ΑΡΙΘΜΟΣ 741/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Κ.-Κ. του Γ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Γρεβενών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαλάνη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 732, 733, 734, 735/2011 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 591/2011. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 349 παρ.1 του ΠΚ "όποιος για να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων, προάγει ή εξωθεί στην πορνεία ανήλικο ή υποθάλπει ή διευκολύνει την πορνεία ανηλίκων, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως πενήντα χιλιάδων ευρώ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της μαστροπείας μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ, αφού η διάταξη δεν διακρίνει, ενώ παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι μόνον ανήλικος, δηλαδή πρόσωπο ανεξαρτήτως φύλου μέχρι 18 ετών. Προαγωγή στην πορνεία είναι η παρακίνηση του παθόντος προσώπου με οποιοδήποτε τρόπο να παρέχει κατά συνήθεια σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων αντί χρηματικής ή άλλης αμοιβής. Εξώθηση είναι η διέγερση αισθημάτων που διαφθείρουν την ηθική του ανηλίκου και προκαλούν πρόωρα την ροπή του στην πορνεία, ενώ υπόθαλψη ή διευκόλυνση της πορνείας υπάρχει όταν δημιουργούνται με πράξη ή παράλειψη οι κατάλληλες συνθήκες για τη συνέχιση της εν λόγω κατάστασης. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται η γνώση ότι το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη είναι ανήλικο και η θέληση περιαγωγής κτλ σε πορνεία, καθώς και η θέληση εξυπηρέτησης της ακολασίας άλλου (ΑΠ 658/2006). Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά , που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 732-735/2011 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για μαστροπεία ανηλίκου κατά συναυτουργία κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 18/10/2003 πραγματοποιήθηκε επιχείρηση του 2ου Τμήματος της Υπ/νσης Προστασίας Ανηλίκων της Δ/νσης Ασφαλείας Αττικής, στην περιοχή Πετραλώνων Αττικής σε ένα "γκέϊ κατάστημα-μπαρ, με την ονομασία ... ευρισκόμενο στο 2° όροφο του επί της οδού ... κτίσματος, το οποίο (κατάστημα -μπαρ) ήταν ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου Σ. Κ.-Κ., ο οποίος και το εκμεταλλευόταν. Η επιχείρηση ήταν προσχεδιασμένη, αφορμή δε αυτής ήταν η πληροφορία ότι ανήλικα αγόρια επιδίδονται στην πορνεία με ενήλικους πελάτες του καταστήματος. Προηγήθηκαν της επιχείρησης 3-4 επισκέψεις στο κατάστημα από τους αστυνομικούς υπαλλήλους της ανωτέρω υπηρεσίας Γ. Μ. και Β. Ν. Προφασιζόμενοι τους πελάτες, προσπαθούσαν να συλλέξουν πληροφορίες, να επιβεβαιώσουν την παραπάνω πληροφορία και να έρθουν σε επαφή με τυχόν νεαρά αγόρια που θα σύχναζαν στο μπαρ, με απώτερο σκοπό να κλείσουν ραντεβού για ερωτική συνεύρεση. Αφού διαπίστωσαν ότι είναι ανήλικοι, αποφασίστηκε να οργανωθεί επιχείρηση με προσημειωμένα χαρτονομίσματα . Έτσι λοιπόν στις 10/10/2003 οργανώθηκε η ανωτέρω επιχείρηση. Το ζευγάρι των αστυνομικών συναντήθηκε με τον παραπάνω ανήλικο στο εν λόγω κατάστημα και έδωσε ο Γ. Μ. 300 προσημειωμένα ευρώ στον V. για να έλθει σε ερωτική επαφή μαζί του. Οι άνδρες της υπηρεσίας ανηλίκων εισήλθαν τότε στον χώρο του καταστήματος και συνελήφθησαν και προσήχθησαν στην ασφάλεια ο πρώτος κατηγορούμενος ( Σ. Κ.-Κ.), ιδιοκτήτης του μπαρ και ο δεύτερος κατηγορούμενος Δ. Κ. ως εργαζόμενος σερβιτόρος στο μπαρ. Ο V. στην αστυνομία κατέθεσε ότι από φίλους έμαθε ότι υπάρχει ένα μαγαζί στο κέντρο των Αθηνών που λέγεται ... στο οποίο μικρά παιδιά μπορούν να κερδίζουν χρήματα αν έρχονται σε σεξουαλική επαφή με πελάτες. Πριν δύο μήνες πήγε σ' αυτό το μαγαζί και βρήκε ένα σερβιτόρο που τον λένε "Δ." (δεύτερος κατηγορούμενος) και αυτός του είπε ότι μπορεί να βγάλει πολλά χρήματα αν πηγαίνει με διάφορους πελάτες. Τον γνώρισε στο αφεντικό του καταστήματος που τον λένε "Σ." (πρώτος κατηγορούμενος) και αυτοί οι δύο του υπέδειξαν να πηγαίνει στην αρχή στα τραπέζια των πελατών για να πίνει ποτό μαζί τους και μετά να συνευρίσκεται σεξουαλικά μαζί τους. Του είπαν να ζητάει 60 ευρώ για τον εαυτό του, μέρος