Αριθμός 7/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Χαράλαμπο Δημάδη, Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπροέδρους, Βασίλειο Φούκα, Βιολέττα Κυτέα, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μαζαράκη - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Δημήτριο Κράνη, Ανδρέα Ξένο, Δημήτριο Κόμη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία Καρέλλου, Αργύριο Σταυράκη, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μιχαήλ Αυγουλέα, Βασίλειο Καπελούζο, Χαραλαμπία Σίμου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ε. χήρας Α. Τ., το γένος Α. Κ., 2) Α. Τ. του Α., 3) Α. Τ. του Α., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Α. Τ., που απεβίωσε στις 28-7-2008, 4) Χ. Τ. του Α., 5) Σ. συζύγου Α. Κ., το γένος Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις. Του καθού η κλήση - αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε διά του Αλέξανδρου Ροϊλού, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή των αρχικώς εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, Α. Τ. του Αποστόλου που απεβίωσε στις 28-7-2008, Χ. Τ. του Α. και Σ. συζύγου Α. Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19556/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2598/2007 προδικαστική, 2173/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2009 αίτησή τους, καθώς και με το από 21-12-2010 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 1135/2012 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου την διατυπούμενη με τον τρίτο κατά σειρά λόγο του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμό 16 ΚΠολΔ της 194/15-6-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 243/21-12-2010 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2173/30-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 14 Σεπτεμβρίου 2012 κλήση των καλούντων, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν, ο μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο δε του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας πρότεινε όπως ο παραπεμπόμενος στην Ολομέλεια λόγος αναιρέσεως κριθεί βάσιμος και γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 18 Απριλίου 2013, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες, Βασίλειος Φούκας και Κωνσταντίνος Φράγκος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπ' αριθ. 1135/2012 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε αβάσιμος και απορριπτέος με πλειοψηφία μιας ψήφου και γι' αυτό παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ. 2 εδάφ. 3 ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), ο τρίτος λόγος της από 15-6-2009 αίτησης για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2173/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 13-10-2006 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 19556/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε δεχτεί την από 30-12-2004 ένδικη αγωγή, που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης στους ήδη αναιρεσείοντες για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους που αναγκαστικά απαλλοτριώθηκε, αλλά δεν τους καταβλήθηκε αντίστοιχη αποζημίωση, επειδή θεωρήθηκαν ωφελούμενοι και συνεπώς αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, απέρριψε ακολούθως ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων. Ήδη παραδεκτά μετά την από 14-9-2012 κλήση των αναιρεσειόντων εισάγεται προς συζήτηση στην Β' Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς σ' αυτή λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 26 του ν. 2882/ 2001: α') Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως γίνεται με δικαστική απόφαση κατά την οριζόμενη από το εν λόγω άρθρο διαδικασία (παρ.1). β') Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε (παρ. 2). γ') Το δικαστήριο αναγνωρίζει τους δικαιούχους της αποζημιώσεως με βάση κάθε στοιχείο που προσκομίζουν οι διάδικοι ή που το εξετάζει αυτεπαγγέλτως (παρ. 6). δ') Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνωρίσεως δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημιώσεως ή αναζητήσεως αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το ένταλμα πληρωμής (παρ. 12). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, αποτελεί δεδικασμένο έναντι πάντων για το ποιος είναι δικαιούχος εισπράξεως της αποζημιώσεως και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτού κτισμάτων, κατέστη δε το Μονομελές Πρωτοδικείο αρμόδιο να αποφασίσει επί των θεμάτων αυτών οριστικά και αμετάκλητα (Ολ.ΑΠ 9/1989). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το αρθρ. 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1) ... Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4) ...". Έτσι, εισάγεται με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειας τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού. Παράλληλα κρίθηκε, ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 εδάφ. α' του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου, προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη της. Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (Ολ.ΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του άρθρου 1 ν. 653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλεια του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσης του προς αποζημίωση. Επομένως, εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθος της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειας του ή το πραγματικό μέγεθος της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρου εδάφ. α' του από 20-3-1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4-11-1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοια της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ. ΕυρΔΔΑ 72/1995/ 578/664 και 106/1995/612/700 της 15-11-1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ/γμα 53/1974 και, συνεπώς, αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου. Συνακόλουθα, το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειας του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί, αντίστοιχα, και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης. Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή ... (παρ. 3) ... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο ..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ... (παρ. 6) ...". Εξάλλου, με το άρθρο 37 εδάφ. α' του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρου 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του. Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το αρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ ...". Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρο 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 6/2007). Αντίθετα, το άρθρο 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς, ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες. Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρου 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου, προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τα ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004). Επομένως, ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμιση της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Έτσι, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρ. 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου. Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά. Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των άρθρων 33 και 37 εδάφ. α' του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς. Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσης του. Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκταση τους (Ολ.ΑΠ 11, 12/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 30-12-2004 αγωγή οι ενάγοντες α) Α. Τ., β) Χ. Τ. και γ) Σ. σύζ. Α. Κ., το γένος Α. Τ. ισχυρίσθηκαν, ότι για την βελτίωση-διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Σερρών στο τμήμα από κόμβο Λαγκαδά έως κόμβο Δερβενίου Θεσσαλονίκης με την κατασκευή παραλλαγής τμήματος του αριστερού παράπλευρου, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, μεταξύ άλλων, και εδαφικό τμήμα εκτάσεως 7672,44 τ.μ. του με αριθμό ΚΠ-2 ακινήτου τους ευρύτερης δικής τους ιδιοκτησίας στη θέση "ΤΟΥΜΠΑ" της κτηματικής περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος Λητής του Δήμου Μυγδανίας Θεσσαλονίκης, συνολικού εμβαδού 13.910,45 τ.μ., εναπομείνασας έτσι εκτός απαλλοτρίωσης έκτασης 6.232,05 τ.μ., που κατανεμήθηκε σε δύο τμήματα, ήτοι σε τμήμα εμβαδού 5.293,39 τ.μ. και σε τμήμα εμβαδού 944,62 τ.μ. Ότι αν και με την 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αναγνωρίσθηκαν οι αρχικοί τρεις ενάγοντες δικαιούχοι της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αυτή αποζημίωσης κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν τους κατέβαλε αποζημίωση για την όλη απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους, αλλά για μέρος μόνον αυτής, εμβαδού 4.801,42 τ.μ., ενώ για το υπόλοιπο μέρος της, εμβαδού 2.871,02 τ.μ., δεν αποζημιώθηκαν, επειδή κρίθηκαν ωφελούμενοι και συνεπώς αυτοαποζημιούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, ενώ από το συνολικό ποσό της αποζημίωσης παρακρατήθηκε το ποσό των 11.159.550 δραχμών και ήδη 32.749,96 ευρώ ως υποχρέωση του ακινήτου τους προς το με αριθμό ΚΠ-1 ακίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει και για το μέρος αυτό της ιδιοκτησίας τους την αναλογούσα αποζημίωση των 114.840.800 δραχμών και ήδη 337.023,62 ευρώ, και συνολικά ποσό 369.773,58 ευρώ, ισχυριζόμενοι ότι τα τμήματα εμβαδού 5.293,39 τ.μ. και 944,62 τ.μ., αντίστοιχα, που απέμειναν αναπαλλοτρίωτα από την αρχική ιδιοκτησία τους, δεν ωφελήθηκαν από την εκτέλεση του έργου, την καταψήφιση δε του ποσού αυτού εδίωκαν, με νομικό έρεισμα κύρια του άρθρου 1 της ΕΣΔΑ και επικουρικά το άρθρα 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αξίωση αυτή των εναγόντων έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και τους επιδικάσθηκε νομιμοτόκως το ζητούμενο ποσό, αφού προηγουμένως ανατράπηκε το νόμιμο τεκμήριο της ύπαρξης ωφέλειας τους από την βελτίωση - διαπλάτυνση της οδού που αφορά η απαλλοτρίωση. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατ' αποδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και μη νόμιμη κατά την επικουρική, με υπεισέλευση στη συνέχεια στη δικονομική θέση του αρχικώς πρώτου ενάγοντος Α. Τ., ο οποίος απεβίωσε στις 28-7-2008, των τριών πρώτων των αναιρεσειόντων, συζύγου και τέκνων αυτού, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό κατ' αρχήν ότι σύμφωνα με τον από 3-4-2003 κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα η ΚΠ-2 ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων έχει συνολικό εμβαδόν 13.910,45 τ.