Αριθμός 2042/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα και Φανή Καραγιάννη. Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Τόγια. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3 Νοεμβρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3362/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιουλίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1400 παρ. 1, 2 και 1401 εδ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου προϋποθέτει: λύση ή ακύρωση του γάμου, ή κατ` ανάλογη εφαρμογή, διάσταση των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια, αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου και τη μη επέλευση της (διετούς) παραγραφής της αξιώσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ: "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το άρθρο 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (βλ. ΑΠ 1673/2011, ΑΠ 215/2011, ΑΠ 932/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), διαδοχικώς, τις παρακάτω τέσσερις αγωγές για συμμετοχή στα αποκτήματα αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου τους: Α) Την από 8-12-2003 (αρ. εκθ. καταθ.11263/2003), πρώτη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 22-12-2003 και με την οποία ισχυρίσθηκε: α) ότι με τον εναγόμενο τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 7-8-1983, από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα σήμερα τέκνα, την Α. και τον Η.-Λ., αλλά ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 746/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 12-9-2003, β) ότι μετά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-2-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Κολυμπάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε αιτία δωρεάς την κυριότητα μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79 τ.μ., κείμενης στον πρώτο όροφο της οικοδομής που βρίσκεται στην …, επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 500/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με το αντιστοιχούν στα ποσοστά αυτά δικαίωμα ανέγερσης Β' και Γ' ορόφων πάνω από το ισόγειο αξίας του εν λόγω ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσης 820.000 δραχμών ή 2.406,45 ευρώ, γ) ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η οικοδομή αυτή ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε, προέκυψε δε, μετά την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών, το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 117 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο ποκόπεδο 430/1000, και το υπό στοιχ. Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 22 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000, δ) ότι το ως άνω ακίνητο κατασκευάστηκε με κοινά χρήματα του οικογενειακού τους ταμείου και συγκεκριμένα με ποσό δανείου 10.000.000 δραχμών ή 29.347 ευρώ, που έλαβε ο εναγόμενος από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ποσό δανείου 12.300.000 δραχμών ή 36.097 ευρώ που έλαβε η ίδια (ενάγουσα) από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και ποσό 43.000 ευρώ, το οποίο αυτή δαπάνησε για προσθήκες στο ακίνητο και το οποίο προήλθε από διάφορα δάνεια που η ίδια έλαβε από τράπεζες, αναφέροντας επί πλέον, ότι ολόκληρο το μισθό της διέθετε για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να αποταμιεύει εισοδήματα, ενώ η ίδια προσέφερε και τις υπηρεσίες της στο συζυγικό οίκο (φροντίδα εναγομένου, φροντίδα και επίβλεψη ανηλίκων τέκνων) και ε) ότι η συνεισφορά της στην αξία των κατασκευών του ακινήτου ανήλθε σε ποσοστό 35% για τον εναγόμενο και 65% για την ίδια, ανερχόταν δε η αξία του ενδίκου ακινήτου στο ποσό των 407.965 ευρώ και μετ' αφαίρεση της αξίας αυτού κατά το χρόνο της δωρεάς ποσού 2.406 ευρώ, στο ποσό των 405.559 ευρώ. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών η ενάγουσα, να αναγνωριστεί ότι η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συντελέσθηκε κατά ποσοστό 50% με τη δική της συμβολή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 202.779,50 ευρώ, που αναλογεί στη συμβολή της, επικουρικά δε να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 της αύξησης της περιουσίας του και να υποχρεωθεί να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 135.186,33 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5570/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο την απέρριψε ως αόριστη, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 14-2-2006 και την μη άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής. Β) Την από 1-2-2006 (αρ. εκθ. καταθ. 