Αριθμός 807/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι..Σ..Μ.. Ε. Α. Ε.", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευφροσύνη Φιλινδρή και Στέφανο Παντζαρτζίδη. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ…., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 374/2006 μη οριστική και 193/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σωκράτης Πλαστήρας διάβασε την από 4-11-2022 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 3-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 26/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 3-4-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../2015), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 26/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015-ΦΕΚ Α'87/23-7-2015, έναρξη ισχύος 1.1.2016), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, με την από 7-7-2005 (αριθμ. καταθ. ../2005), αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, ισχυριζόμενη ότι με την από 1-12-1975 σύμβαση μίσθωσης ο ειδικός δικαιοπάροχός της εκμίσθωσε στην Α. Α. το 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου, για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, έναντι μηνιαίου μισθώματος, το οποίο, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές διαμορφώθηκε στο ποσό των 1.198,50 ευρώ και ότι με εξώδικη δήλωσή της, επικαλούμενη την ύπαρξη των προϋποθέσεων των άρθρων 7 και 8 του π.δ/τος 34/1995, ζήτησε να της καταβληθεί αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα σε ποσοστό 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, καθώς και ότι η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή της διαφοράς μεταξύ του καταβαλλόμενου και του αναπροσαρμοζόμενου μισθώματος, ζήτησε την καταβολή του συνολικού ποσού των 4.588,79 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 374/2006 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 193/2011 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη άσκησε την από 12-7-2011 (αριθμ. καταθ../13-7-2011) έφεση, με την οποία αιτήθηκε, την απόρριψη της αγωγής της αντιδίκου της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας, στη θέση της εκκαλούσας, η οποία απεβίωσε, μετά την άσκηση της έφεσης στις 31-7-2012, υπεισήλθε ο εκ διαθήκης κληρονόμος της, ανιψιός της, Δ. Κ., ο οποίος και συνέχισε τη δίκη. Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, δίκασε αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμ. 26/2015 απόφαση, με την οποία, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την από 7-7-2005 αγωγή και, ακολούθως, απέρριψε αυτήν κατ' ουσία. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφ. α' και 2 εδάφ. α' του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που καθορίζεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως όχι κατώτερο του 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του 4%, ενώ για τις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού το ποσοστό αυτό (6% και 4%, αντίστοιχα) υπολογίζεται επί της αγοραίας αξίας του μισθίου, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν διαφορετική ρύθμιση, οι οποίοι και πρέπει να μνημονεύονται στη σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία για αναπροσαρμογή του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η πρώτη αναπροσαρμογή (δηλαδή σε ποσοστό 6% ή 4%, αντίστοιχα, επί των παραπάνω προσδιοριζόμενων αξιών) γίνεται με δεδομένα αντικειμενικά και μετά πάροδο διετίας, η οποία υπολογίζεται από το χρόνο που άρχισε να ισχύει η μίσθωση, ήτοι από την έναρξη της λειτουργίας της και όχι από το χρόνο που αυτή καταρτίστηκε (Ολ.ΑΠ 31/1996, 12/1994, ΑΠ 73/2020, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 349/2006). Προκύπτει, επίσης, ότι το μίσθωμα που θα προκύψει, κατ' εφαρμογή των στοιχείων εξειδίκευσης που εισάγει το άρθρο 8 (αλλά και το άρθρο 9) του π.δ/τος 34/1995, γίνεται απαιτητό από την κοινοποίηση σχετικής έγγραφης όχλησης του εκμισθωτή (άρθρο 7 παρ. 5 του ίδιου π.δ/τος), ο οποίος, αν βραδύνει να τη γνωστοποιήσει στο μισθωτή, υφίσταται την οικονομική απώλεια που αντιστοιχεί στο χρόνο της καθυστέρησής του (ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 1620/2010, ΑΠ 1256/2007, ΑΠ 349/2006). Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το μίσθωμα αναπροσαρμόζεται αυτόματα από την πιο πάνω χρονική στιγμή και ο εκμισθωτής, με την έγγραφη όχληση, μπορεί να ζητήσει το μίσθωμα στο ύψος που έχει αναπροσαρμοστεί αυτόματα και, στη συνέχεια, με τις ετήσιες αυξήσεις όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του π.δ/τος 34/1995. Η σταδιακή αυτή αναπροσαρμογή ισχύει και για το χρόνο της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης, εκτός αν αυτή έχει αποκλειστεί συμβατικά ή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα (Ολ.ΑΠ 9/1992, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 314/2013, ΑΠ 736/2012, ΑΠ 1620/2010). Για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των μίσθιων ακινήτων που υπάγονται στις εν λόγω διατάξεις λαμβάνεται υπόψη, κατ' άρθρ. 8 παρ. 1 του ίδιου π.δ/τος, η τιμή ζώνης και οι λοιποί αναφερόμενοι σ' αυτές συντελεστές, όπως καθορίζονται από τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που έχουν εκδοθεί με βάση το άρθρ. 41 του ν. 1249/1982, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 14 του ν. 1473/1984 (ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 349/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά Νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα, δε, αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2016, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1370/2019). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 95/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 474/2017). Έτι περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται από το άρθρο 240 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 376/2018, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 128/2008). Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΠ 387/2022, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 161/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περ. α` του ΚΠολΔ αιτίαση ότι, το Εφετείο με το να δεχθεί, ως βάσιμο, τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την κατ' ουσίαν παραδοχή της ένστασής του, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, την οποία είχε προτείνει κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο έφεσης, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, έλαβε υπόψη ισχυρισμούς οι οποίοι απαραδέκτως προτάθηκαν από τον εκκαλούντα για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσπάθειά του να βελτιώσει το περιεχόμενο της προταθείσας, κατά την πρωτοβάθμια δίκη ως άνω ένστασής του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός (περί απαραδέκτου της ενστάσεως) προβλήθηκε από την εφεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση του λόγου έφεσης, ούτε, σε κάθε περίπτωση από τις προτάσεις της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας ενώπιον του παραπάνω δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει, μετά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι τον παραπάνω ισχυρισμό της περί απαραδέκτου της ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου τον είχε προτείνει, ως εφεσίβλητη με νόμιμο τρόπο στο Εφετείο, δηλ. με τις από 16-12-2013 προτάσεις της (που κατατέθηκαν στις 30-12-2013, όπως εμφαίνεται από την επισημείωση της Γραμματέως), που υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ` αυτό της εφέσεως του αντιδίκου της, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και μπορούσε να προβληθεί, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ. Με το άρθρο 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020,ΑΠ 255/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και σε σχέση με τους εξεταζόμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:"....με έγγραφη συμφωνία που καταρτίστηκε την 1.10.1972, ο Ρ. Γ. μίσθωσε στον Κ. Α. ένα κατάστημα έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης 107 τμ και συνολικής πραγματικής επιφάνειας 198 τμ, το οποίο του ανήκε κατά κυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και βρίσκεται στη Λάρισα, επί της οδού…, αρ. .., προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εμπορικό κατάστημα πώλησης ειδών νεωτερισμών. Στη συνέχεια μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίστηκε το από 1.10.1975 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν την αύξηση του μηνιαίου μισθώματος, ενώ μετά το θάνατο του μισθωτή Κ. Α. στο μίσθιο