του οποίου έδινε στον Σ. (πρώτο κατηγορούμενο) και απ' ότι ξέρει ο Σ. και ο Δ. παίρνανε και άλλα χρήματα από τους πελάτες. Στην δε Ανακρίτρια ο V. κατέθεσε ότι στο μπαρ ... πήγαινε εδώ και ενάμιση μήνα για να κερδίσει κάποια χρήματα. Σε κάθε συνεύρεσή του με πελάτες έπαιρνε 60 ευρώ για τον εαυτό του και είχε ακούσει ότι ο ιδιοκτήτης Σ. (πρώτος κατηγορούμενος) έπαιρνε και άλλα χρήματα από τους πελάτες. Με ποιους πελάτες θα πήγαινε του το υποδείκνυε ο Δ. Κ. (δεύτερος κατηγορούμενος) που είναι φίλος του ιδιοκτήτη και εργαζόταν στο μπαρ ως σερβιτόρος και ο Σ. (πρώτος κατηγορούμενος) τον είχε φωτογραφήσει γυμνό με ένα κινητό για να δείχνει τη φωτογραφία σε πελάτες. Στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ο V. αναφέρει ότι οι αστυνομικοί και η Ανακρίτρια τον πίεζαν για να "λέει αυτά που γράφτηκαν". Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι ο V. είναι ανήλικος. Όπως κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η μάρτυς κατηγορίας Β. Ν., αστυνομικός, πλησίασε με τον συνάδελφο της Γ. Μ. τους κατηγορουμένους, τους είπαν ότι θέλουν κάποιο ανήλικο και ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε "κοιτάξτε από δω να πάρετε ένα", όχι ότι δεν υπάρχει ανήλικος. Ο δεύτερος κατηγορούμενος στην ανάκριση εξετάστηκε κατ' αντιπαράσταση με τον V. και ο τελευταίος επιβεβαίωσε ότι γνώριζε την ηλικία του, ότι του είχε συστήσει να ζητήσει 60 ευρώ για κάθε φορά που πήγαινε με πελάτες και ότι επί πλέον του υποδείκνυε τους πελάτες με τους οποίους θα πήγαινε. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι της πράξεως της μαστρωπίας κατά συναυτουργία, κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση. Απορρίπτει το αίτημα του πρώτου κατηγορούμενου για αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2α και ε του ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε έως τον χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την παραπάνω πράξη του". Με αυτά που δέχθηκε το κατ' έφεση δίκασαν δικαστήριο, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της μαστροπείας κατά συναυτουργία κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά ή να αξιολογούνται χωριστά ή να συγκρίνονται μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α', 27 παρ.1α', 45, 98 παρ.1 και 349 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με την παραδοχή ασαφών, ελλιπών ή αντιφατικών αιτιολογιών ή διατάξεων, και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται με την παράθεση πραγματικών περιστατικών ότι ο αναιρεσείων, προκειμένου να εξυπηρετήσει την ακολασία άλλων (πελατών του καταστήματός του - μπαρ) περιήγαγε και εξώθησε στην πορνεία εξακολουθητικά από τα τέλη Αυγούστου 2003 έως και 18/10/2003 τον ανήλικο R. V., ως γεννηθέντα την 24/1/1987, εν γνώσει της ανηλικότητάς του, δηλαδή παρακίνησε αυτόν με την υπόσχεση χρημάτων να παρέχει σαρκικές ηδονές σε αόριστο αριθμό προσώπων, παρέχοντας σ' αυτόν τις κατάλληλες συνθήκες και ευκαιρίες, προκαλώντας την ροπή του στην πορνεία. Η καταδίκη δε του αναιρεσείοντα για μαστροπεία ανηλίκου, δεν δημιουργεί καμία ασάφεια μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 359 παρ.1 του ΠΚ και ως εκ τούτου η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Η ειδικότερη δε αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει το μεν η ανηλικότητα του παθόντος, το δε η γνώση του για την ανηλικότητά του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού στο σκεπτικό αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται ρητά διαλαμβάνεται ότι αυτός είχε γεννηθεί την 24/1/1987, και συνεπώς κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως (από τέλη Αυγούστου 2003 έως και 18/10/2003) ήταν 16 ετών, ενώ παραθέτει πραγματικά περιστατικά για την γνώση της ηλικίας του, για την οποία αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ) και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 349 παρ.1 του ΠΚ, (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει η κρινόμενη αναίρεση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/4/2012 αίτηση του Σ. Κ.-Κ. του Γ., για αναίρεση της 732-735/2011 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