1973/2006), δεύτερη κατά σειρά αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 27-2-2006 και με την οποία ισχυρίσθηκε, πέραν των όσων ισχυρίζεται στην προηγούμενη αγωγή περί τελέσεως του γάμου τους και της αμετάκλητης λύσης αυτού, και τά εξής: α) ότι ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου τους είχε μηδενική περιουσία, αλλά κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους απέκτησε δυνάμει δωρεάς το αναφερόμενο και στην προηγούμενη αγωγή ακίνητο, αξίας κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας οικοδομής 25.478 ευρώ και σε τιμές κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου τους (το 2003) 30.000 ευρώ, β) ότι η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου, μετά την ανακαίνισή του και την προσθήκη των δύο προαναφερόμενων ορόφων, ανήρχετο σε 390.000 ευρώ και μετ' αφαίρεση του ποσού των 30.000 ευρώ, που ανήρχετο η αξία της δωρεάς και του ποσού των 45.000 ευρώ στο οποίο ανήρχετο το σύνολο των βαρυνόντων το ακίνητο δανείων, ήτοι συνολικά του ποσού των 75.000 ευρώ (30.000+45.000), στο ποσό των 315.000 ευρώ, το οποίο συνιστά την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, γ) ότι στην αύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου, συνέβαλε και η ίδια, κατά ποσοστό 50%, κατά τον ακόλουθο τρόπο: 1) με το αναφερόμενο και στην προηγούμενη αγωγή δάνειο που έλαβε από τον ΟΕΚ, ύψους 12.300.000 δραχμών, 2) με δάνειο στον εναγόμενο από το γαμπρό της, ποσού 1.000.000 δραχμών, κατά το έτος 1996, τον οποίο δεν επέστρεψε και υποχρεώθηκε να εξοφλήσει αυτή, 3) με την αξία της προαναφερθείσας δωρεάς εργασίας για την κατασκευή του άνω ακινήτου (μελέτες, έκδοση αδείας, επίβλεψη) από τον γαμπρό της Ι. Γ., η οποία αποτιμάται σε 8.000 ευρώ, 4) με δάνειο που έλαβε από την κ. Δ., ποσού 400.000 δραχμών, το έτος 1996, το οποίο εξόφλησε αυτή, 5) με την αξίαν της προσφερθείσας δωρεάν εργασίας από τους ανηψιούς της για τις σιδηροκατασκευές και αλουμινοκατασκευές, η οποία αποτιμάται σε 1.000.000 δραχμές, 6) με την αξία εκπτώσεων διάφορων υλικών που της έγιναν από διάφορες επιχειρήσεις, λόγω συνεργασίας τους με το περιοδικό "ΟΔΗΓΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ", στο οποίο εργάζεται, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 4.500 ευρώ, 7) από δάνεια που έλαβε το Σεπτέμβριο του 1997 προς αποπεράτωση της οικοδομής, από ιδιώτες και τράπεζες, συνολικού ποσού 45.000 ευρώ και 8) με απασχόλησή της στην ανατροφή, επίβλεψη και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, η οποία ήταν πέραν της συνήθους και της επιβαλλόμενης από τις οικογενειακές συνθήκες, καθώς και τα εισοδήματα που ελάμβανε από τις δύο εργασίες της. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 50% και ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 157.500 ευρώ, και επικουρικά να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 105.000 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2889/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δέχθηκε μεν ότι στηριζόταν στην ίδια ιστορική αιτία με την προηγούμενη, πλην όμως την απέρριψε ως αόριστη, για τους αναφερόμενους σ'αυτήν λόγους. Και η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 14-11-2007 και τη μη άσκηση κατ' αυτής ενδίκων μέσων. Γ) Την από 12-11-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 10920/2007), τρίτη κατά σειρά αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 14-11-2007, με την οποία ισχυρίζεται τα ίδια με την προηγούμενη αγωγή, αναφέροντας ειδικότερα ότι η συνεισφορά του εναγομένου στο επίδικο ακίνητο ανέρχεται σε 54.824 ευρώ και η δική της σε 55.641 ευρώ, πλέον του ποσού των 49.630 ευρώ για τις προσθήκες και τον εξοπλισμό του ακινήτου μετά τον Σεπτέμβριο του 1997, που προήλθε από δάνεια που έλαβε από τράπεζες, ακολούθως δε ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των 474.200 ευρώ, ανέρχεται σε ποσοστό 50%, και να υποχρεωθεί κατόπιν τούτου ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσόν των 237.100 ευρώ, επικουρικά δε να αναγνωριστεί ότι η συμβολή της ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης αυτής και να της επιδικαστεί νομιμοτόκως το ποσόν των 158.000 ευρώ. Δικάσιμος της αγωγής αυτής ορίσθηκε αρχικά η 21-1-2008 και μετ' αναβολή η 5-5-2008, κατά την οποία, όμως, η ενάγουσα παραιτήθηκε του δικογράφου αυτής. Δ) την από 3-11-2008 (αρ.εκθ. καταθ.10238/2008), τέταρτη κατά σειρά (ένδικη) αγωγή, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 4-11-2008, και με την οποία ισχυρίσθηκε τα εξής: α) Ότι με τον εναγόμενο τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 7-8-1983, από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα σήμερα τέκνα, την Α. και τον Η.