εγκαταστάθηκε από την 1.12.1975 ως μισθώτρια η εναγομένη και ήδη αποβιώσασα Α. Α., δυνάμει προφορικής συμφωνίας που κατάρτισε με τον εκμισθωτή και στη συνέχεια δυνάμει έγγραφης συμφωνίας, η οποία καταρτίστηκε την 1.1.1978, προκειμένου και η τελευταία αυτή μισθώτρια να το χρησιμοποιεί ως εμπορικό κατάστημα. Σημειώνεται ότι στο μίσθιο αυτό κατάστημα η μισθώτρια Α. Α, ήταν συγκυρία σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Δυνάμει λοιπόν του τελευταίου αυτού έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν για τα έτη 1978, 1979 και 1980 το μηνιαίο μίσθωμα να αναπροσαρμοστεί στα ποσά των 19.000, 21.590 και 24.140 δρχ. αντίστοιχα. Στη συνέχεια, με νεότερες έγγραφες συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων την 10.2.1982, 20.3.1984, 10.2.1986, 1.1.1988 και 12.2.1990, συμφωνήθηκαν διαδοχικές αναπροσαρμογές του μισθώματος ανά διετία, σε ποσοστό 20% για τα έτη 1982-1983, στο ποσό των 35.000 δρχ. για τη διετία 1984-1985, σε ποσοστό 24% επί του προηγουμένως καθορισθέντος μισθώματος των 35.000 δρχ. για τη διετία 1986-1987, σε ποσοστό 30% για τη διετία 1988-1989 και σε ποσοστό 50% για τη διετία 1990-1991, επί των προηγουμένως κάθε φορά καταβληθέντων μισθωμάτων. Έτσι το έτος 1991 το μηνιαίο μίσθωμα, χωρίς να υπολογίζεται το τέλος χαρτοσήμου, διαμορφώθηκε στο ποσό των 84.825 δρχ. Στη συνέχεια το έτος 1993 το μηναίο μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό των 177.500 δρχ., το έτος 1994 στο ποσό των 196.670 δρχ., το έτος 1995 στο ποσό των 212.796 δρχ., το έτος 1996 στο ποσό των 268.000 δρχ., το έτος 1997 στο ποσό των 300.000 δρχ., το έτος 1998 στο ποσό των 320.000 δρχ., το έτος 1999 στο ποσό των 350.000 δρχ., το έτος 2000 στο ποσό των 360.000 δρχ., το έτος 2001 στο ποσό των 374.400 δρχ., ή 1.098,75 ευρώ, το έτος 2003 στο ποσό των 1.169 ευρώ και τα έτη 2004-2005 στο ποσό των 1.198,50 ευρώ. Στο μεταξύ διάστημα, δυνάμει του υπ` αρ. ../22.6.99 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου…, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο εκμισθωτής Ρ. Γ., πώλησε στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα) το ιδανικό του μερίδιο επί του μισθίου καταστήματος. Με την πώληση αυτή η ενάγουσα υπεισήλθε στη θέση του εκμισθωτή στην επίδικη μίσθωση και την 18.4.2005 με έγγραφη εξώδικη δήλωση που κοινοποίησε στην εναγομένη ζήτησε από αυτή να της καταβάλλει το μίσθωμα αναπροσαρμοσμένο σε ποσοστό 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και συγκεκριμένα το ποσό των 1.733 ευρώ μηνιαίως πλέον τέλους χαρτοσήμου ποσού 31,19 ευρώ, επικαλούμενη έλλειψη συμφωνίας αναπροσαρμογής, όπως το μίσθωμα αυτό ανέλυσε στην έγγραφη δήλωσή της με βάση τον ακριβή υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Η εναγομένη, η οποία κατά το χρόνο που της κοινοποιήθηκε η εξώδικη δήλωση ετοιμαζόταν να συνταξιοδοτηθεί και με τις υπ` αρ. 3939/05 και 981/06 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας της επετράπη να εκποιήσει τα εμπορεύματα του καταστήματός της λόγω παύσης λειτουργίας της επιχείρησής της, αρνήθηκε να καταβάλει το νέο αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα με βάση το 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, αναπροσαρμογή η οποία ανέρχονταν σε ποσοστό 50% επί του αμέσως προηγουμένως καταβεβλημένου μισθώματος. Όπως δε εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για σταθερή ποσοστιαία αναπροσαρμογή του μισθώματος, καθόσον ναι μεν σε τακτά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα ανά διετία οι συμβαλλόμενοι συμφωνούσαν στην αναπροσαρμογή του, όμως από την επισκόπηση των ανωτέρω εκτεθέντων μισθωμάτων προκύπτει ότι τα ποσοστά αναπροσαρμογής δεν ήταν σταθερά αλλά κυμαινόταν από 5 έως και 50 ποσοστιαίες μονάδες. Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 συμφωνία ότι το μίσθωμα θα αυξομειώνεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και κατά ορισμένο ποσό ή ποσοστό και, ως εκ τούτου, η εκμισθώτρια είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τη μισθώτρια το αυτοδικαίως αναπροσαρμοσθέν μίσθωμα σε ποσοστό 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος, περί μη εφαρμογής της προαναφερόμενης διάταξης στην προκειμένη περίπτωση, λόγω ύπαρξης συμφωνίας αναπροσαρμογής μεταξύ των συμβαλλομένων. Όμως, πρέπει να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση αν το δικαίωμά της αυτό άσκησε καταχρηστικά κατά την σχετικώς υποβληθείσα ένσταση της εναγομένης, που επανέφερε και ως λόγο έφεσης, επικαλούμενη ως θεμελιωτικά αυτής περιστατικά, το υπερβολικά μεγάλο μίσθωμα που προκύπτει με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό, σε σχέση με την αληθινή μισθωτική αξία του εν λόγω καταστήματος, σε συνδυασμό με το ότι άσκησε το δικαίωμά της αυτό αιφνιδιαστικά, δεδομένου ότι επί σειρά ετών το μίσθωμα αναπροσαρμοζόταν και ενώ γνώριζε την επικείμενη συνταξιοδότησή της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, το μίσθιο κατάστημα, το οποίο αποτελείται από έναν ισόγειο χώρο εμβαδού 107 περίπου τμ, κατασκευής πριν το έτος 1955, με δύο αυθαίρετες κατασκευές, που έλαβαν χώρα στη δεκαετία του 1960 και συγκεκριμένα α) ενός αποθηκευτικού χώρου 42 τμ με λαμαρινοσκεπή, ο οποίος συνυπολογίζεται στο εμβαδό του ισογείου για την εύρεση της αντικειμενικής του αξίας και β) ενός παταριού υπέρ του ισογείου, εμβαδού περίπου ίσου με του ισογείου, το οποίο επικοινωνεί με το ισόγειο με μεταλλική σκάλα και έχει ύψος 2,25 μ., είναι σε ιδιαίτερα κακή κατάσταση, αφού πρόκειται για παλαιά κατασκευή και θα απαιτείτο σημαντική δαπάνη για να χρησιμοποιηθεί ως εμπορικό κατάστημα στην περίπτωση που θα ξεκινούσε νέα μίσθωση μετά τη λήξη της μίσθωσης με την εναγομένη, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αλλά και κατά το χρόνο επίδοσης της εξωδίκου με το νέο αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα η εναγομένη πλησίαζε στη συνταξιοδότησή της και στην παύση της λειτουργίας της ατομικής της επιχείρησης. Επί πλέον, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε εκδήλωσε τη βούλησή της να κάνει χρήση του δικαιώματός της από το νόμο για αναπροσαρμογή του μισθώματος στο 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, καθόσον από το έτος 1992 που ξεκίνησε να ισχύει η εφαρμογή του ως άνω νόμου και τουλάχιστον από το έτος 1999, όταν η ίδια υπεισήλθε στη μίσθωση και μπορούσε να ζητήσει να της καταβληθεί το νέο αυτό αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα, δεν άσκησε το δικαίωμά της, επωφελούμενη από τις συνεχείς, ανά διετία, προαναφερόμενες αναπροσαρμογές του. Η δε μισθώτρια από την πλευρά της είχε κάθε λόγο να διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, καθόσον από το έτος 1976 και επί τριάντα έτη, σταθερά ανά διετία κατέβαλλε το συμφωνημένο κάθε φορά μετά από αναπροσαρμογή μίσθωμα, η δε εκάστοτε αναπροσαρμογή κάποιες φορές έφτανε και σε ποσοστό 50% επί του ήδη καταβαλλομένου μισθώματος. Σημειώνεται επίσης, ότι η ζημία της εναγομένης και ήδη του καθολικού της διαδόχου, (αναιρεσιβλήτου) ο οποίος συνεχίζει τη δίκη, είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένου ότι πράγματι το μίσθωμα που υπολογίστηκε από την ενάγουσα με βάση την αντικειμενική αξία του μισθίου, είτε το πατάρι του καταστήματος υπολογιστεί ως κύριος όροφος είτε ως βοηθητικός χώρος κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995, είναι μεγάλο σε σχέση με την πραγματική του μισθωτική αξία, δεδομένου ότι στο χώρο του ισογείου συνυπολογίζεται και αυθαίρετη κατασκευή κτισμένη από τσιμεντόλιθους και λαμαρίνες, το κτίριο είναι ιδιαίτερα παλαιό και όπως προαναφέρθηκε σε περίπτωση νέας μίσθωσης η δαπάνη για την αποκατάστασή του γενικά είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Τούτο δε πρέπει να συνδυαστεί και με το γεγονός ότι η τυχόν θυσία του αξιουμένου από την ενάγουσα δικαιώματος δεν θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια, δεδομένου ότι κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματός της γνώριζε ότι η εναγομένη θα διέλυε την επιχείρηση της ενόψει της συνταξιοδότησής της και συνεπώς η μίσθωση όδευε προς τη λήξη της. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της και συγκεκριμένα καθ` υπέρβαση των ορίων που τίθενται από την καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης, ο οποίος αποτελεί ένσταση και νόμιμα προτείνεται στην προκειμένη περίπτωση, επαναφέρεται δε ως λόγος έφεσης ......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δίκασε την με αριθμ. 143/13-7-2011 έφεση της Α. Α., η οποία, μετά την άσκησή της (εφέσεως) απεβίωσε και κατά τη συζήτηση αυτής την βιαίως διακοπείσα δίκη επανέλαβε ο εκ διαθήκης κληρονόμος της και ήδη αναιρεσίβλητος Δ. Κ., εξαφάνισε την με αριθμ. 