταιρείας, προκειμένου, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του, να αναλάβει τη διεκπεραίωση της διαδικασίας μεταβίβασης, ε) το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για το προαναφερόμενο ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, καταρτίστηκε στις 29-7-2008, από συμβολαιογράφο Βουκουρεστίου, στ) στο τέλος Ιουλίου 2008, αμέσως μετά την κατάρτιση του άνω συμβολαίου, οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, μαζί και με την πρώτη εναγομένη, επέδειξαν στους τρείς πρώτους ενάγοντες και μία άλλη έκταση στην περιοχή Frumusani με τα προς πώληση ακίνητα συνολικού εμβαδού 65 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας της ιδίας ως άνω εταιρείας «S..C.. P. V. I. S..A.. («Π. Β. Ι. Α..Ε..), ευρισκόμενη εκτός σχεδίου πόλης δίπλα όμως στην εθνική οδό σε απόσταση μόλις 50 μ. από αυτήν, διαβεβαιώνοντας ότι τούτο την καθιστούσε προνομιακή, με σκοπό την ρυμοτόμηση και διαμόρφωσή της σε οικιστική περιοχή, με τη κατάτμηση και διαμόρφωση μικρότερων άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων εμβαδού 500 τ.μ. έκαστο, τους επέδειξαν μάλιστα το τοπογραφικό διάγραμμα των οικοπέδων και της όλης έκτασης μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλης, υποσχόμενοι και διαβεβαιώνοντάς τους για την μετά βεβαιότητας έγκριση του σχεδίου και για την δυνατότητα μεταβίβασης με οριστικό συμβόλαιο των άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων εφοδιασμένων ενός εκάστου με άδεια οικοδομής μέχρι το Σεπτέμβριο του 2009, ζ) οι τρεις πρώτοι ενάγοντες, πεισθέντες στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις των εναγομένων για τη συγκεκριμένη επένδυση και μετά την πίεση των τελευταίων να επισπεύσουν τις κινήσεις τους, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που είχε εκδηλωθεί για την αγορά, προκατέβαλαν στους εναγομένους, εξ ιδίων, το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά ακινήτων στην ως άνω περιοχή για τα οποία συντάχθηκαν προσύμφωνα συμβόλαια διότι, κατά τις δηλώσεις των εναγομένων, δεν μπορούσαν να συνταχθούν οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης πριν την έγκριση ένταξης της έκτασης στο σχέδιο πόλης και την έγκριση κατάτμησής του σε άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και συγκεκριμένα Α) ο πρώτος ενάγων, για την αγορά συνολικά οκτώ οικοπέδων εμβαδού 500 τ.μ. καθένα που ήταν τμήμα της ως άνω μεγαλύτερης έκτασης των 65.860 τ.μ. και συντάχθηκαν τα ...-... και ΝΟ FRU-CON -... πωλητήρια έγγραφα (προσύμφωνα) για τα επτά εξ αυτών μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγομένης πωλήτριας εταιρίας, ενώ για το όγδοο υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της πέμπτης εναγομένης, κατέβαλε στους εναγομένους τμηματικά το συμφωνηθέν τίμημα, συνολικού ύψους 56.000+ 42.000 + 14.000 = 112.000 ευρώ, την 1-9-2008, 4-9-2008 και 7-1-2009, αντίστοιχα, Β) ο δεύτερος ενάγων για την αγορά δύο οικοπέδων εμβαδού το καθένα 500τ.μ, που ήταν τμήμα της ίδιας ως άνω μεγαλύτερης έκτασης, και συντάχθηκε το ... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο) μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγομένης, κατέβαλε στους εναγομένους το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα ύψους 28.000 ευρώ στις 11-9-2008, Γ) ο τρίτος ενάγων για την αγορά τεσσάρων οικοπέδων εμβαδού 500 τ.μ. καθένα που ήταν τμήμα της ίδιας ως άνω μεγαλύτερης έκτασης και συντάχθηκε το ... πωλητήριο έγγραφο (προσύμφωνο) μεταξύ αυτού και της πέμπτης εναγόμενης, κατέβαλε στους εναγόμενους, το συμφωνηθέν συνολικό τίμημα ύψους 50.000 ευρώ στις 15-9-2008 η) οι ενάγοντες, εκ των υστέρων, αντιλήφθηκαν ότι το πωληθέν σ' αυτούς ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, βρισκόταν σε περιοχή, η οποία είχε χαρακτηριστεί από το ρουμανικό κράτος, ως ζώνη πλημμύρας και ήταν ενταγμένο στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών της πόλης του Βουκουρεστίου, επί του οποίου απαγορευόταν οποιαδήποτε ανοικοδόμηση ή χρήση του, όπως βεβαιώνεται από τα σχετικά έγγραφα των αρμόδιων ρουμανικών αρχών, το δε προσυμφωνηθέν προς πώληση σε αυτούς ακίνητο στην περιοχή Frumusani, ανήκει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και όχι στην πέμπτη εναγομένη και ότι το ακίνητο που πράγματι της ανήκε κατά κυριότητα, ευρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 2,5 χλμ. από τη δημόσια οδό, έχοντας τούτο μηδενική αξία, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των εναγομένων, οι οποίες ήσαν εν γνώσει τους ψευδείς ζ) οι εναγόμενοι ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, με απόλυτη σύμπνοια απόψεων και δράσεων, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στους ενάγοντες, (στους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών) για το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti ότι αυτό ήταν οικοδομήσιμο και διαβεβαίωσαν αυτούς ότι επρόκειτο εκεί να ανεγερθούν εγκαταστάσεις εμπορικού κέντρου, ξενοδοχείων και συναφούς χρήσης οικοδομημάτων, αποκρύβοντας ότι τούτο ευρίσκεται σε ζώνη πλημμύρας και ήταν αδύνατο να αξιοποιηθεί για την οικιστική ή επιχειρηματική χρήση που τους παρουσίασαν και αυτοί (ενάγοντες) προόριζαν, (σε άπαντες τους ενάγοντες) για το ακίνητο στην περιοχή Frumusani, ότι το ανήκον στην ιδιοκτησία της πέμπτης εναγομένης, εκ του οποίου υποσχέθηκαν τη μεταβίβαση διαιρετών τμημάτων, ευρίσκεται σε απόσταση 50 μ. από τη δημόσια οδό, γεγονός που καθιστά τούτο και συνακόλουθα και τα διαιρετά τμήματα, που προσυμφώνησαν τη μεταβίβασή τους, ιδιαίτερα προνομιακό, αποκρύβοντάς τους ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία τρίτου προσώπου και ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας αυτής (πέμπτης εναγόμενης), ήτοι αυτό που πράγματι της ανήκε κατά κυριότητα, ευρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 2,5 χλμ. από τη δημόσια οδό, έχοντας τούτο μηδενική αξία, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν στις ως άνω δηλώσεις βουλήσεως τους, τούτο δε έπραξαν οι εναγόμενοι με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο και αποκόμισαν, κατά τα ανωτέρω, σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων, θ) οι ενάγοντες δικαιούνται την ανόρθωση της προξενηθείσας σε βάρος τους ζημίας, περιουσιακής και μη, η οποία τελεί σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπρακτική συμπεριφορά απάντων των εναγομένων, ως αμέσως ζημιωθέντες εξ αυτής- και για το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti, δεδομένου ότι η ως άνω εταιρεία (Π. Τ. Ε. Ε..Π..Ε..) συνεστήθη εκ των υστέρων, όπως προεκτίθεται, αποκλειστικά και μόνον για τις ανάγκες τήρησης της τυπικής διαδικασία μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου, κατά το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δίκαιο της ...ς, ενώ υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων είναι οι εναγόμενοι, ως έχοντες προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ.Α.Π. 1/2022, Ολ.Α.Π. 3/2020, Ολ.Α.Π. 28/1998). Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς και η επίδραση του σφάλματος στο διατακτικό της απόφασης. Εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει, για τη θεμελίωση του λόγου τούτου, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, επιπλέον, με σαφήνεια και οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου καθώς και η έννομη συνέπεια, που, με βάση αυτές, διαγνώστηκε. (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 221/2018). Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως... 2. Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο, σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει, βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ., σύμφωνα με το οποίο "οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με το νόμο" και είναι συνέπεια της ενσωματώσεως της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας" με το νόμο 4596/2019. Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Το τεκμήριο αθωότητας, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό. Η εφαρμογή, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία ότι δεν είναι ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Τέτοια δε αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει, όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής πθ 6ϊδ ϊπ ίάθίτι, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ. Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της εττιδικάσεως αττοζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών. Οι ρυθμίσεις αυτές επιβάλλουν το δεδικασμένο να είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικό μόνον εντός της οικείας δικαιοδοσίας, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Αποδεικτική δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις άλλων δικαιοδοτικών κλάδων μπορεί να γίνει ανεκτή, μόνον, όταν υπάρχει σχετική νομοθετική πρόβλεψη, είτε σε διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, είτε σε διατάξεις της οικείας δικονομίας (όπως στο άρθρο 5 παρ. 2 Κ.Δ.