-Λ., αλλά ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 746/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 12-9-2003, β) ότι κατά τον ως άνω χρόνο τέλεσης του γάμου τους, τόσον αυτή, όσο και ο εναγόμενος εστερούντο οποιασδήποτε περιουσίας, πλην όμως, μετά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-2-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Κολυμπάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε αιτία δωρεάς την κυριότητα μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79 τ.μ., κείμενης στον πρώτο όροφο οικοδομής που βρίσκεται στην Ηλιούπολη, επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 500/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με αντιστοιχούν στα ποσοστά αυτά δικαίωμα ανέγερσης Β'και Γ'ορόφων πάνω από το ισόγειο, γ) ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η οικοδομή αυτή ανακαινίστηκε και επεκτάθηκε, προέκυψαν δε με την ολοκλήρωση των οικοδομικών εργασιών το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 117 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 430/1000 και το υπό στοιχ. Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 22 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000, δ) ότι με τον τρόπο αυτό αυξήθηκε η περιουσία του εναγομένου κατά το ποσό των 355.764 ευρώ και ότι η ίδια συνέβαλε στην αύξηση αυτή κατά 50%, με την χωρίς αμοιβή σύνταξη μελέτης και έκδοση οικοδομικής άδειας της επίδικης οικοδομής από τον γαμβρό της Ι. Γ., με αποταμιεύσεις της προηγουμένων ετών, με την προσφορά των εισοδημάτων από την εργασία της και τις υπηρεσίες της στην συζυγική οικία, με τις εκπτώσεις τιμών που έλαβε από επιχειρηματίες σε είδη που τοποθετήθηκαν στην επίδικη οικοδομή και με δάνεια που αυτή έλαβε. Ειδικότερα με την ένδικη αγωγή ισχυρίσθηκε: 1) Ότι η αξία της δωρεάς κατά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών το έτος 1994 ανερχόταν στο ποσό των 25.478 ευρώ, β) ότι η αξία του όλου ακινήτου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου (2003) ανερχόταν στο ποσό των 375.400 ευρώ και σε τιμές κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, στο ποσό των 509.440 ευρώ, γ) ότι, η αξία της δωρεάς κατά το χρόνο άσκηση της ένδικης αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ το ποσό των ανεξόφλητων δανείων του εναγομένου που χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής, ανερχόταν κατά τον ίδιο χρόνο σε 33.675,60 ευρώ, και ως εκ τούτου από την ανωτέρω αξία του ακινήτου, ύψους 509.440 ευρώ, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 153.675,60 ευρώ και έτσι η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 355.764 ευρώ και δ) ότι η συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της ανέρχεται στο ποσό των 98.531,37 ευρώ και συγκεκριμένα: 1) στο ποσό των 8.000 ευρώ για την χωρίς αμοιβή σύνταξη μελέτης και έκδοση οικοδομικής άδειας της επίδικης οικοδομής από το γαμβρό της Ι. Γ., 2) στο ποσό των 10.000 ευρώ από αποταμιεύσεις της προηγούμενων ετών, 3) στο ποσό των 33.080 ευρώ από εισοδήματα από την εργασία της και την παροχή υπηρεσιών στην συζυγική οικία, πέραν της αναγκαίας συνεισφοράς της στις ανάγκες της οικογένειας, όπως ειδικότερα το ποσό αυτό αναλύεται στην αγωγή, 4) στο ποσό των 2.935 ευρώ από δάνειο του ως άνω γαμβρού της, 5) στο ποσό των 1.174 ευρώ από δάνειο που έλαβε από την κ. Δ., 6) στο ποσό των 2.935 ευρώ από δωρεάν προσφορά εργασίας των ανηψιών της, 7) στο ποσό των 2.905 ευρώ από εκπτώσεις τιμών που έλαβε από επιχειρηματίες σε είδη που τοποθετήθηκαν στην επίδικη οικοδομή, 8) στο ποσό των 40.437,92 ευρώ που δαπάνησε προς αποπεράτωση της οικοδομής μετά το 1997 που διασπάστηκε ή έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο και το οποίο προέρχεται από δάνεια που έλαβε από τράπεζες και τους μισθούς από την εργασία της. Ζήτησε δε κατόπιν αυτών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της αγωγής της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 50%, καθώς επίσης, ότι ο εναγόμενος της οφείλει για την συμβολή της αυτή το ποσό των 177.882 ευρώ ( 355.764 : 2), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση των με αριθμούς καταθέσεων 11263/2003 και 38285/2006 προηγούμενων αγωγών της, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή, που απορρίφθηκαν ως αόριστες, ήτοι από 20-12-2003, άλλως από 27-12-2006, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Επικουρικά δε ζήτησε, λόγω της τεκμαρτής κατά 1/3 συμβολής της στην άνω αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος της οφείλει το ποσό των 118.588 ευρώ ( 355.764 : 3), με το νόμιμο τόκο ως ανωτέρω. Από το περιεχόμενο των άνω τεσσάρων αγωγών είναι φανερό, ότι αυτές έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφού τα μεν νομικώς ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, στα οποία ερείδεται το υποβαλλόμενο αίτημα, είναι ταυτόσημα και στις τέσσερις αγωγές, το δε αίτημα είναι απλώς ποσοτικά ελαττωμένο στην τέταρτη αγωγή σε σχέση με το αίτημα των προηγούμενων. Το γεγονός δε ότι στην τέταρτη αγωγή υπολογίζεται η οικονομική αξία της περιουσίας που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου σε μικρότερο ποσόν, καθώς και ότι η οικονομική αξία της συμβολής της ενάγουσας στα αποκτήματα του εναγομένου σε μικρότερο ποσό έναντι των άλλων αγωγών, προφανώς δεν μεταβάλλει την ιστορική αιτία του τελικού αιτήματος, αλλά συνιστά απλά ποσοτικό περιορισμό, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει ακόμη και με τις προτάσεις στα πλαίσια μιας και μόνης δίκης. Επίσης, σε όλες τις αγωγές η ποσοστιαία συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, προσδιορίζεται σε ποσοστό 50% της αύξησης αυτής, γίνεται μόνο μερική διαφοροποίηση ως προς τους τρόπους της συμβολής της στις προηγούμενες αγωγές, κατά κανόνα όμως σε όλες, οι τρόποι αυτοί αναφέρονται σε δάνεια, μισθούς από την εργασία της, δωρεάν παροχές συγγενικών της προσώπων και προσφοράς υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, σε τρόπον ώστε οι όποιες μικρές διαφοροποιήσεις ως προς αυτό, να μη μεταβάλλουν την ιστορική αιτία. Άλλωστε, το πραγματικό της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα (άρθρο 1400 ΑΚ), συνίσταται στη συμμετοχή αυτή καθ' εαυτή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, επίκληση του ως άνω ουσιώδους στοιχείου, γίνεται κατά τα ανωτέρω και στις τέσσερις αγωγές. Εξάλλου, σε ότι αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο (άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β'του ΑΚ), δεν μπορεί να γίνει λόγος για διαφορετική αγωγή, αφού μοναδική προϋπόθεση για την άσκησή της είναι η επίκληση της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, κάτι που γίνεται σε όλες τις αγωγές, χωρίς να βαρύνεται η ενάγουσα με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής της καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε του ουσιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και της περιουσιακής αύξησης του εναγομένου. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η ένδικη αγωγή έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τις προηγούμενες, αποδεικνύεται δε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η πρώτη των άνω αγωγών ασκήθηκε εντός διετίας από τη λύση του γάμου των διαδίκων, ώστε με την άσκησή της να διακοπή η παραγραφή της αξιώσεως της ενάγουσας, και εφόσον η αγωγή αυτή , όπως και η δεύτερη, απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους, ήτοι λόγω αοριστίας, ενώ ως προς την τρίτη έγινε νόμιμη παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφό της, καθεμία δε από τις επόμενες αγωγές ασκήθηκε το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής και την παραίτηση από την τρίτη, αντιστοίχως, η ασκηθείσα με την ένδικη αγωγή αξίωση της ενάγουσας από τα αποκτήματα του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή. Το Εφετείο επομένως, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, και μετά την παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, κατά παραδοχή της ένστασης του αναιρεσείοντος και μετ'απόρριψη της αντέστασης της αναιρεσίβλητης περί διακοπής της παραγραφής, είχε δεχθεί ότι η ένδικη αγωγική αξίωση υπέκυψε στην άνω διετή παραγραφή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξει των άρθρων 1400, 1401 εδ. 3 και 263 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, ο περί του αντιθέτου δε πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, καθώς και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν ισχυρισμούς οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμού που δεν έχει επανυποβληθεί νόμιμα ενώπιον του εφετείου δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 περ. 8 εδ.β ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το εφετείο, όταν εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και κρατεί την υπόθεση, δικάζει κατ` ουσίαν τη διαφορά, στα πλαίσια όμως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, δηλαδή μόνο ως προς τα θιγέντα με την έφεση κεφάλαια. Έτσι, αν το εφετείο κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή του λόγω παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, ερευνά μεν περαιτέρω κατ' ουσίαν την αγωγή, όχι όμως και τυχόν ενστάσεις του εναγομένου, που είχαν μεν υποβληθεί πρωτοδίκως, δεν επαναφέρονται όμως και ενώπιόν του κατά τον οριζόμενο από το άρθρο 240 ΚΠολΔ τρόπο, διότι διαφορετικά, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού η αυτεπάγγελτη έρευνα και των ενστάσεων αυτών, εκφεύγει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (Α.