193/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η με αριθμ. 496/2005 αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, με την οποία αιτούνταν να της καταβάλει η (τότε) εναγομένη το ποσό των 4.588,79 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα σε ποσοστό 6% επί της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή δεχόμενη ότι η ενάγουσα εταιρία άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η ως άνω διάταξη για την εφαρμογή της, αφού πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, η άσκηση του δικαιώματος της εκμισθώτριας - αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν οι προαναφερόμενοι όροι της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος από την αναιρεσείουσα, ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ και δικαιολογούν (οι παραδοχές) την κρίση ότι είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματός της. Διέλαβε δε, το Εφετείο, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικώς με την παραδοχή της ανωτέρω ενστάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ήδη αναιρεσείουσα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, με επαρκή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία, έκρινε ότι, η αναιρεσείουσα ουδέποτε εκδήλωσε τη βούλησή της να κάνει χρήση του δικαιώματός της από το νόμο για αναπροσαρμογή του μισθώματος στο 6% της αντικειμενικής αξίας του μισθίου, καθόσον από το έτος 1992 που ξεκίνησε να ισχύει η εφαρμογή του ως άνω νόμου και τουλάχιστον από το έτος 1999, όταν η ίδια υπεισήλθε ως εκμισθώτρια στη μισθωτική σχέση και μπορούσε να ζητήσει να της καταβληθεί το νέο αυτό αναπροσαρμοσμένο μίσθωμα, δεν άσκησε το δικαίωμά της, επωφελούμενη από τις συνεχείς, ανά διετία αναπροσαρμογές του, η τελευταία των οποίων έλαβε χώρα τα έτη 2004-2005 και το μίσθωμα ανήλθε στο ποσό των 1.198,50 ευρώ. Η δε μισθώτρια από την πλευρά της (και ήδη ο καθολικός της διάδοχος, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη), ευλόγως διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, καθόσον από το έτος 1976 και επί τριάντα έτη, σταθερά ανά διετία κατέβαλλε το συμφωνημένο κάθε φορά, μετά από αναπροσαρμογή, μίσθωμα, η δε εκάστοτε αναπροσαρμογή κάποιες φορές έφτανε και σε ποσοστό 50% επί του ήδη καταβαλλομένου μισθώματος. Διαλαμβάνει δε η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες για τη συνδρομή και των επαχθών (δυσμενών) συνεπειών, όπως αυτές αναλύονται στη μείζονα σκέψη, τις οποίες θα υποστεί ο αναιρεσείβλητος σε περίπτωση ευδοκίμησης της πιο πάνω αγωγής και συγκεκριμένα ότι, η ζημία του είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένου ότι πράγματι το μίσθωμα που υπολογίστηκε από την αναιρεσείουσα με βάση την αντικειμενική αξία του μισθίου (είτε το πατάρι του καταστήματος υπολογιστεί ως κύριος όροφος είτε ως βοηθητικός χώρος, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 3 του ΠΔ 34/1995), είναι μεγάλο σε σχέση με την πραγματική του μισθωτική αξία, δεδομένου ότι στο χώρο του ισογείου συνυπολογίζεται και αυθαίρετη κατασκευή κτισμένη από τσιμεντόλιθους και λαμαρίνες, το κτίριο είναι ιδιαίτερα παλαιό και όπως προαναφέρθηκε σε περίπτωση νέας μίσθωσης η δαπάνη για την αποκατάστασή του γενικά είναι ιδιαίτερα μεγάλη, ενώ η τυχόν θυσία του αξιουμένου από την αναιρεσείουσα δικαιώματος δεν θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια, δεδομένου ότι, κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματός της γνώριζε ότι η εναγομένη θα διέλυε την επιχείρηση της ενόψει της συνταξιοδότησής της και, συνεπώς, η μίσθωση όδευε προς τη λήξη της και για το λόγο αυτό είχε προβεί σε εκποίηση των εμπορευμάτων της. Οι, κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ελλείψεις και αντιφάσεις, που εκτίθενται στο αναιρετήριο, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση, του, σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση, αποδεικτικού πορίσματος και ως εκ τούτου είναι απορριπτέες και ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά από αυτά, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 3-4-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ../2015, αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 26/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