μ., από τα οποία απαλλοτριώθηκαν τα 7.672,44 τ.μ., απέμεινε δε εκτός της απαλλοτρίωσης έκταση 6.238,01 τμ, που κατανέμεται σε δυο τμήματα, ήτοι ένα τμήμα εμβαδού 5.293,39 τμ και άλλο τμήμα εμβαδού 944,62 τμ. Σε σχέση με τα τμήματα αυτά ορίστηκε με τον ως άνω κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα ότι οι αναιρεσείοντες αυτοαποζημιώνονται, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για έκταση 2.398,71 τμ, που αντιστοιχεί στο εναπομένον τμήμα των 5.293,39 τμ και επίσης για έκταση 472,31 τμ, που αντιστοιχεί στο τμήμα των 944,62 τμ, δηλαδή αυτοαποζημιώνονται για συνολική έκταση 2.871,02 τμ, για την οποία ζητείται με την ένδικη αγωγή η καταβολή πλήρους αποζημίωσης, αφού προς το σκοπό αυτό ανατραπεί το αντίθετο τεκμήριο του αρθρ. 1 του ν. 653/1977. Εξάλλου, με την υπ' αριθ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτό ότι η εκτός απαλλοτρίωσης έκταση της ΚΠ-2 ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων είναι 5.293,39 τμ, χωρίς κατά τα λοιπά την οποιαδήποτε αναφορά στο τμήμα εμβαδού των 944,62 τμ. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ότι από την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αναγνώρισε τους αναιρεσείοντες δικαιούχους πλήρους αποζημίωσης σε απαλλοτριωθείσα έκταση εμβαδού 7.672,44 τμ της ΚΠ-2 ιδιοκτησίας τους και αποζημίωσης ίσης με το 70% της αξίας του εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος των 5.293,39 τμ της αυτής ιδιοκτησίας τους, προκύπτει δεδικασμένο ότι στο εμβαδόν αυτό των 5.293,39 τμ περιορίζεται σε κάθε περίπτωση η εκτός απαλλοτρίωσης ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων και έτσι μόνον ως προς το τμήμα αυτό έκρινε στη συνέχεια ότι υπήρξε ωφέλεια για τους αναιρεσείοντες από την απαλλοτρίωση, απορρίπτοντας αντίστοιχα την ένδικη αγωγή τους μετά από εξαφάνιση της αντίθετης πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή δεν ερεύνησε την ύπαρξη ωφέλειας για τους αναιρεσείοντες ως προς το τμήμα των 944,62 τμ., καθόσον η αξίωση των αρχικώς εναγόντων για το παράλληλα εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα των 944,62 τ.μ. προσκρούει στο εν λόγω δεδικασμένο. Η κρίση ακριβώς αυτή προσβάλλεται ως εσφαλμένη με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρο 559 ΚΠολΔ. Με την υπ' αριθ. 1135/1912 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, έγινε δεκτό ότι η ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης συνιστά υπέρβαση του απορρέοντος από την υπ' αριθ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένου. Ωστόσο με την απόφαση παραπομπής του Αρείου Πάγου δεν έγινε τελικώς δεκτός ο ως άνω αναιρετικός λόγος, αφού κατά τη γνώμη που πλειοψήφησε, πρόκειται για αλυσιτελή λόγο, καθώς αφορά απαλλοτρίωση ως προς την οποία δεν μπορεί πλέον να εξετασθεί το ζήτημα της ύπαρξης ή μη ωφέλειας ως προς το παραπάνω τμήμα των 944,62 τμ, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η απαλλοτρίωση συντελέστηκε το έτος 1999, πριν από την ισχύ του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, και έτσι η ένδικη από 30-12-2004 αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της οριζόμενης στην διάταξη του άρθρου 37 του ν. 2971/2001 δίμηνης προθεσμίας από την έναρξη της ισχύος του (19-3-2002), με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να αξιολογείται εντεύθεν ως απαράδεκτη, καθόσον, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Τμήματος του Αρείου Πάγου καταλαμβάνει και τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, ζήτημα ως προς το οποίο παραπέμφθηκε τελικώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα, όμως, με τις εκτεθείσες ανωτέρω νομικές σκέψεις, με το άρθρο 33 παρ.1 του ν. 2971/2001 το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, ενώ το άρθρο 37 εδάφ. α' του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του αρθρ. 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37, για να καταδειχθεί ακριβώς ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι αν ήταν ήδη συντελεσμένες, όπως συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, αφού οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις ήταν ήδη συντελεσμένες. Επομένως, δεν είναι αλυσιτελής και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού καθ' υπέρβαση των αντικειμενικών ορίων του απορρέοντος από την υπ' αριθ. 18302/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένου έγινε δεκτό από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ότι η εκτός απαλλοτρίωσης έκταση της ΚΠ-2 ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων είναι μόνο 5.293,39 τ.μ., οπότε εξ αντιδιαστολής δεν περιλαμβάνεται στην εκτός απαλλοτρίωσης έκταση το τμήμα των 944,62 τ.μ., ως προς το οποίο και δεν ερευνήθηκε, αντίστοιχα, η ένδικη αγωγική αξίωση των αναιρεσειόντων. Ακολούθως η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου για την έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται ομόφωνα τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τρίτο λόγο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της αίτησης των Α. Τ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2173/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