Π. 1209/2011, Α.Π.446/2011, Α.Π. 1494/2009, Α.Π. 1710/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί συμψηφισμού της ανταξίωσής του από τα αποκτήματα της αναιρεσίβλητης κατά την διάρκεια του γάμου τους, ποσού 52.026 ευρώ, με την αγωγική αξίωση της τελευταίας από τα δικά του αποκτήματα, αν και την ένσταση αυτή προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε νομίμως με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου, σε κάθε περίπτωση δε, όφειλε αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη του την ένσταση αυτή, μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής της αναιρεσίβλητης. Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει, ότι δεν γίνεται επίκληση του άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ούτε και περιέχεται σ' αυτές σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων αυτού που τον περιείχαν. Επομένως το Εφετείο, που δεν ερεύνησε τον άνω ισχυρισμό (ένσταση συμψηφισμού) του αναιρεσείοντος, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού το κεφάλαιο αυτό δεν ενέπιπτε εντός μεταβιβαστικών πλαισίων της έφεσης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β'ΚΠολΔ ( αληθώς μόνο από τη διάταξη αυτή και όχι εκείνη από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου που επικαλείται ο αναιρεσείων, αφού πρόκειται για ισχυρισμό --ένσταση-- που δεν λήφθηκε υπόψη και όχι για αίτηση που δεν δικάστηκε) και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν.1329/1983,"Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της πρώτης συζητήσεως της αγωγής. Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζητήσεως ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γεννέσεως της αξιώσεώς του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει αυξηθεί και να ζητήσει αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού. Επίσης, ο εναγόμενος, μπορεί κατ' ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας του, την αφαίρεση του παθητικού αυτής, το οποίο υπάρχει κατά το χρόνο παροχής έννομης προστασίας δηλαδή κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου. Εάν το περιουσιακό αντικείμενο, στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος, έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, η σχετική αξίωση του δικαιούχου συζύγου μετατίθεται σε αυτό. Εξάλλου, η συμβολή μπορεί να γίνει όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου υπό οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή διαφόρων υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα, κατά θετικό ή αρνητικό (με εξοικονόμηση δαπανών) τρόπο, όπως είναι η παροχή εργασίας στην οικογενειακή στέγη εφόσον οι παροχές αυτές υπερβαίνουν το μέτρο εκπλήρωσης της υφισταμένης, από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωσης για κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες. Ειδικότερα δε, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 1400 ΑΚ στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ` αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ .../1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: << Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 7-8-1983, ο οποίος λύθηκε με την υπ' αριθ. 746/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 12-9-2003. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, την Α. και τον Λ.-Η., που είναι ήδη ενήλικα. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους οι διάδικοι δεν είχαν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο. Μετά την τέλεση του γάμου τους, ο εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-2-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Κολυμπάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε αιτία δωρεάς την κυριότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 79 τ.μ., κείμενης στο Α'όροφο οικοδομής, που βρίσκεται επί οικοπέδου 160 τ.μ., στην .., επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... μετά του αναλογούντος ποσοστού συγκυριότητος επί του οικοπέδου 250/1000, καθώς και το 1/2 εξ αδιαιρέτου των 500/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου με το αντιστοιχούν στα ποσοστά αυτά δικαίωμα ανέγερσης Β'και Γ'ορόφων πάνω από το ισόγειο. Σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο, η αξία του εν λόγω ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσης αυτού προσδιορίστηκε στο ποσό των 820.000 δραχμών (ή 2.406,45 ευρώ). Ακολούθως, και μετά την έναρξη των εργασιών ανακαίνισης και επέκτασης της οικοδομής, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, περιήλθε στον εναγόμενο, δυνάμει