Δ.). Η συνταγματική, άλλωστε, πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών, αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξεως, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος - ενάγοντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτής έννομης τάξεως. Η συνεπής εφαρμογή του ως άνω κριτηρίου (της διαταράξεως της ενιαίας έννομης τάξεως) θα έπρεπε να οδηγεί στο συμπέρασμα της δεσμεύσεως και του ποινικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη προγενέστερη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, δηλαδή, όταν η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου εκδίδεται σε πρώτο χρόνο και έπεται η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, πράγμα, όμως, που δεν συμβαίνει, καθ' όσον η τοιαύτη απόφαση (του πολιτικού δικαστηρίου) εκτιμάται ελεύθερα, με βάση τον κανόνα της ηθικής αποδείξεως, αλλά και κατά το άρθρο 62 Κ.Π.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι η ενότητα της έννομης τάξεως δεν είναι δυνατό να ισχύει μόνον προς τη μία κατεύθυνση, εξαρτώμενη από το τυχαίο γεγονός ότι έχει εκδοθεί πρώτα η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου. Ούτε είναι δυνατόν να υποστηριχθεί ότι πρέπει να αναστέλλεται η διαδικασία, κατά το άρθρο 250 του Κ.Πολ.Δικ. και συνακόλουθα η έκδοση της αποφάσεως του πολιτικού δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, διότι έτσι η αναστολή αυτή θα κατέληγε να είναι υποχρεωτική για το πολιτικό δικαστήριο, ενώ ο δικονομικός νομοθέτης την εντάσσει στη διακριτική του ευχέρεια, και μάλιστα, δίχως να δημιουργείται λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως επί μη αποδοχής του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, ενώ, επιπλέον, το πολιτικό δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμά την παρέλκυση που θα προκαλέσει η αναστολή της δίκης, ώστε να χορηγεί αυτήν με σύνεση. Τούτο, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να καθίσταται εκ των προτέρων γνωστή η έκβαση της ποινικής δίκης, διότι είναι δυνατόν το ποινικό δικαστήριο να οδηγηθεί σε καταδικαστική απόφαση για τον εναγόμενο, οπότε το τεκμήριο αθωότητας δεν θα ισχύει, και ο διαδραμών χρόνος της αναστολής θα καθίσταται εκ του αποτελέσματος ατελέσφορος, συμβάλλοντας έτσι στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης. Η μη ύπαρξη, άλλωστε, ενιαίας έννομης τάξεως ενισχύεται περαιτέρω και από τα ακόλουθα: α) από τη διαφορετική φύση της διαδικασίας και της ευθύνης και β) από τους διαφορετικούς κανόνες κατανομής του βάρους αποδείξεως. Ειδικότερα, στην ποινική δίκη ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής των αποδείξεων, σε αντίθεση με το σύστημα διαθέσεως και συζητήσεως της πολιτικής δίκης και του βάρους επικλήσεως και προσκομίσεως των αποδεικτικών μέσων από τους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Η προσκόμιση, αυτή και μόνη, της αθωωτικής αποφάσεως του εναγομένου, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, θα αρκούσε για να τεθεί εκποδών το υποβληθέν αποδεικτικό υλικό, η δε νομοθετική ρύθμιση για το βάρος των διαδίκων προσκομίσεως και επικλήσεως των αποδεικτικών μέσων, κατ' άρθρο 237 του Κ.Πολ.Δικ., θα καθίστατο κενό γράμμα. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι το τεκμήριο αθωότητας ενεργοποιείται, μόνον όταν προσκομιστεί με επίκλησή της η αθωωτική ποινική απόφαση στο πολιτικό δικαστήριο. Στα πολιτικά δικαστήρια ο εναγόμενος έχει βάρος να απαντήσει επί της αγωγής, είτε αρνούμενος απλά ή αιτιολογημένα είτε υποβάλλοντας ενστάσεις, εάν δε δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, το δικαστήριο μπορεί να θεωρήσει ως ομολογημένη την ιστορική βάση της αγωγής (άρθρο 261 του Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου, είναι ενδεχόμενο ακόμη και μετά την αθώωση του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, αυτός, ως εναγόμενος, να ομολογήσει την ιστορική βάση της αγωγής κατά το άρθρο 352 του Κ.Πολ.Δικ., σε αντίθεση με την προαναφερθείσα μη αυτοενοχοποίησή του, οπότε το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να θεωρήσει ως αποδεδειγμένη την ιστορική βάση της αγωγής, επί ποινή μάλιστα αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δικ., και να την δεχθεί κατ' ουσίαν. Απαιτείται, εξάλλου, διαφορετικός βαθμός δικανικής πεποιθήσεως για την κήρυξη ενός κατηγορουμένου ενόχου από το ποινικό δικαστήριο, σε σχέση με την παραδοχή πολιτικού δικαστηρίου ότι συντελέστηκε ένα αστικό αδίκημα, που είναι συγχρόνως και έγκλημα. Έτσι, στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος, κατ' εφαρμογήν της αρχής in dubio pro reo, ενώ, στην πολιτική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την κατάφαση δε αν διαπράχθηκε το ταυτιζόμενο με το ποινικό αστικό αδίκημα ο πολιτικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Επομένως, η αυτοτέλεια των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (ποινικής και πολιτικής) έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική. Επιβάλλεται, όμως, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του (κατηγορουμένου). Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως, τόσο στο αιτιολογικό - σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, αφού και τα δύο αυτά στοιχεία έχουν το ίδιο δεσμευτικό αποτέλεσμα, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη. Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται, όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο. Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.Α.Π. 4/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς( Α.Π. 45/2019, Α.Π. 2345/2009). Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών (Α.Π.723/2020, Α.Π. 20/2019, Α.Π.1662/2012, Α.Π. 2195/2009). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (Α.Π.828/2020, Α.Π. 103/2013, Α.Π.1270/ 2008, Α.Π. 1675/2006). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση τέτοιου κανόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (Α.Π. 1223/2022, Α.Π.894/2020, Α.Π. 799/2020). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν, από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 16/2022). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 34/2016). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου, υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 976/2020, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 69/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής, η ανταγωγή, καθώς και η ένσταση και η αντένσταση, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 470/2022, Α.Π 559/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 261/2016). Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν, δηλαδή, στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Από ουδεμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλεται η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη. Μόνον, αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 1189/2022, Α.Π. 407/2020, Α.Π. 112/2020). Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά, προφανώς διάφορα, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (Α.Π. 1135/2021, Α.Π. 1440/2002). Για να θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1999). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου. Α) Επί της από 11-6-2021 (Α') αιτήσεως αναιρέσεως (ως προς τους λοιπούς λόγους αυτής): Με το δεύτερο λόγο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι, λόγω της πλήρους έλλειψης μείζονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού, έχει ελλείψεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά από το Εφετείο και αφορούν στην ενεργητική νομιμοποίηση των Π. Π. και Δ. Τ., πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων. Οι αιτιάσεις αυτές που αφορούν στην έλλειψη μείζονος πρότασης, δηλαδή, στην έλλειψη νομικών διατάξεων, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, ο οποίος αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου, δια της ανεπάρκειας, ελλείψεων ή αντιφάσεων των παραδοχών της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητήματος, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση (Α') αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί άρσης της αυτοτέλειας νομικού προσώπου, τον οποίο, όμως, δεν πρότειναν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ήρθη η αυτοτέλεια της εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Π. Τ. Α..Π..Ε.., με έδρα το Βουκουρέστι της ...ς. Αντίθετα, από τις προεκτιθέμενες πλήρεις και σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύεται ότι το Εφετείο δεν αποφάνθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό, δηλαδή, την άρση της αυτοτέλειας της ως άνω εταιρείας, η οποία συνεστήθη, στις 24-7-2008, μεταξύ των δύο πρώτων εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων καθώς και του δεύτερου των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων στην υπό κρίση (Α') αίτηση αναίρεσης, ο οποίος, μάλιστα, ανέλαβε τη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας αυτής, αλλά δέχθηκε ότι η εταιρεία αυτή συνεστήθη, αποκλειστικά και μόνον, για την τυπική εγκυρότητα της μεταβιβαστικής συμβάσεως του επίδικου ακινήτου, στις 24-7-2008, από τη συμβολαιογράφο Βουκουρεστίου Gabriela Georgescu, η οποία το επικύρωσε στις 29-7-2008, όπως επιβαλόταν από τους κανόνες του δικαίου της ...