Αριθμός 1217/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον (πρώην) Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας και ήδη από τον μετακλητό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε τις ως μεταβολές για το αναιρεσείον. Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Τ. Τ. του Κ., 2) Μ. Τ. του Κ., 3) Τ. Τ. του Κ., 4) Ε. συζ. Τ. Τ., κατοίκων ... και 5) Γ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2001 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την από 7-5-2008 ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκε η 33/2011 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρί Δεργαζαριάν διάβασε την από 28-1-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, τότε Αρεοπαγίτου και μετέπειτα Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 4-4-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 33/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, ως προς το δεύτερο λόγο της, που αφορά το ΑΚΠ 67 ακίνητο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ.. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 4-4-2012, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 33/2011 απόφασης του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14-4-2011, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 11-4-2012, δηλαδή εντός έτους από τη δημοσίευσή της. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρο 22 ΚΑΑΑ) και πρέπει επομένως, να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ "όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ήτοι δεν απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα." Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από τον γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 805/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθ. 4025/26-1-2022 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανεστάλη η λειτουργία των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και Κρήτης για την 27η και 28η Ιανουαρίου 2022 "λόγω έκτακτων καιρικών φαινομένων". Η αρχική δικάσιμος της υπό κρίση υποθέσεως είχε ορισθεί για τις 8-2-2013, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής. Στη συνέχεια με την από 14-10-2020 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επαναφέρθηκε προς συζήτηση η κρινομένη υπόθεση, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 28-1-2022. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση αυτής ματαιώθηκε για τους προαναφερομένους λόγους. Κατόπιν τούτου, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα Υπουργική απόφαση ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, δικάσιμος προς συζήτηση της υπό κρίση υποθέσεως η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 40. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από την υπ` αριθ. 6466/26-11-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας (με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας) Γ. Φ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 28-1-2022, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης αναίρεσης και επιπροσθέτως της από 14-10-2020 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο Δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Ιωάννη Αργυρόπουλο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως για τη δικάσιμο της 28-1-2022 και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το άρθρο 13 του Ν 2882/2001 ορίζει στην παρ. 4, ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξαιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση προσδιορίζεται και παρέχεται για την υποτίμηση αυτή ιδιαίτερη αποζημίωση. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-1-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων, ορίζει ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του και κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Συνεπώς, στην περίπτωση που, λόγω απαλλοτριώσεως μέρους του ακινήτου, το απομένον τμήμα αυτού, που εξακολουθεί να αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του ιδιοκτήτη, υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, το αναγνωριζόμενο από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν 2882/ 2001 δικαίωμα αποζημιώσεως ικανοποιείται πλήρως και εντεύθεν διασφαλίζεται ο σεβασμός της περιουσίας του ιδιοκτήτη, όταν η αποζημίωση καλύπτει όχι μόνο την εκ της απομειώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχτηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Διότι, άλλως, κατά την τελευταία αυτή ζημία το παραμένον στον ιδιοκτήτη μέρος του ακινήτου του και, επομένως, η περιουσία του θα παρέμενε, χωρίς αποκατάσταση (Ολ.ΑΠ 31/2005, ΑΠ 423/2016, ΑΠ 274/2016). Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (ΑΠ 326/2016, ΑΠ 421/ 2015 ). Επίσης, ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 Ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, ανεξάρτητα από τη μνεία της στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (ΟλΑΠ 5/2002). Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4 ΚΑΑΑ θεωρείται ανεπαρκής αν α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 1619/2010, ΑΠ 1210/2010). Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 205/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 1290/2009). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 210/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015, ΑΠ 70/2011). Εξάλλου, στο π.δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) `Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ., ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π. δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν), αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, ήτοι, ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010). Ωστόσο, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ. 24/1985,σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 εδ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1205/2017). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1)την από 16-11-2009 τεχνική έκθεση του τοπογράφου-μηχανικού Γ. Σ. και 2) την από 8-5-2008 έκθεση της Επιτροπής των άρθρων 13 και 15 του ν. 2882/2001, από την οποία προέκυπτε ότι η ιδιοκτησία με Α.Κ. 67 δεν ήταν οικοδομήσιμη από το έτος 1993, (ήτοι πριν από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης το 1999), όταν με το Π.Δ. 347 της 25-8/2-9-1993 στο άρθρο 2 παρ. 1 όρισε τη γραμμή δόμησης στο Βασικό Οδικό Δίκτυο στα 60 μ. από τον άξονα της οδού. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αναφέροντας μάλιστα μερικά εξ αυτών ρητά. Επίσης, από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προς απόδειξη των οποίων αυτό επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα λοιπά φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, ανεξαρτήτως αν κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 301/2018, ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ845/2012). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα ερευνώμενα με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ζητήματα, δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 1008913/696/0010/17-2-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύτηκε στο 189/Δ/22-3-1999 ΦΕΚ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για τη βελτίωση της ΕΟ Αθηνών-Θεσσαλονίκης στο τμήμα εξόδου Καμένων Βούρλων - διασταύρωση προς … χθ 0+000 έως χθ 4,060 έκτασης συνολικού εμβαδού 144,629 τ.μ. που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδος και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από Μαΐου 1996 και με αριθμούς σχεδίων ... κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διευθύνσεως Μελετών Έργων τα οποία έχει συντάξει η ανάδοχος Μελέτης "Α. Σ. - Γ.. Ο." και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ 12) του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. στις 23-1-1998.Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνη του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και Έργων οδοποιίας αρμοδιότητας ΓΓ/ΔΕ και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες με α/α κτηματολογικού πίνακα 43 και 67.Ως προς τα ακίνητα αυτά, αναφορικά με το αίτημα των αιτούντων (καθών-απαλλοτρίωση) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματά τους που επέμειναν μετά την απαλλοτρίωση και το οποίο δεν ερευνήθηκε με την 60/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα : 1) Οικοδομή επί του με α/α ΚΠ-43 ακινήτου. Η οικοδομή αυτή είναι κτισμένη επί οικοπέδου 6809,40 τετρ. μέτρων και ήδη μετά την απαλλοτρίωση 2.730 τετρ. μέτρων το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του ΔΔ Καινούργιου του Δήμου Καμένων Βούρλων και ανήκει κατά ψιλή κυριότητα (1/2 εξ αδιαιρέτου) στους Τ. και Μ. Κ./νου Τ. και κατ' επικαρπία στους Τ. και Ε. Τ. (παππού και γιαγιά των ψιλών κυρίων). Η οικοδομή αυτή είναι διώροφη, κτίστηκε το έτος 1982, αποτελείτο από ισόγειο εμβαδού 925 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 450 τ.μ. και συνδεόταν με την Εθνική οδό με κόμβο εγκεκριμένο από την 3η Δ.Ε.Κ.Ε σύμφωνα με την 657/Δα/1986 απόφαση του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και χρησιμοποιείτο για τη λειτουργία του κέντρου διασκέδασης .... Εξαιτίας της προαναφερόμενης απαλλοτρίωσης απαλλοτριώθηκε όλος ο χώρος έμπροσθεν της οικοδομής καθώς και το τμήμα του κήπου της (με περίφραξη, πόρτες κ.