της υπ' αριθ. 9008/1995 πράξεως τροποποίησης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το Α-1 διαμέρισμα του Α'ορόφου της οικοδομής, επιφάνειας 117 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 430/1000 και το Β-1 διαμέρισμα του Β'ορόφου, επιφάνειας 22 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000, ενώ με την υπ' αριθ. .../1995 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου, οι δύο ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες ενοποιήθηκαν σε μία νέα οριζόντια ιδιοκτησία, με τη μορφή μεζονέτας. Συγκεκριμένα, αφού εκδόθηκε η υπ' αριθ. 825/16-12-1994 οικοδομική άδεια με επιμέλεια του πολιτικού μηχανικού Ι. Γ., συζύγου της αδελφής της ενάγουσας, άρχισαν στις αρχές του έτους 1995 οι εργασίες προσθήκης τμήματος κατ' επέκταση του υπάρχοντος Α'ορόφου και καθ' ύψος Β'ορόφου και τελικώς προέκυψαν οι προαναφερόμενες ιδιοκτησίες, ήτοι το υπό στοιχ. Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 117 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 430/1000, και το υπό στοιχ. Β-1 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, εμβαδού 22 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 70/1000, που αποτέλεσαν μία μεζονέτα. Ουσιαστικά, όμως, η ανωτέρω άδεια χρησιμοποιήθηκε για την εξ αρχής ανοικοδόμηση της ως άνω μεζονέτας, αφού από την υπάρχουσα κατασκευή παρέμειναν δύο τοίχοι και τμήμα της πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα, επιφάνειας 42 τ.μ., ενώ όλο το υπόλοιπο κτίσμα κατεδαφίστηκε. Ακολούθησε η κατασκευή της μεζονέτας και το καλοκαίρι του 1997 είχαν εκτελεστεί εργασίες σε ποσοστό 85%, ενώ υπολείπονταν η εγκατάσταση των ειδών υγιεινής στα δύο μπάνια, ξυλουργικές εργασίες, δάπεδα, η υδραυλική και ηλεκτρολογική αποπεράτωση των εγκαταστάσεων, τα καλοριφέρ, σύνδεση λέβητα με όλα τα παρελκόμενα του καλοριφέρ, φωτισμός και σύνδεση των ηλεκτρικών συσκευών, έπιπλα κουζίνας νεροχύτη, μπαταρίες, πλακάκια κουζίνας κα βάψιμο εσωτερικών τοίχων. Όμως, από το έτος 1996 δημιουργήθηκαν προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων και το καλοκαίρι του 1997 επήλθε διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους. Ενόψει αυτού, η ενάγουσα αναγκάστηκε να εγκατασταθεί μαζί με τα δύο τέκνα της στην ως άνω οικία, παρά τις υφιστάμενες ελλείψεις σ' αυτή, και κατά τα επόμενα έτη ολοκλήρωσε την εκτέλεση των εργασιών που απέμεναν για την πλήρη αποπεράτωση του ακινήτου. Κατά την έναρξη των εργασιών ανοικοδόμησης της μεζονέτας η αξία του ακινήτου, που είχε περιέλθει λόγω δωρεάς στον εναγόμενο, ανερχόταν, λαμβανομένου υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος του υπάρχοντος κτίσματος κατεδαφίστηκε, στο ποσό των 25.000 ευρώ. Κατά την ολοκλήρωση των εργασιών, το συνολικό κόστος κατασκευής της ως άνω μεζονέτας, είχε ανέλθει στο ποσό των 85.553 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας της επιφάνειας και της καλής κατασκευής διαμερίσματος. Το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης αυτής μέχρι το έτος 1997, που επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, καλύφθηκε με τα χρήματα δύο δανείων που έλαβε ο εναγόμενος στο όνομά του από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, ποσού 10.000.000 δραχμών ή 29.347 ευρώ και 12.300.000 δραχμών ή 36.097 ευρώ, αντιστοίχως, ήτοι συνολικού ποσού 65.444 ευρώ, ενώ κατά το ποσό των 10.109 ευρώ η δαπάνη καλύφθηκε από την ενάγουσα ως εξής: α) με το ποσό των 6.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή του μηχανικού Ι. Γ. για τη σύνταξη της μελέτης και την έκδοση της οικοδομικής άδειας, την οποία αυτός δεν έλαβε λόγω της συγγενικής σχέσης με την ενάγουσα, της οποίας είναι γαμβρός, β) με το ποσό των 2.935 ευρώ από δάνειο, το οποίο έλαβε ο γαμβρός της ενάγουσας και το οποίο εξόφλησε η ενάγουσα και γ) με το ποσό των 1.174 ευρώ από δάνειο της γνωστής της ενάγουσας Δ., το οποίο κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου και το οποίο εξόφλησε η ενάγουσα. Εξάλλου, μετά την εγκατάσταση της ενάγουσας στη μεζονέτα, η τελευταία δαπάνησε σταδιακά για την αποπεράτωση των εργασιών το ποσό των 10.000 ευρώ, που προήλθε από καταναλωτικά δάνεια και από το μισθό της. Συμμετοχή της ενάγουσας με άλλο τρόπο στην κατασκευή της μεζονέτας, όπως από αποταμιεύσεις παλαιοτέρων ετών, δεν αποδείχθηκε. Ειδικότερα, από την τέλεση του γάμου μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος στο Τ.Ε.Β.