ς, εφόσον το ακίνητο αυτό βρίσκεται εντός του εδάφους της χώρας αυτής, καθώς και ότι οι συνεννοήσεις μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την επικείμενη αγοραπωλησία, οι οποίες έλαβαν χώρα, προ της συστάσεως της ως άνω εταιρείας, ήτοι από το Νοέμβριο του 2007 μέχρι τον Ιούλιο του 2008 και, εντεύθεν, οι ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων προς τους ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, σχετικά με τα χαρακτηριστικά του ακινήτου και το επικερδές της συγκεκριμένης επένδυσης, συνεπεία των οποίων οι τελευταίοι παραπλανήθηκαν και στις 29-4-2008, 12-5-2008 και 10-6-2008, ήτοι μήνες προ της συστάσεως της ως άνω εταιρείας και προ της καταρτίσεως της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, προκατέβαλαν, εξ ιδίων πόρων, στους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες το τίμημα της επικείμενης αγοράς, ήτοι το ποσό των 338.000 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκαν. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικουρικώς, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν οι απατηθέντες και συγχρόνως οι αμέσως ζημιωθέντες εκ της αδικοπρακτικής τους συμπεριφοράς, ενώ η περιουσιακή ζημία επήλθε στην περιουσία της ως άνω εταιρείας. Ενόψει όσων προεκτίθενται, από τις σαφείς και αναλυτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι οι αμέσως ζημιωθέντες από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, καθώς αυτοί, ως εξαπατηθέντες από τους τελευταίους, προέβησαν στη διάθεση του ανωτέρω ποσού, εξ ιδίων, για δικό τους λογαριασμό και όχι για λογαριασμό της εταιρείας «Ε. Π. Τ. Α..Π..Ε.., η οποία συνεστήθη μεταγενέστερα, μετά την πάροδο μηνών, αφότου έλαβε χώρα η περιουσιακή μετακίνηση του επίδικου χρηματικού ποσού, αποκλειστικά και μόνον για τις ανάγκες τήρησης της, κατά το ρουμανικό δίκαιο, τυπικής διαδικασίας κατάρτισης του συμβολαίου μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, η οποία έλαβε χώρα μετά πάροδο επίσης αρκετών μηνών. Συνεπώς, ο λόγος αυτός με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες είναι αβάσιμος. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε το προβλεπόμενο από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, γιατί δεν ασχολήθηκε μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερεύνησε και την τέλεση του ποινικού αδικήματος της απάτης, χρησιμοποίησε λέξεις και εκφράσεις, που έθεσαν σε αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής απόφασης, ενώ το σκεπτικό της αστικής απόφασης καλύπτει ως αποδεδειγμένα όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, που ουσιαστικά ισοδυναμούν με απόδειξη της διάπραξης της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της απάτης από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι απηλλάγησαν με το απαλλακτικό βούλευμα. Επίσης, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου, οι αναιρεσείοντες, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν ότι το Εφετείο κατέληξε σε διαφορετικό από το αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς όμως να το αντικρούσει, ενόψει της σοβαρότητας του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Σύμφωνα με όσα παρατίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν αβάσιμες. Και τούτο διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το ως άνω απαλλακτικό βούλευμα (513/2013 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης) και αξιολόγησε τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διάταξης, που αποτέλεσαν τη βάση τόσο της ποινικής όσον και της αστικής ευθύνης των εναγομένων- εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, περιορίστηκε δε ρητώς μόνο σ' αυτά (δηλαδή τα στοιχεία, που αφορούν στην αστική ευθύνη των ανωτέρω) και κατέληξε, μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα, σε διαφορετικού του ως άνω βουλεύματος αποδεικτικό πόρισμα. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παρατιθέμενες παραδοχές, το Εφετείο, ως είχε υποχρέωση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε το ως άνω απαλλακτικό βούλευμα, χωρίς η υποχρέωση αυτή να ισοδυναμεί με δέσμευση τούτου από το εν λόγω βούλευμα και χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, σε χαρακτηρισμούς ή κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή δηλώσεις καταλογισμού της ποινικής ευθύνης στους αμετακλήτως απαλλαγέντες ή να αποφαίνεται άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή τους, προσέτι δε δεν χρησιμοποίησε, λέξεις και εκφράσεις, με τέτοιο τρόπο, ώστε να τίθεται υπό αμφισβήτηση η ορθότητα του απαλλακτικού βουλεύματος και του εξ αυτού παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας τούτων. Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι. Με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα λοιπά σκέλη τούτου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα υπ' αυτών αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι τη 2420/2011 άδεια από την Εθνική Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, το από 25-5-2010 μήνυμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας καθώς και τους ισχυρισμούς των αντιδίκων τους στο δικόγραφο των από 11-2-2014 προτάσεών τους. Ο λόγος αυτός, ως προς τα ανωτέρω δύο (2) έγγραφα, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαβεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσα και τα συγκεκριμένα, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, τα οποία μάλιστα μνημονεύονται ειδικώς και παρατίθεται το περιεχόμενό τους. Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. γιατί πλήττει την κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά από το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του δικογράφου των προτάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προτάσεις και οι σε αυτούς περιεχόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης και δη το πρώτο σκέλος τούτου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ.α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ., ως προς τα στοιχεία της θετικής γνώσης τους για το επικαλούμενο ελάττωμα του πωληθέντος ακινήτου και του προσυμφωνηθέντος προς πώληση ακινήτου, της εκ μέρους τους παράστασης ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή αποσιώπησης αληθινών γεγονότων, συνεπεία των οποίων παραπλανήθηκαν οι ενάγοντες-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι καθώς των ψευδών διαβεβαιώσεών τους για τη δυνατότητα ανοικοδόμησης του επίδικου ακινήτου στο Dragomiresti και για τη θέση και την εκπόνηση εργασιών του επιδίκου ακινήτου στο Frumusani, παραθέτοντας την ορθή, κατά την άποψή τους, κρίση, στην οποία όφειλε να αχθεί το Εφετείο. Συνεπώς, με τις αιτιάσεις αυτές, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας, ψέγουν το Εφετείο για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή, βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου περί τα πράγματα και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, η διαλαμβανόμενη στο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτη, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται δίδαγμα ή διδάγματα της κοινής πείρας, όπως η έννοια αυτών παρατίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθώς και τον κανόνα δικαίου, στην ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου αφορούν. Η αιτίαση αυτή, εξάλλου, είναι απαράδεκτη, καθόσον οι αναιρεσείοντες παραθέτουν κρίσεις των ιδίων, ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δηλαδή, ως προς την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη σε ανεπαρκείς και αντιφατικές παραδοχές αυτής, ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφορώντα στην εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ. Πλην όμως, από το περιεχόμενου του αναιρετηρίου προκύπτει ότι, με τον λόγο αυτό, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ότι οι παραδοχές της προσβαλλομένης δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των ως άνω κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή ότι οι παραδοχές αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν ορθώς εφαρμόστηκαν οι ως άνω διατάξεις, αλλά προβάλλουν αιτιάσεις, που αφορούν στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων καθώς επίσης και σε κρίσεις, που αναφέρονται στην, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση δε είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτίθεται, το Εφετείο, με πλήρεις και αναλυτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, διέλαβε όλα τα πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν το πραγματικό των κανόνων δικαίου που εφάρμοσε και αφορούν στην αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός εκάστου των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την εξ αυτής ζημία, που υπέστησαν οι τελευταίοι καθώς και τον άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ της αδικοπραξίας και της προξενηθείσας ζημίας. Με τον ένατο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του 11176/ 20.2.2013 πιστοποιητικό Πολεοδομίας, το οποίο προσκομίστηκε με επίκληση από τους εναγομένους- εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες και αναφέρεται στο αναιρετήριο δικόγραφο στη ρουμανική γλώσσα και σε επικυρωμένη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, ως προς το κρίσιμο στοιχείο που αφορά στο τι καλείται να αδειοδοτήσει η Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων και δη ότι, ενώ το ανωτέρω έγγραφο ρητώς αναφέρεται σε μελέτη που θα περιλαμβάνει τις τεχνικές κατασκευαστικές λύσεις, η αναιρεσιβαλλομένη, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, διαλαμβάνει ότι η όλη διαδικασία για την έναρξη του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου χρήζει αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων, η οποία θα κληθεί για να αποχαρακτηρίσει το επίδικο ακίνητο από ζώνη πόλντερ. Στο έγγραφο αυτό, το οποίο προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, εκτίθενται, εκτός των άλλων, ότι: "Με σκοπό την εκπόνηση Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (PUZ) για την κατασκευή Αποθηκών και Εμπορικών Χώρων για Τρόφιμα και άλλα προσυσκευασμένα, Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας. Κατόπιν της αιτήσεως που κατατέθηκε από την (1) Εταιρία P. F. W. S..R..L.., (2) P. T. I. S..R..L.., (3) B. I. S..R..L.., αντιπρόσωπος Γ. Π.... Για ακίνητο- οικόπεδο ή/και κατασκευές που βρίσκεται στο Νομό ΙΛΦΟΒ, Κοινότητα ΝΤΡΑΓΚΟΜΙΡΕΣΤΙ ΒΑΛΕ.... Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Νόμου αρ. 50/1991 σχετικά με την εξουσιοδότηση των εργασιών κατασκευής, όπως επανεκδόθηκε και συμπληρώθηκε, ΠΙΣΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ 1. Το Νομικό Καθεστώς: Το οικόπεδο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή της κοινότητας Ντραγκομιρέστι Βάλε. Το οικόπεδο επιφανείας 24.360,00 τ.μ. βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία των ακόλουθων ιδιοκτητών:... την Εταιρία P. T. I. S..R..L. .... Ο Δήμαρχος της Κοινότητας Ντραγκομιρέστι Βάλε έχει αδειοδοτήσει θετικά την ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ, σύμφωνα με την άδεια αρ. ... από τις 17.12.2012, με την τήρηση των όρων που επιβάλλονται μέσω της άδειας. 3. Το Τεχνικό Καθεστώς: Το οικόπεδο βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή σύμφωνα με το εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUG). Η έναρξη ενός Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το ως άνω αναφερόμενο οικόπεδο θα πραγματοποιηθεί κατόπιν της αδειοδότησης από τη Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων μιας μελέτης που θα αφορά τους όρους κατασκευής που υποχρεωτικά θα καθορίσει και τις τεχνικές κατασκευαστικές λύσεις, σύμφωνα με την άδεια αρ. 2420/2011 και σύμφωνα με το Κυβερνητικό Διάταγμα 7/2011, αριθμ. 32 για την τροποποίηση και τη συμπλήρωση του νόμου αρ. 250/2001 σχετικά με τη διαρρύθμιση του εδάφους και την πολεοδομία, για επιφάνειες τουλάχιστον 10.000 τ.μ. στην περίπτωση της λειτουργίας για την κατοίκηση και κατόπιν της απόκτησης μιας άδειας σκοπιμότητας που εκπονηθεί από τον προϊστάμενο-αρχιτέκτονα και θα εγκριθεί, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με την αρμοδιότητα, από τον πρόεδρο του νομαρχιακού συμβουλίου, με την προηγούμενη άδεια του δημάρχου της κοινότητας, μέσω της οποίας θα καθορίζεται η περιοχή που ακολουθεί να ρυθμιστεί μέσω ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (ΡUΖ), οι λειτουργικές κατηγορίες της ανάπτυξης και οι πιθανές υπηρεσίες, υποχρεωτικές ρυθμίσεις ή αναγκαίοι εξοπλισμοί δημοσίου συμφέροντος... Το παρόν πιστοποιητικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δηλωμένο σκοπό για: ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΤΟΠΙΚΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ (PUZ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΤΡΟΦΙΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΡΟΣΥΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ, ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ... Η λειτουργία που ζητείται δεν προβλέπεται στο παρόν Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (PUG), που έχει εγκριθεί για τη συγκεκριμένη περιοχή...". Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας παρατίθενται ανωτέρω, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι το γεγονός ότι για το ακίνητο στην περιοχή Dragomiresti έχει εκδοθεί το προαναφερθέν πιστοποιητικό πολεοδομίας, δεν διασφαλίζει και την τελική έκδοση οικοδομικής άδειας καθώς, όπως γίνεται αναφορά σ' αυτό, τόσο η έναρξη του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου για το εν λόγω ακίνητο πρόκειται να πραγματοποιηθεί κατόπιν αδειοδότησης από την Διοίκηση Ρουμανικών Υδάτων όσο και το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο που μέλλει να εκπονηθεί για τις λειτουργικές ρυθμίσεις που θα τύχουν εφαρμογής επ' αυτού, θα πρέπει να θεωρηθεί από πλειάδα αρχών, μεταξύ των οποίων η προαναφερόμενη υπηρεσία καθώς και σε κάθε περίπτωση, εάν τελικά εκδοθεί οικοδομική άδεια γι' αυτό, θα αφορά την κατασκευή αποθηκών και εμπορικών χώρων για τρόφιμα και άλλα προϊόντα προσυσκευασμένα, ορθώς ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος. Β) Επί της από 18-6-2021 (Β') αιτήσεως αναιρέσεως: Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι τόσον αυτή όσον και οι λοιποί συνεναγόμενοί της επέδειξαν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος των εναγόντων- εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων παραβίασε το ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, τεκμήριο αθωότητάς της, αμφισβητώντας το 513/2013 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται στο πρόσωπο των εγκαλουμένων το αδίκημα της απάτης, αποδίδοντας, κατ' ορθή εκτίμηση των περιεχομένων στο λόγο αυτό αιτιάσεων, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, καθόσον, όπως εκτίθεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με αυτές του ως άνω αμετακλήτου βουλεύματος, δεν παραβίασε τις συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση για την απόφασή του. Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος -όπως στην προκειμένη περίπτωση- η υποχρέωση συνεκτιμήσεως, όμως, δεν ισοδυναμεί σε οποιαδήποτε περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστηρίου. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια συνισταμένη κατά τους ισχυρισμούς της στην παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 του Α.Κ. και 386 του Π.Κ. υπαγάγοντας εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ανωτέρω διατάξεις. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ενώ από το αποδεικτικό υλικό δεν προέκυψε ότι αυτή υπέδειξε τα ακίνητα στους ενάγοντες- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους ή ότι τους έπεισε να προβούν στην επίμαχη αγορά ούτε ότι αυτή γνώριζε την πραγματική και νομική κατάσταση των ακινήτων, κατά το χρόνο αγοράς ούτε ότι αυτή είχε οποιαδήποτε σχέση με την πωλήτρια εταιρεία ούτε ότι αυτή έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή ή άλλο παράνομο όφελος από την καταβολή του τιμήματος, εν τούτοις, το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτή, όπως και οι λοιποί συνεναγόμενοί της είχαν αδικοπρακτική σε βάρος των εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων συμπεριφορά. Οι ως άνω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, καθόσον δεν αφορούν σε νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά κρίσεις και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την αξιολόγηση και της στάθμιση των αποδείξεων. Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Με τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του Α.Κ., καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού δεν αναφέρεται ποια είναι η ζημιογόνος συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα που τη βαρύνει καθώς ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Από τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, διέλαβε όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία στοιχειοθετείται η αδικοπρακτική συμπεριφορά της ήδη αναιρεσείουσας σε βάρος των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της προξενηθείσας σε βάρος τους ζημίας. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 106, 179, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει α) την από 11-6-2021 αίτηση των 1) Γ. Π., 2) Χ. Π., 3)Α. Π. και 4) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "«S..C.. P. V. I. S..A.. (Π. Β. Ι. Α..Ε.., και β) την από 18-6-2021 αίτηση της Β. Π., για αναίρεση της 2053/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Απορρίπτει την από 11-6-2021 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Απορρίπτει την από 18-6-2021 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένου του αμέσως αρχαιότερου μέλους της συνθέσεως, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