λπ.) συμπεριλαμβανομένου και του κόμβου συνδέσεως του ακινήτου με την Εθνική οδό. Επίσης απαλλοτριώθηκε η είσοδος του ισογείου του καταστήματος, τμήμα αυτού (ισογείου καταστήματος ? κέντρου διασκεδάσεως) διαστάσεων 154X26,5 μ και συνολικού εμβαδού 397,50 τ.μ. με τον κλιματισμό του και τον ηλεκτροφωτισμό του, δύο βοηθητικοί χώροι 64 μ3 και 136 μ3 στους οποίους βρίσκονται εγκατεστημένα το κλιματιστικό σύστημα εξαερισμού του καταστήματος και η δεξαμενή αποθήκευσης νερού από μπετόν 36,75 τ.μ. Το απαλλοτριωθέν δε τμήμα του ισογείου κάλυπτε το 50% της αίθουσας που χρησιμοποιείτο σαν κυρίως αίθουσα κοινού και ήταν απολύτως απαραίτητη για τη λειτουργία του κέντρου διασκεδάσεως αφού στον εναπομείναντα χώρο βρισκόταν η πίστα χορού η θέση της ορχήστρας, η κουζίνα, το μπαρ, οι τουαλέτες και ο προθάλαμος. Επομένως το εναπομείναν τμήμα του ισογείου εμβαδού 527,52 τ.μ. (925-397,50) και του οποίου η αξία με την 60/2003 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου καθορίστηκε σε 529 ΕΥΡΩ ανά τ.μ. υπέστη μείωση της αξίας του (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Η μείωση δε αυτή, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν επιτρέπεται πλέον η αλλαγή χρήσης του χώρου αυτού (βλ. …/…2008 έγγραφο της πολεοδομίας Λαμίας) ανέρχεται στο αιτούμενο ποσοστό του 50%. 2) Ακίνητο με α/α ΚΠ 67. Πρόκειται για αγροτεμάχιο έκτασης 2535 τ.μ. το οποίο ανήκει στην κυριότητα του αιτούντος Γ. Κ. και βρίσκεται στην κτηματική περιοχή του ΔΔ Καινούργιου του Δήμου Καμένων Βούρλων με πρόσοψη στην Εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης και το οποίο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση πριν από την απαλλοτρίωση. Από την έκταση αυτή των 2535 τ.μ. απαλλοτριώθηκε εδαφική έκταση 780 τ.μ. και το εναπομένον (μετά την απαλλοτρίωση) τμήμα των 1755 τ.μ. (2535-780) κατέστη μη οικοδομήσιμο. Επομένως, αφού η χρήση του περιορίστηκε μόνο για αγροτική εκμετάλλευση, το εναπομείναν αυτό τμήμα των 1755 τ.μ. υπέστη μείωση της αξίας η οποία επίσης καθορίστηκε σε 32 ευρώ ανά τ.μ. , ανερχομένης σε ποσοστό 40%". Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη και ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάκλησης της υπ' αριθ. 27/2009 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έκανε κατά ένα μέρος δεκτές την αίτηση, (κατά το αίτημα της επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης) και ανταίτηση ως κατ' ουσίαν βάσιμες. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν ανωτέρω τμήμα του μεγαλυτέρου απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπό στοιχ. ΚΠ 67 λόγω μειώσεως της αξίας του. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το παραπάνω αγροτεμάχιο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, πριν από την απαλλοτρίωση, στη συνέχεια εκθέτει ότι το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα των 1.755 τετρ. μέτρων κατέστη μη οικοδομήσιμο, χωρίς να διευκρινίζεται πότε υφίστατο το ακίνητο αυτό κατά τις διακρίσεις του Π.Δ. 24/31-5-1985 και ποιες είναι οι διαστάσεις της πρόσοψης και του βάθους αυτού επί της Εθνικής οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης. Ενόψει των ελλείψεων αυτών της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο δεύτερος εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης που αφορά το υπό στοιχ. ΚΠ 67 απαλλοτριωθέν ακίνητο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ., για την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός . Κατόπιν τούτου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τον αναφερόμενο ως άνω λόγο, που κρίθηκε βάσιμος και αφορά το υπό στοιχείο ΚΠ 67 απαλλοτριωθέν ακίνητο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, Γ. Κ., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικαστεί ο πέμπτος αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 189 παρ. 1 ΚΠολΔ, 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 § 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της υπ` αριθ. 134423/1992 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΟλΑΠ 5/2002, ΑΠ 40/2012, ΑΠ 479/2012), όπως αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής απόφασης ορίζεται ειδικότερα. Διάταξη για δικαστικά έξοδα για τους ερημοδικαζόμενους αναιρεσίβλητους δεν περιλαμβάνεται, αφού λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθ. 33/2011 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ήτοι κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο, που αφορά το ΑΚΠ 67 ακίνητο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Γ. Κ. και απορρίπτει ως προς τους λοιπούς. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον πέμπτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