Ε., ενώ μέχρι το έτος 1987 απασχολείτο και ως εκδότρια του περιοδικού "ΟΔΗΓΟΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ". Σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των διαδίκων (που ήταν κοινές μέχρι το έτος 1996), τα δηλωθέντα από αυτή εισοδήματά της, από το 1982 έως και το 1996, ανήλθαν στα ποσά των δραχμών 374.172, 497.308, 748.293, 825.027, 914.116, 1.096.023, 1.361.568, 1.645.234, 1.795.585, 1.762.564, 2.107.962, 2.412.218, 3.134.416 και 3.315.681, αντίστοιχα για καθένα έτος. Ουδόλως, όμως, αποδείχθηκε, ότι μέρος των παραπάνω εισοδημάτων της αποταμιεύτηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση των δαπανών ανέγερσης της ένδικης μεζονέτας κατά τη διετία 1995-1996, οπότε και εκτελέστηκε το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών εργασιών. Αντιθέτως, όπως ήδη αναφέρθηκε, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης η ενάγουσα διέθεσε μέρος των εισοδημάτων της, ύψους 10.000 ευρώ, για την αποπεράτωση των εργασιών της μεζονέτας. Σημειώνεται, ότι κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα τα δηλωθέντα από τον εναγόμενο ετήσια εισοδήματά του ανήλθαν στα ποσά των δραχμών 524.441, 648.279, 711.044, 858.352, 1.026.775, 1.220.747, 1.513.607, 1.809.822, 2.036.803, 2.189.134, 2.376.919, 2.750.170, 3.094.054 και 3.559.377. Ωστόσο, ούτε και ο εναγόμενος διέθεσε μέρος των ανωτέρω εισοδημάτων του ευθέως για την αντιμετώπιση των δαπανών ανέγερσης της οικοδομής, αφού ούτε και ο ίδιος προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό. Επίσης, δεν αποδείχθηκε, ότι οι υπηρεσίες της ενάγουσας κατά τη διάρκεια του γάμου για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (ανατροφή ανηλίκων τέκνων, περιποίηση συζυγικού οίκου κλπ) υπερέβησαν το επιβαλλόμενο σ' αυτή από την υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των εν λόγω οικογενειακών αναγκών μέτρο. Επομένως, η ενάγουσα συνεισέφερε συνολικώς στην προαναφερθείσα δαπάνη για την κατασκευή της μεζονέτας το συνολικό ποσό των 20.109 ευρώ (6.000+2.935+1.174+10.000). Σύμφωνα με τα παραπάνω, με βάση τη συνολική δαπάνη ανέγερσης της συγκεκριμένης οικοδομής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, ανήλθε στο ποσό των 85.553 ευρώ, η ενάγουσα, καταβάλλοντας για την αποπεράτωση του διαμερίσματος το ποσό των 20.109 ευρώ, συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά ποσοστό 23,50% (20.109 Χ 100/85.553). Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η αξία της μεζονέτας κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (Σεπτέμβριος 2003) ανερχόταν στο ποσό των 220.000 ευρώ, από το οποίο αφαιρείται η αξία της δωρεάς, ανερχόμενης κατά τον ως άνω χρόνο, στο ποσό των 85.000 ευρώ, καθώς και τα τότε υπόλοιπα των δανείων, ύψους 51.582 ευρώ. Επομένως, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επήλθε αύξηση της περιουσίας του εναγομένου (τελική περιουσία), με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει αξίωση συμμετοχής σ' αυτή κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 23,50%. Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής η εμπορική αξία της μεζονέτας, όπως προκύπτει από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ενόψει της θέσεως, του εμβαδού και της παλαιότητας αυτής, ανερχόταν στο ποσό των 310.000 ευρώ, ενώ η αξία της δωρεάς στο ποσό των 120.000 ευρώ και το ανεξόφλητο μέρος των δανείων, στο ποσό των 32.509 ευρώ. Επομένως, μετ' αφαίρεση των τελευταίων ποσών, η αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου ανέρχεται στο ποσό των 157.491 ευρώ [310.000 μείον (120.000+32.509)] και ως εκ τούτου η αξίωση της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 37.010 ευρώ (157.491 Χ 23,50%). Έπειτα από τα παραπάνω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί κατά την κύρια βάση αυτής, αφού η συμμετοχή της ενάγουσας δεν υπερβαίνει το τεκμήριο του 1/3. Όμως, κατά την επικουρική βάση η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, αφού, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, ως εφεσίβλητου, περί μικρότερης της τεκμαιρομένης συμβολής της ενάγουσας, η συμμετοχή της τελευταίας ανήλθε, όπως αναφέρθηκε, σε ποσοστό 23,50% και επομένως δεν αποδείχθηκε μηδενική συμβολή, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί, ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 37.010 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της πρώτης αγωγής, ήτοι από 23-12-2003, μέχρι την εξόφληση, δεδομένου ότι, εάν η ως αόριστη απορριφθείσα καταψηφιστική αγωγή, επανεγερθεί και, εκδικασθείσα, γίνει δεκτή, όπως η κρινόμενη, οι επί του επιδικαστέου κεφαλαίου αναλογούντες τόκοι, ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής>>. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπετηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, για τον καθορισμό της αύξησης της τελικής περιουσίας του αναιρεσείοντος, ορθώς αφαιρέθηκε από την τελική περιουσία του, εκτός των άλλων, και το παθητικό αυτής (ανεξόφλητα δάνεια), στο ύψος που βρισκόταν κατά την συζήτηση της αγωγής, αφού ο χρόνος αυτός είναι κρίσιμος για τον υπολογισμό της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή, ενώ ο χρόνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, λαμβάνεται υπόψη μόνο για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Επίσης, με επάρκεια καθορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συμβολή της ενάγουσας κατά το ποσό των 10.000 ευρώ προς αποπεράτωση της επίδικης οικίας μετά το έτος 1997 που επήλθε οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αφού σαφώς αναφέρονται σ' αυτήν οι ανεκτέλεστες εργασίες κατά τον ως άνω χρόνο, για τις οποίες απαιτείτο να δαπανηθεί τουλάχιστον το πιο πάνω ποσόν, το οποίο η ενάγουσα εξοικονόμησε σταδιακά από τους μισθούς της και καταναλωτικά δάνεια που έλαβε. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου αποτελεί εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 102/2003, 414/2000), η λήψη δε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας του εγγράφου που περιέχεται η εξώδικη ομολογία, δεν ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δεν είναι μηδενική, αλλά ότι αυτή ανέρχεται σε ποσοστό 23,50%, συνισταμένη σε χρήματα που δαπάνησε και τις άλλες παροχές που προσέφερε, για την κατασκευή και αποπεράτωση της αναφερόμενης στις προηγούμενες σκέψεις οικία του τελευταίου, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα: 1) τις προτάσεις που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση, στις 23-3-1998, τακτικής αγωγής της για την ανάθεση της οριστικής επιμέλειας των τέκνων τους και την επιδίκαση της διατροφής τους, στις οποίες ομολογεί ότι δεν έκανε καμιά δαπάνη αγοράς και τοποθέτησης εγκαταστάσεων και ειδών στο διαμέρισμα του εναγομένου, αλλά όλες οι εγκαταστάσεις υπήρχαν και αυτή προέβη μόνο στη δαπάνη για τη σύνδεση των συσκευών, 2) τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης επί της συζητηθείσης στις 11-11-2002 αγωγής της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί διατροφής των τέκνων τους, στις οποίες ομολογεί ότι έλαβε δάνεια από διάφορες τράπεζες προκειμένου να αντιμετωπίσει τα έξοδα των τέκνων τους και ιδίως τις δαπάνες για την εκπαίδευσή τους, 3) πρόχειρο σημείωμα του γαμβρού της Ι. Γ. με υπολογισμό του κόστους της άδειας ανοικοδόμησης της μεζονέτας στο ποσό των 1.193.739 δραχμών (3.503,27 ευρώ), ποσό που του κατέβαλε ο ίδιος, 4) α. την υπ' αριθ. .../1-3-2006 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Μ.-Β., β. τις φωτογραφίες που απεικονίζουν την κατάσταση στην οποία άφησε η αναιρεσίβλητη το ακίνητο, έχοντας αφαιρέσει όλες τις εγκαταστάσεις που θεωρεί και επικαλείται ως συμβολή στην αποπεράτωση της επίδικης οικίας και γ) την από 28-2-2006 "εξώδικη-δήλωση-προσφορά-διαμαρτυρία" της αναιρεσίβλητης, που επιδόθηκε σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) την 1-3-2006, στην οποία ομολογεί ότι απομάκρυνε από το ένδικο ακίνητο τα ιδιόκτητα κινητά της πράγματα και θα παραιτηθεί των αντίστοιχων κονδυλίων της αγωγής της. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο περιέχεται στην τρίτη σκέψη της παρούσης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων και αυτά που ισχυρίζεται ότι περιέχεται εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης περί μηδενικής συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους, για την συναγωγή του ανωτέρω πορίσματός του. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθμ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και αποτελούν άρνησή τους, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και χρησιμοποιούνται προς απόδειξη αυτοτελών ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς προταθέντα πρωτοδίκως και ενώπιόν του ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, "ότι οι δαπάνες που ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη ότι πραγματοποίησε μετά την εγκατάστασή της το 1997 στο ακίνητο δεν συνδέονται με την κατασκευή και την αποπεράτωσή του και δεν επαύξησαν την αξία του, δεδομένου ότι αφορούν κινητά πράγματα και συνδέσεις συσκευών που αυτή αφαίρεσε αποχωρώντας από το ακίνητο". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα και συμπέρασμα του αναιρεσείοντος που αντλείται από τις αποδείξεις και χρησιμοποιείται προς απόδειξη της ενστάσεώς του, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 3362/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24-07-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3362/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος απο τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις18 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